Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Nαοί και Μονές της Παναγίας της Ορθοδοξίας 2

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Σκαφιδιάς Ηλείας

Η Ίδρυση της Μονής ανάγεται στο 1100 μ.Χ περίπου. Δεν σώζονται, βέβαια, γραπτές μαρτυρίες, αλλά στη χρονολογία αυτή παραπέμπουν λείψανα της βυζαντινής

αρχιτεκτονικής που ενυπάρχουν στο καθολικότης: «πλινθοπερίβλεπτη τοιχοδομία, μαρμάρινα μέλη, δίλοβο παράθυρο της ανατολικής κόγχης, η πρώτη μορφή της επιζωγραφισμένης Πλατυτέρας...».
Η «Σκαφιδιώτισσα» γνώρισε όλες τις επιπτώσεις, συνήθως καταστροφικές, από την εναλλαγή των κατακτητών:
Της Φραγκοκρατίας, που «κληροδότησε» στο χαρακτηριστικό φρούριο, «μια κτυπητή μορφολογική παραφωνία» με τις επεμβάσεις που επέφεραν σ' αυτό, έτσι που να δίνει την εντύπωση ότι είναι ενετικό, ενώ πρόκειται για κτίσμα βυζαντινό, που εντυπωσιάζει με το ύψος τον (9 μ.) και τους 4 προμαχώνες του.
Της α' Τουρκοκρατίας, οπότε ερημώθηκε, οι μοναχοί της διασκορπίστηκαν και χάθηκε και η εικόνα της Παναγίας της «Σκαφιδιώτισσας».
Της β' Ενετοκρατίας (1685-1715), οπότε η Μονή προστατεύεται από τους Ενετούς, που εκλέγουν και τον ηγούμενο. Το 1696 γίνεται μετόχια της Μονής Στροφάδων Ζακύνθου. Το 1686 επισκευάζεται ο πύργος της και η εικόνα της Παναγίας βρίσκεται στη Μονή Σκοπού Ζακύνθου, απ' όπου παραλαμβάνεται με έγγραφο, που σώζεται, κι επαναφέρεται στη Μονή.
Της β' Τουρκοκρατίας (1715-1821), που γνωρίζει νέα μερική καταστροφή και ερήμωση. Επαναλειτουργεί το 1723 και στη χρονιά που ακολουθούν κατασκευάζεται το τέμπλο, πλακοστρώνεται το καθολικό, ανακαινίζεται ο ναός του αγίου Ανδρέα, ανυψώνεται ο περίβολος της. Νέα καταστροφή από πυρπόληση γνωρίζει το 1770 εκ μέρους των Τουρκαλβανών, αλλά αναγεννάται και πάλι εκ των ερειπίων της.
Στα χρόνια της Εθνικής Επαναστάσεως του 1821 η Μονή συμμετέχει ενεργά στον Αγώνα, τόσο ηθικά όσο και υλικά, με επικεφαλής τον ηγούμενο της Γρηγόριο και τον παπά Φώτη. Η αναγνώριση της προσφοράς αυτής ήρθε το 1838, με την απονομή στον ηγούμενο χάλκινου παρασήμου από τον 'Οθωνα.


Το 1825, τέλος Δεκεμβρίου με αρχές Ιανουαρίου 1826, παρά την αντίσταση που προέβαλε, λύγισε στις επιθέσεις των Τουρκοαιγυπτίων του Ιμπραήμ, που την σύλησαν και την πυρπόλησαν. Οι μοναχοί της και πάλι κατέφυγαν στη Ζάκυνθο. Στην περίοδο μετά την απελευθέρωση της χώρας, οι μοναχοί αγωνίσθηκαν να δώσουν νέα ζωή στο παλαίφατο μοναστήρι τους, μέσα σε ανυπέρβλητες δυσκολίες που προκαλούσε η βαριά φορολογία και οι ανεξέλεγκτες καταπατήσεις των κτημάτων της, ενώ ισχυρός σεισμός το 1886 προκάλεσε σημαντικές φθορές στο καθολικό και τα άλλα κτίσματα, που αποκαταστάθηκαν με αδέξιο τρόπο.
Ιδιαίτερα δοκιμάσθηκε η Μονή και στη διάρκεια της γερμανοϊοταλικής κατοχής, οπότε ληστεύτηκε από τους Ιταλούς και ανατινάχθηκε από τους Γερμανούς (ο ναός των αγίων Αναργύρων). Αμέσως μετά, από το 1946 ως το 1956 λειτούργησε στη Σκαφιδιά εκκλησιαστικό φροντιστήριο και αργότερα γυμνασιακό οικοτροφείο και παιδικές κατασκηνώσεις, ενώ το 1970 μετετράπη σε γυναικεία. Με τη φροντίδα και το μόχθο της αδελφότητος των μοναζουσών η Μονή γνωρίζει ημέρες τάξεως, ευπρεπισμού και προόδου. Τα κτίρια επισκευάσθηκαν, τοιχογραφήθηκε η τράπεζα, κτίσθηκαν νέες πτέρυγες, ευπρεπίσθηκε και οργανώθηκε το κειμηλιοφυλάκιό της, τακτοποιήθηκε το αρχείο της.




 Αρχιτεκτονική

Το μοναστηριακό συγκρότημα «παρουσιάζει γενικά το συνηθισμένο τετράπλευρο σχήμα με ανεπαίσθητο σχεδόν άνοιγμα προς τη βόρεια πλευρά, πολυπλευρική διαμόρφωση ελάχιστα μεν προς αυτή και κυρίως πολυπλευρική τη δυτική του πλευρά, λόγω της δια-μόρφωσης του εδάφους και τον ευρισκομένου στο κέντρο του πύργου, ώστε από μακριά η μονή έχει την όψη μεσαιωνικού φρουρίου». Ο ναός είναι μονόχωρη βασιλική με νάρθηκα και προστώο. Από την προγενέστερη μορφή τον διατηρούνται κάποια τμήματα, εντοιχισμένα αρχιτεκτονικά μέλη και μερικά διάσπαρτα, ενώ το ιερό βήμα είναι το καλύτερα διατηρούμενο, και χωρίζεται από τον κυρίως ναό με χτιστό τέμπλο. Στο νάρθηκα σώζονται τοιχογραφίες.
Στο κειμηλιοφυλάκιο φυλάσσονται μερικά πολύ αξιόλογα κειμήλια, που διασώθηκαν κατά τις αλλεπάλληλες δηώσεις και καταστροφές και μεταξύ αυτών μερικές δεκάδες φορητών εικόνων, Θυμιάματα, ιερά. καλύμματα, δισκοπότηρα, αρτοφόρια, δοχεία αγιασμού, αντιμήνσια, ιερά άμφια, χρυσοί σταυροί, λειψανοθήκες, κανδήλες, πόρπες, σφραγίδες της Μονής, μία αγία Ζώνη (τον 1765), όπλα του Αγώνος κ. ά., καθώς και αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής, πιθανώς της Πρωτοελλαδικές περιόδου. Στον ίδιο χώρο φυλάσσονται και μερικά παλαίτυπα βιβλία, οι βιβλιοθήκες τον μοναχού Θεόδωρου (Παρασκευοπούλου), του Χρ. Ρουχίτσα (γιατρού-δικηγόρου), τον Χριστοδούλου (Φλεβοτόμου) κ. ά., όπως και χειρόγραφα από το 14ο αιώνα κι εντεύθεν, έγγραφα ενετικά, τούρκικα, πατριαρχικά, μετεπαναστατικά. Οι αδελφές καταγίνονται με ιδιαίτερη επιτυχία και στην αγιογραφία, την ιερορραπτική, την κατασκευή θυμιάματος, επιδίδονται δε και σε έργα πνευματικά. Στη Μονή λειτουργεί μικρός ξενώνας και έκθεση.



Μονή Παναγίας Φανερωμένης
Χιλιομόδι Κορινθίας


Σε μια πευκόφυτη τοποθεσία, 3 χιλιόμετρα μακριά από το Χιλιομόδι, βρίσκεται η Μονή της Φανερωμένης, που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

Αρχικά βρισκόταν ψηλότερα, σε απόσταση περίπου 4 χιλιομέτρων από τη σημερινή μονή, σε θέση με εξαιρετική εποπτεία της γύρω περιοχής και θέα μέχρι τον Ακροκόρινθο. Από την παλαιά μονή σώζεται το καθολικό του 13ου αιώνα με όμορφες αλλά φθαρμένες τοιχογραφίες, και τα ημιερειπωμένα κτήρια των κελλιών. Στην επανάσταση του 1821 η μονή είχε σημαντική υλική και πνευματική προσφορά, υπήρξε καταφύγιο του άμαχου πληθυσμού της περιοχής, και τόπος προσευχής σπουδαίων οπλαρχηγών, όπως ο Κολοκοτρώνης και ο Νικηταράς. Το 1854 η μονή υπέστη σοβαρές ζημιές από σεισμό, και το 1896 η αδελφότητα των μοναχών μεταφέρθηκε χαμηλότερα, στη νέα μονή, που είχε ιδρυθεί τον 16ο αιώνα και μέχρι τότε ήταν μετόχι της παλαιάς. Τότε μεταφέρθηκαν στη σημερινή τους θέση το τέμπλο του πρώτου ναού και η εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας. Το 1949 η μονή ανακαινίσθηκε και μετατράπηκε σε γυναικεία.

Το καθολικό είναι σταυροειδής ναός με τρούλο που στηρίζεται σε δύο κίονες και χρονολογείται στο 1896, καθώς τότε ανακαινίσθηκε, με τη μεταφορά της μονής. Στο εσωτερικό του σώζεται το περίτεχνο παλαιό ξυλόγλυπτο τέμπλο του 17ου αιώνα, που είναι διακοσμημένο με παραστάσεις από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, καθώς και η εικόνα της Θεοτόκου Φανερωμένης, που θεωρείται έργο του ευαγγελιστή Λουκά. Η μονή διαθέτει κειμήλια και άγια λείψανα, ανάμεσα στα οποία είναι και η κάρα του αγίου Σοφρωνίου, πατριάρχη Ιεροσολύμων. Έξω από τη μονή υπάρχει μικρός ναός της Αγίας Μαρίνας, που χρονολογείται στον 16ο αιώνα και έχει αγιογραφηθεί από τον σπουδαίο ζωγράφο της εποχής, Δημήτριο Κακκαβά.



Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου
Σοφικό Κορινθίας


Σταυροειδής, εγγεγραμμένος, δικιόνιος ναός. Ο νάρθηκας είναι μεταγενέστερος. Η αψίδα του ιερού είναι ημικυκλική εσωτερικά και τρίπλευρη εξωτερικά. Οι τοιχογραφίες (16ου-17ου αι.) είναι αλλού μαυρισμένες και αλλού οξειδωμένες. Χρήζουν συντήρησης. Είναι καλής τέχνης κατά τα Αγιορείτικα πρότυπα. Οι τοιχογραφίες του νάρθηκα είναι καλύτερης τέχνης από αυτές του κυρίως ναού. Επιγραφές στο ξύλινο τέμπλο και σε μαρμάρινη πλάκα εντοιχισμένη στην αριστερή παραστάδα της πύλης του περιβόλου. Η σημερινή κατάσταση του ναού είναι ικανοποιητική.



Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου
Αλκυονίδες νήσοι

Ανατολικά του Κορινθιακού Κόλπου, τρία μίλια από την παραλία Στραβά, βρίσκονται τέσσερα ακατοίκητα νησιά που υπάγονται στο Δήμο Λουτρακίου-Περαχώρας-Αγίων Θεοδώρων.
Πρόκειται για τις Αρχαίες Ολμιές, το σύμπλεγμα τεσσάρων μικρών νησιών, μεταξύ του Ακρωτηρίου Ηραίου και της Στερεάς, που είναι γνωστά ως Αλκυονίδες Νήσοι ή Καλά Νησιά. Το μεγαλύτερο νησί, εννιακόσια περίπου στρέμματα, ονομάστηκε Ζωοδόχος Πηγή από την ομώνυμη εκκλησία και Ιερά Μονή που, από τα βάθη των αιώνων, ευρίσκοντο εκεί, το δεύτερο Δασκαλειό, το τρίτο Γλαρονήσι και το τέταρτο Πρασονήσι.
Σήμερα στο κέντρο του όλου μοναστηριακού χώρου παραμένει με την ίδια την ψυχή του ο Ιερός Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου-Ζωοδόχου Πηγής.
Ο Ναός είναι σταυροειδής με τρούλλο. Έχει σχήμα ορθογώνιο και διαρείται σε νάρθηκα, κύριο ναό και ιερό. έχει ξύλινη οροφή και είναι κεραμοσκέπαστος.






Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου
Στείρι Σοφικού Κορινθίας

Στη διασταύρωση του δρόμου της Επιδαύρου που οδηγεί στο Σοφικό βρίσκεται η ιστορική Μονή της Κοιμήσεως Θεοτόκου, η οποία χτίστηκε τον 12ο αιώνα στη θέση και με τα υλικά ενός μεγάλου αρχαιοελληνικού ναού της Αφροδίτης, τα οποία είναι διάσπαρτα στον περίβολο του μοναστηριού.
Από τον 11ο έως τον 13ο αιώνα κυριαρχεί στην αρχιτεκτονική των ναών ο τύπος του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με οκταγωνικό τρούλο. Έτσι, στη θέση παλαιοχριστιανικού ναού στο ακρωτήριο Στείρι χτίζεται ο ναός αφιερωμένος στην Παναγία, τυπικό δείγμα του αρχιτεκτονικού τύπου της εποχής. Ο οκταγωνικός τρούλος φέρει στις ακμές του μαρμάρινους κίονες και έχει οκτώ μαρμάρινα τοξωτά γείσα.


Οι τοίχοι του ναού, που διατηρείται ικανοποιητικά, καλύπτονται από τοιχογραφίες μέτριας τέχνης του 1668, έργο του ιερομόναχου Θεοδούλου Κακαβά.
Υπάρχουν ακόμα εκεί, τα ερείπια των κελιών του μοναστηριού, όπου ασκήτευσε για ένα διάστημα και ο όσιος Λουκάς ο Στειριώτης.
Ο ναός εντάχθηκε σε πρόγραμμα στήριξης και αποκατάστασης με απόφαση της Περιφέρειας Πελοποννήσου και της Εφορίας Διαχείρησής της για την προγραμματική περίοδο 2007-2013.


ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 


Ναός Κοίμησης της Θεοτόκου Νουμπενίτσας
Κοινότητα Τρικοκκίας Γρεβενά

Ο ναός της Κοίμησης Θεοτόκου βρίσκεται στα νότια του εγκαταλειμμένου οικισμού της Νουμπενίτσας ή Λουμπενίτσας, στο χωριό Τριφύλλι.  Είναι μονόχωρος μεταβυζαντινός κοιμητηριακός ναός από αργολιθοδομή και ξύλινη στέγη. Κοσμείται με τοιχογραφίες του 1790. Φέρει και τέμπλο με ξυλόγλυπτο γραπτό διάκοσμο.Το μνημείο υπέστη σοβαρές φθορές από το σεισμό που έπληξε το 1995 την περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας.




Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Σπηλαίου Γρεβενών


 Το ιστορικό μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου βρίσκεται στη βορειοανατολική είσοδο του χωριού. Το καθολικό και τμήμα του ισογείου της βόρειας πτέρυγας, ανακατασκευασμένο, είναι τα μόνα που έχουν απομείνει από την άλλοτε ανθούσα μονή. Σύμφωνα με τη λιθανάγλυφη κτητορική επιγραφή, η οποία αναφέρει το σταυροπηγιακό χαρακτήρα της μονής, το καθολικό, αφιερωμένο στην Παναγία, ιδρύθηκε στα 1633, επί αρχιεπισκόπου Γαβριήλ από τη Μηλιά Μετσόβου. Κτίτορες ήταν μεταξύ άλλων, τα ονόματα των οποίων δεν έχουν διασωθεί, δυο ιερείς με το όνομα Δημήτριος, οι ιερομόναχοι Παχώμιος, Σάββας και Γαλάκτιος και ο μοναχός Παρθένιος.

Το καθολικό ανήκει στον αγιορείτικο τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο και πλευρικούς χορούς. Εδώ απαντά ο στενός πρόναος με την τριπλή διαίρεση, αντί της ευρύχωρης λιτής, όπως συμβαίνει συνήθως σε όλα τα παραδείγματα έξω από τον Άθωνα. Στην περίπτωσή μας ο τύπος παραλλάσσει ως προς τη διαμόρφωση του κεντρικού χώρου του κυρίως ναού με την προσθήκη ενός ακόμη ζεύγους πεσσών στα δυτικά, όπου δημιουργείται ένα είδος νάρθηκα.
Στην τοιχοδομία του καθολικού συνδυάζεται αρμονικά η βυζαντινή οικοδομική παράδοση με την αντίστοιχη τοπική της Ηπείρου και της Πίνδου. Επιμελέστερη στα κύρια σημεία του ναού (αψίδες ιερού, χοροί, τύμπανα τρούλων) αποτελείται από ορθογωνισμένους πωρόλιθους που εναλάσσονται με ζώνες οπτόπλινθων σχηματίζοντας τυφλά αψιδώματα.
Στα δυτικά, το καθολικό φέρει μεταγενέστερο εξωνάρθηκα του 1910. Στη βορειοδυτική γωνία του νάρθηκα εφάπτεται νεότερο, σύγχρονο του εξωνάρθηκα, τριώροφο κωδωνοστάσιο.
Στο εσωτερικό του, ο ναός είναι κατάγραφος με εξαιρετικής τέχνης αγιογραφίες. Το κεντρικό τμήμα του κυρίως ναού με τον τρούλο και τους δύο χορούς αγιογραφήθηκε το 1650 από τους ζωγράφους Νικόλαο και Ιωάννη, ενώ ο υπόλοιπος ναός και ο νάρθηκας ιστορήθηκαν το 1658 από τους ζωγράφους Μιχάλη και Ηλία που κατάγονταν από τα χωριά Ζέρμα Ηπείρου και Επταχώρι Καστοριάς αντίστοιχα, σύμφωνα με τις αντίστοιχες κτητορικές επιγραφές. Ο μεταγενέστερος εξωνάρθηκας αγιογραφήθηκε το 1911 από το Σαμαριναίο αγιογράφο Γεώργιο Δ. Πιτένη.
Στο εσωτερικό διασώζει ξυλόγλυπτο, επιπεδόγλυφο, επιχρυσωμένο τέμπλο του 17ου αι., εξαιρετικής τέχνης με γραπτές διακοσμήσεις στα θωράκια.






Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Τορνικίου
Γρεβενά

Η μονή ήταν* κτισμένη σε μικρό ανάχωμα της όχθης του Αλιάκμονα*  σε απόσταση περίπου 150 μ. από το δρόμο που οδηγεί από το χωριό Παναγία προς τη μονή της Ζάβορδας. Τορνίκι είναι το παλαιό όνομα του σημερινού χωριού Παναγιά. Το όνομα οφείλεται στη γνωστή οικογένεια των Τορνικίων, η οποία κατά τη βυζαντινή εποχή κατείχε τις γαίες της περιοχής, όπου ανεγέρθηκε και η ομώνυμη μονή.Η ΙΜ Κοίμησης Θεοτόκου Τορνικίου πήρε το όνομά της από την οικογένεια των Τορνικίων. Βέβαια, δεν υπάρχει επιγραφική μαρτυρία ή αναθηματική παράσταση που να δηλώνει ότι οι Τορνίκιοι ήταν κτίτορες της μονής.
 Η ίδρυσή της είναι δύσκολο να προσδιοριστεί, αλλά αναφέρεται ως ένα από τα τρία μοναστήρια που ανήκουν στην επισκοπή Μολισκού. Ορισμένοι μελετητές ανάγουν την ίδρυση της μονής στο δ ́ τέταρτο του 15ου αιώνα , συμπέρασμα που προκύπτει από τη χρονολόγηση των τοιχογραφιών του ναού του ορόφου, ωστόσο είναι σίγουρα παλαιότερο .
 Το μοναστηριακό συγκρότημα έχει ορθογωνική κάτοψη και ακολουθεί τη γνωστή διάταξη των μοναστηριών με την τοποθέτηση των κτιρίων στην περίμετρο του συγκροτήματος και τη διαμόρφωση εσωτερικής αυλής. Από το σύνολο σώζονται σήμερα μόνον η νότια πτέρυγα, ένα τμήμα της δυτικής και λιγοστά λείψανα των υπολοίπων.
Σώζονται επίσης, τα κελιά κατά μήκος της νότιας πλευράς. Είναι λιθόκτιστα, ξυλόστεγα, με κεραμοσκεπή και τοποθετούνται στη εποχή της Τουρκοκρατίας. Ερείπια από κτίσματα διακρίνονται κατά μήκος της βόρειας πλευράς, που δεν έχουν διερευνηθεί αρχαιολογικά, ενώ στο κέντρο σχηματίζεται μια μικρή αυλή. Παρ’ όλα τα σωστικά μέτρα από τη δεκαετία του 1980, ο σεισμός του Μαΐου 1995 δημιούργησε μεγάλες ζημιές κυρίως στο Ιερό του ορόφου.

Η πρώτη αναφορά του μοναστηριού ως Μονή Τορνίκης Γρεβενών συναντάται σ΄ ένα κηρόβουλο του 1607 γραμμένο στα σλαβικά από τον Ιωάννη Ραδούλ, βοεβόδα της Ουγγροβλαχίας. Έτσι, συμπεραίνουμε ότι η κατοίκησή της συνεχίζεται τον 17ο αιώνα. Το συμπέρασμα ενισχύεται και από τα ευρήματα της ανασκαφής, όπως πήλινες πίπες του τέλους του 17ου αιώνα. Τον 18ο αιώνα εξακολουθεί να ακμάζει, αφού τοιχογραφήθηκε το ισόγειο του καθολικού στα 1728-1830, σύμφωνα με την κτιτορική επιγραφή. Δεν είναι γνωστό πότε εγκαταλείφθηκε η μονή.

Το καθολικό

Το καθολικό της μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Τορνίκι Γρεβενών αποτελεί ένα σημαντικό στο είδος του μνημείο για την ιστορία της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής.
Μονόχωρος καμαροσκέπαστος ναός ασφαλώς χρονολογημένος, ευρισκόμενος στο μεταίχμιο του 14ου και του 15ου αιώνα και σε εποχή ραγδαίων ανακατατάξεων, που στην περιοχή αυτή, νωρίτερα από τη Νότια Ελλάδα, είχαν γίνει ιδιαίτερα αισθητές, παρουσιάζει όλα εκείνα τα τυπολογικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά που σε λίγο θα εμφανιστούν σε όλο τον ελλαδικό χώρο και θα ορίσουν την αρχιτεκτονική της εποχής της Τουρκοκρατίας. Τοπικές λύσεις, κατασκευή με ευτελή υλικά, ατελής τοιχοποία από αργούς λίθους με άφθονο κονίαμα, εσωστρέφεια των χώρων, αλλά και μικρά παράθυρα, μείωση του φωτισμού και περιορισμός των αρχιτεκτονικών στοιχείων, είναι λίγα από τα χαρακτηριστικά αυτά που παρατηρούνται ήδη από το 1400 στο Τορνίκι αλλά και σε αντίστοιχους ναούς της περιόδου αυτής σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Το καθολικό της μονής  είναι συνδεδεμένο λειτουργικά αλλά όχι δομικά με τα υπόλοιπα κτίρια της μονής και αποτελεί το μοναδικό διώροφο καθολικό στη Δυτική Μακεδονία. Αποτελείται από δύο επάλληλους μονόχωρους, δρομικούς ναούς μικρών διαστάσεων με ανεξάρτητη πρόσβαση από τα δυτικά. Η κατασκευή εκ πρώτης όψεως φαίνεται ενιαία. Ύστερα όμως από προσεκτικές παρατηρήσεις στις λιθοδομές διαπιστώθηκε ότι στη βάση του διώροφου κτίσματος υπάρχουν διαφοροποιήσεις στη δομή των λιθοδομών όπως μικρότεροι λίθοι, διαφορετικού σχήματος και δομημένοι με μεγαλύτερους αρμούς. Τούτο σημαίνει ότι λείψανα προϋπάρχοντος κτίσματος ενσωματώθηκαν στην κατασκευή. Στο ερώτημα, εάν κτίστηκαν οι δύο όροφοι εξαρχής προοριζόμενοι για δύο επάλληλους ναούς, υπάρχουν βάσιμα στοιχεία ότι αρχικά κατασκευάστηκε ο ναός του ορόφου και ο ισόγειος χώρος είχε το ίδιο περίγραμμα για στατικούς λόγους χωρίς, όμως, να έχει χρή ση ναού. Το σημαντικότερο στοιχείο είναι η μεταγενέστερη προσθήκη κόγχης στον ισόγειο χώρο, που γίνεται φανερή από την ύπαρξη αρμού στα σημεία επαφής με την ανατολική τοιχοποιΐα. Επιπλέον απλή παρατήρηση της ανατολικής τοιχοποιίας στο εσωτερικό του ισογείου οδηγεί στη διαπίστωση ότι η αψίδα του ιερού και η κόγχη της πρόθεσης δεν ήταν κατασκευασμένες από την αρχή, αλλά διανοίχθηκαν στην ήδη υπάρχουσα λιθοδομή. Επίσης, εάν είχαν κατασκευαστεί από την αρχή και οι δύο χώροι ως ναοί, οι αψ ίδες του ιερού θα ήταν επάλληλες. Τέλος η ανατολική τοιχοποιία του ορόφου υποχώρησε σε σχέση με την ανατολική τοιχοποιία του ισογείου, ώστε να κατασκευαστεί η αψίδα εδραζόμενη πάνω στην τοιχοποιία. Όλα αυτά τα στοιχεία οδηγούν με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι αρχικά κατασκευάστηκε ο ναός του ορόφου και σε δεύτερη φάση ο ισόγειος χώρος μετατράπηκε σε ναό.


Οι δύο ναοί δεν επικοινωνούν μεταξύ τους αλλά χωρίζονται από ενιαίο οριζόντιο ξύλινο δάπεδο και διατηρούν ανεξάρτητη προσπέλαση από τα δυτικά.
Ο διώροφος αυτός χώρος, που παρεμβάλλεται ως εξωνάρθηκας μεταξύ του καθολικού και των κελιών και διευκολύνει την πρόσβαση στους δύο ναούς, είναι μεταγενέστερος , πιθανόν των μέσων του 18ου αιώνα, μετά την μετατροπή του ισογείου χώρου σε ναό, ενώ παραμένει άγνωστο πως γινόταν η πρόσβαση στον όροφο πριν από την προσθήκη αυτής της κατασκευής.
 Ο ναός του ορόφου  έχει εσωτερικές διαστάσεις 4,50 X 3,10 μ. Η αψίδα του ιερού είναι ημικυκλική, εξέχει της ανατολικής τοιχοποιΐας, είναι στεγασμένη με κεραμοσκεπή στέγη σε χαμηλότερη στάθμη από τη στέγη του ναού και εδράζεται σε μικρή διαπλάτυνση του ανατολικού τοίχου του ισογείου, περίπου στο ύψος του δαπέδου του ορόφου.
Η διαπλάτυνση στεγάζεται επίσης με μικρή επικλινή στέγη από κεραμίδια. Στο εσωτερικό της αψίδας έχει ενσωματωθεί σε μεταγενέστερη φάση η Αγία Τράπεζα. Αριστερά της αψίδας είναι διανοιγμένη στο πάχος της τοιχοποιΐας η κόγχη της πρόθεσης.Εσωτερικά ο ναός καλύπτεται με ημικυλινδρική καμάρα και εξωτερικά με δίριχτη στέγη. Η καμάρα, πιθανότατα, διαμορφώθηκε κατά τη φάση ανακαίνισης του ναού, που μνημονεύεται στην κτητορική επιγραφή. Ποιοί ήταν οι λόγοι κατασκευής της καμάρας δεν γνωρίζουμε, ωστόσο είναι σαφές ότι αναδεικνύει τον εσωτερικό χώρο σε αντίθεση με την προϋπάρχουσα πιθανή ξυλόστεγη κάλυψη και αυξάνει το διαθέσιμο χώ ρο για την ανάπτυξη του εικονογραφικού προγράμματος.
Ο ναός φωτίζεται από ένα ορθογώνιο παράθυρο, διαστάσεων, διανοιγμένο στη νότια πλευρά ενώ ο χώρος του ιερού από μικρό δίλοβο παράθυρο στην αψίδα. Γενικά ο φωτισμός είναι λιγοστός και το εσωτερικό του ναού παραμένει σκοτεινό.

Η είσοδος, στον άξονα της δυτικής πλευράς, είναι χαμηλή, με ύψος μόλις 1,50 μ. Πάνω από το οριζόντιο ξύλινο υπέρθυρο υπάρχει αβαθές αψίδωμα με την παράσταση της Παναγίας, στην οποία είναι αφιερωμένος ο ναός .
Πάνω στο ξύλινο δάπεδο, που διαχωρίζει τον όροφο από το ισόγειο, έχουν διαστρωθεί τετράγωνα κεραμικά πλακίδια με φαρδείς αρμούς, πληρούμενους με μικρά βότσαλα από τις όχθες του Αλιάκμονα.
 Το ιερό βήμα χωρίζεται από τον υπόλοιπο ναό με απλό ξύλινο τέμπλο με ζωγραφική διακόσμηση, μεταγενέστερο της κατασκευής του ναού και της ιστόρησης των τοιχογραφιών.
Σε στάθμη λίγο χαμηλότερα από το κλειδί της καμάρας εξέχει της κατασκευής ξύλινος ελκυστήρας, που ανήκει σε προγενέστερη φάση. Η υπόθεση ότι πρόκειται για δοκό της στέγης του αρχικού ξυλόστεγου κτιρίου (πριν την κατασκευή του ναού του ορόφου) δεν είναι αβάσιμη, διότι στη συγκεκριμένη θέση δεν παίζει κανένα ρόλο στην υπάρχουσα κατασκευή.
Η διαμόρφωση του ισόγειου χώρου σε ναό, έγινε πιθανότα τα στο α ́ μισό του 18ου αιώνα όταν ξεκίνησε και η τοιχογράφησή του (1728 – 1730), και συνδέεται είτε με τις λειτουργικές ανάγκες της μονής, λόγω αύξησης των μοναχών, είτε με κάποια χορηγία, όπως δηλώνεται και στην κτητορική επιγραφή του ναού. Στον ανατολικό τοίχο του ιερού διανοίγεται η μικρή ημικυκλική κόγχη της πρόθεσης ενώ στο βόρειο τοίχο μία άλλη κόγχη, ορθογωνική, που έχει θέση ερμαρίου.
Τέμπλο δεν υπάρχει και ούτε διακρίνονται ίχνη του. Επίσης δεν υπάρχει δάπεδο, μόνο φυσικό έδαφος. Ένα παράθυρο με καμπύλο ανώφλι στην αψίδα του ιερού και δύο ορθογώνια ανοίγματα στη νότια πλευρά, εκ των οποίων το ένα είναι πολύ μικρό φωτίζουν ελάχιστα τον εσωτερικό χώρο.
Στον άξονα της δυτικής πλευράς βρίσκεται το χαμηλό άνοιγμα της εισόδου με καμπύλο υπέρθυρο. Πάνω από την είσοδο διαμορφώνεται στην όψη αβαθές αψίδωμα με την παράσταση της Παναγίας. Η θύρα είναι δίφυλλη με μονόξυλα φύλλα.
Οι τοιχοποιΐες του διώροφου κτίσματος αποτελούνται από αργολιθοδομή πάχους 0,60 μ., αμελώς κατασκευασμένη, με χοντρολαξευμένους λίθους της περιοχής και αρμούς με παχύ κονίαμα, χωρίς κάποια διακοσμητική διάθεση. Στις γωνίες γίνεται χρήση ημιλαξευμένων λίθων. Πωρόλιθος χρησιμοποιήθηκε μόνο στο μονόλοβο παράθυρο της αψίδας του ορόφου ε νώ στην υπερύψωση των πλαγίων τοίχων λόγω της κατασκευής καμάρας στον όροφο, χρησιμοποιήθηκαν κεραμίδια της παλιάς στέγης και λίθοι σε δεύτερη χρήση, με αποτέλεσμα την προχειρότητα της κατασκευής, γεγονός που υποδηλώνει την ένδεια της μονής.
Οι τοίχοι φέρουν ως ενίσχυση οριζόντιες εμφανείς στις όψεις ξυλοδεσιές 111 . Επίσης δύο ξύλινοι ελκυστήρες δένουν την κατασκευή παραλαμβάνοντας τις εφελκυστικές τάσεις. Η καμάρα είναι κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου με χονδροπελεκημένους λίθους. Πλίνθοι δεν έχουν χρησιμοποιηθεί σε κανένα σημείο της κατασκευής.

Διακόσμηση

Και οι δύο ναοί είναι στο εσωτερικό τους κατάγραφοι. Οι τοιχογραφίες του ναού στον όροφο,  με τη σωστή ανάγνωση της χρονολογίας  της κτιτορικής επιγραφής από το Σ. Κίσσα, αποδόθηκαν στο λεγόμενο καστοριανό εργαστήριο και ακριβώς χρονολογήθηκαν στα 1481 με 1482, αποτελώντας το παλαιότερο μέχρι σήμερα γνωστό σύνολο του εργαστηρίου της Καστοριάς.
Η κτιτορική επιγραφή στο ναό του ορόφου βρίσκεται ακριβώς πάνω από το παράθυρο στη νότια πλευρά, ενώ η ποδιά του ανοίγματος κοσμείται με ανθικό μοτίβο. Το κείμενο της επιγραφής έχει ως εξής 116 :

ΑΝΗΓΕΡΘΙ Κ(ΑΙ) ΑΝΕΚΕΝΗΣΘΟΙ Ω ΘΙ/ΟΣ Κ(ΑΙ) Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ / [Ε]ΝΔΟΞΟΥ ΗΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗς Δ[ΕΣ]/ΠΟΙΝΗς ΟΙΜ(ΩΝ) ΘΕ(ΟΤΟΚ)ΟΥ Κ(ΑΙ) ΑΗΠαΡΘΕΝΟΥ ΜαΡ[Ιας] / ΔΙ[Α] ΣΙΝΔΡΟΜΗς ΚΟΠΟΥ Κ(ΑΙ) ΚΕΡΓΟΥ ΕΞΟΔΟΥ [ΔΕΗ]/ΣΙΣ ΑΝΤΤΟΝΗΟΥ ΗΕΡΟΜΟΝαΧ[ΟΥ] (ΚΑΙ ΝΙΚ 117 [...]) / ΙΕΡΟΜΟΝα[ΧΟΥ] (ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΤ Ϡ Ϟ) (= 6 990 = 1481/82)
 Από την επιγραφή προκύπτει ότι ο ναός του ορόφου κτίστηκε και ανακαινίστηκε στο τελευταίο τέταρτο του 15ου αιώνα. Κτήτορες υπήρξαν οι ιερομόναχοι Αντώνιος και, πιθανόν, Νικόλαος.



Οι τοιχογραφίες είναι καλής ποιότητας και προσδίδουν μεγαλοπρέπεια στο εσωτερικό παρά το μικρό μέγεθος του κτίσματος. Στο μέσον της καμάρας εικονίζεται ο Χριστός ως Παντοκράτορας σε κυκλική δόξα, ενώ η υπόλοιπη επιφάνειά της καλύπτεται με παραστάσεις προφητών. Στους τοίχους οι παραστάσεις οργανώνονται σε τρεις ζώνες. Στην ανώτερη ζώνη απεικονίζονται σκηνές από τη ζωή του Χριστού, στη μεσαία μικρού ύψους ζώνη σε τοξωτή κιονοστοιχία απεικονίζονται άγιοι στο νότιο τοίχο και αγίες στο βόρειο ενώ στην κάτω ζώνη υπάρχουν ολόσωμοι άγιοι. Χαρακτηριστικές είναι στο νότιο τοίχο οι παραστάσεις των αγίων Γεωργίου και Δημητρίου με τους «μηνοειδείς πίλους» των βυζαντινών αξιωματούχων και η παράσταση της Δέησης στο βόρειο τοίχο. Μέρος της παράστασης της Πλατυτέρας στην κόγχη του ιερού δεν σώζεται, διότι το κεντρικό τμήμα της κόγχης είχε κατ αρρεύσει και ανακατασκευάστηκε στο πλαίσιο των πρόσφατων αναστηλωτικών εργασιών.
Η εξωτερική όψη του δυτικού τοίχου του ναού κοσμείται με τοιχογραφίες που χρονολογικά ανήκουν σε μεταγενέστερη φάση από τις εσωτερικές, πιθανόν στον 18 ο αιώνα
Στον ισόγειο ναό, η ζωγραφική εκτελέστηκε στα 1728 – 1730 από τον Πάνο, υιό του ιερέα Δημητρίου από τα Ιωάννινα , με έντονη γραμμική τεχνική, εκφραστικά πρόσωπα, γέμισμα του διαθέσιμου χώρου στις σκηνές του Δωδεκαόρτου, διακοσμητική διάθεση.

Επιγραφή στο δυτικό τοίχο του ναού πάνω από την είσοδο

 Οι επιγραφές μας δίνουν την πληροφορία ότι ο ναός ιστορήθηκε στο διάστημα από τις 15 Απριλίου έως τις 30 Ιουνίου 1730. Επειδή το χρονικό αυτό διάστημα είναι μικρό, ενδέχεται η διαφορά που υπ άρχει στο έτος από κτίσεως κόσμου (1728) και από τη γέννηση του Χριστού (1730) να ερμηνεύεται ως αναφορά του έτους έναρξης και αποπεράτωσης των εργασιών ιστόρησης.
Στην επιγραφή αναφέρονται ακόμη το όνομα του επισκόπου Παρθενίου (1730 -1743) 122 και δύο ιερομονάχων, του Θεοφάνη από την Ελασσόνα και του Παγούνου από την Καισάρεια με έξοδα των οποίων έγινε η τοιχογράφηση. Ο ζωγράφος Πάνος από τα Ιωάννινα ενώ στην κτητορική επιγραφή ονομάζει τον εαυτό του ταπεινό και αχρείο, στη δεύτερη επιγραφή, που δίνει περισσό τερες πληροφορίες, αναφέρεται με έπαρση γράφοντας λίαν ηπάρχο την κλίσιν. Από την τρίτη επιγραφή στην οποία ζητά άφεση των αμαρτιών του γίνεται φανερό ότι οι χαρακτηρισμοί της πρώτης επιγραφής αναφέρονται στον άνθρωπο –ζωγράφο ενώ της δεύτερης στην τέχνη του, για την οποία είναι περήφανος.






*Μεταφορά

Οι εργασίες αποκατάστασης ολοκληρώθηκαν το 2001 και το 2011,αυτό το μνημείο Μεταβυζαντινής Περιόδου χρειάστηκε να μεταφερθεί  ψηλοτερα στην πλαγιά. Η μεταφορά της μονής κρίθηκε απαραίτητη καθώς στο σημείο όπου βρισκόταν, θα δημιουργείτο τεχνητή λίμνη.
Υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα – μηχανικού Δημήτρη Κορρέ και αφού έγιναν οι απαραίτητες δοκιμές, τον Αύγουστο του 2011, το ιστορικό μοναστήρι μετακόμισε πάνω στις ράγιες  κατά 140 μέτρα σε μια πλαγιά με κλίση 25%, προκειμένου να διασωθεί από τον κατακλυσμό των νερών της τρίτης τεχνητής λίμνης του Αλιάκμονα. Το μέρος όπου βρισκόταν η Μονή  θα γινόταν το βαθύτερο σημείο του πυθμένα της τεχνητής λίμνης, που θα δημιουργείτο μετά από παρεμβάσεις στο φράγμα του Ιλαρίωνα και η Μονή θα βυθιζόταν.Η διάσωση της Μονής Τορνικίου, μαζί με την προστασία και ανάδειξη της σκήτης του Οσίου Νικάνορος στο παρακείμενο μοναστήρι της Ζάβορδας στα Γρεβενά, είναι δύο πολύ σημαντικά έργα που ανέλαβε η ΔΕΗ στο φράγμα του Ιλαρίωνα.
Η Μονή Τορνικίου ανακαινισμένη στη νέα της θέση

''Το μνημείο είναι στον αέρα και ολοκληρώνονται οι δοκιμές για να γίνουν διορθώσεις στο σύστημα μεταφοράς. Πιστεύω ότι σε μια-δυο μέρες θα αρχίσει η ανάβαση του διώροφου καθολικού της μονής, ενώ στη συνέχεια θα γίνει η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου. Αυτό καθαυτό το μνημείο είναι ελαφρύ, ζυγίζει περίπου 260 τόνους, ωστόσο έχει ένα εξαιρετικά μεγάλο ιστορικό και καλλιτεχνικό βάρος, με τις μοναδικές αγιογραφίες που φέρει στο εσωτερικό του'', δήλωνε ο Δημήτρης Κορρές.
Στη μονή τοποθετήθηκαν ειδικά υδραυλικά έμβολα, τα οποία την κινούσαν πάνω στις ράγες, αργά και σταθερά. Κάθε έξι μέτρα το βαγόνι σταματούσε, οι ράγες που έμεναν πίσω ξηλόνονταν και  μεταφέρονταν μπροστά για να συνεχίζεται η μετακίνηση του μνημείου. Η κλίση του εδάφους είναι μεγάλη και καθιστούσε δύσκολη τη μετακίνηση, καθώς η παραμικρή καθίζηση θα μπορούσε να προξενήσει ζημιές.Αρχικά τοποθετήθηκε στη νέα του θέση το καθολικό της μονής, ενώ οι υπόλοιπες κτιριακές υποδομές αποσυναρμολογήθηκανν, ώστε να μεταφερθούν και να μονταριστούν επι τόπου στην κορυφή του λόφου.



Ναός Κοίμησης Θεοτόκου Αιανής
Κοζάνη

 Ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Αιανή οικοδομήθηκε στη βυζαντινή εποχή, αλλά δέχθηκε διαδοχικές επεμβάσεις και μετασκευές στο πέρασμα των αιώνων. Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή, τουλάχιστον κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο, από το 16ο αιώνα και εξής, αποτελούσε καθολικό μονής. Μέχρι τη δεκαετία του 1950, από τη μονή αυτή διατηρούνταν ακόμη σε ερειπιώδη μορφή ο περίβολος, η κινστέρνα, τα κελλιά και το κωδωνοστάσιο. Κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο έως και το 18ο αιώνα, τόσο ο εξωτερικός χώρος του ναού, όσο και ο εξωνάρθηκας χρησίμευσαν ως χώροι ταφής κληρικών και μοναχών, όπως δείχνουν οι ενεπίγραφοι σταυροί και όπως προκύπτει από τις ανασκαφικές έρευνες.

Ο ναός είναι μονόχωρος με νάρθηκα και εξωνάρθηκα. Η αρχική φάση του τοποθετείται από τον πρώτο μελετητή, Στ. Πελεκανίδη, στην εποχή των Κομνηνών, δηλαδή στο τέλος του 11ου με αρχή του 12ου αιώνα, λόγω της τοιχοποιίας του, της διαμόρφωσης των όψεών του με τα τρίλοβα ανοίγματα, που ανάγεται σε κωνσταντινοπολίτικα πρότυπα, και του γλυπτού διακόσμου του. Σύμφωνα με τον ίδιο μελετητή, ο ναός αρχικά στεγαζόταν με δικλινή στέγη, όπως και σήμερα. Νεότερες έρευνες, ωστόσο, και προσεκτικότερη μελέτη των αρχιτεκτονικών δεδομένων μετά τις ανασκαφικές τομές και τις τελευταίες εργασίες στερέωσης και προληπτικής συντήρησης που έγιναν στο μνημείο, συνηγορούν προς την κατεύθυνση της στέγασης με τρούλλο, άποψη που διατύπωσε για πρώτη φορά ο αρχιτέκτονας Κ. Οικονόμου. Ο κυρίως ναός επικοινωνεί με το νάρθηκα μέσω τριβήλου ανοίγματος, στοιχείο παλαιοχριστιανικό, που επιβιώνει σε αρκετούς μεταβυζαντινούς ναούς, όπως στο καθολικό της Μονής του Αγίου Στεφάνου στα Μετέωρα. Η σημερινή μορφή του ναού είναι αποτέλεσμα των μετασκευών που υπέστη στα τέλη του 16ου και στο 19ο αιώνα. Το 16ο αιώνα ο τρούλλος κατέπεσε και η ανωδομή διαμορφώθηκε με τα κρεμάμενα τόξα των δύο πλάγιων πλευρών, ενώ το κατώτερο τρίλοβο άνοιγμα της νότιας όψης επικοινωνούσε με μικρό ορθογώνιο χώρο, που αποκαλύφθηκε μετά από ανασκαφική έρευνα και αποτελούσε πιθανότατα παρεκκλήσι.


Λεπτομέρεια από την παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας στον εξωνάρθηκα (18ος αι.)

Το 19ο αιώνα τα τρίλοβα ανοίγματα των όψεων φράχθηκαν. Από τον αρχικό βυζαντινό ναό του 11ου-12ου αιώνα διασώζονται τοιχογραφίες στα εσωρράχια των παραθύρων των πλάγιων πλευρών και του κατώτερου τριλόβου της νότιας πλευράς. Στην επόμενη φάση, γύρω στο 1596 και, πάντως, πριν από το 1610, αγιογραφήθηκε όλος ο ναός, ο νάρθηκας και ο εξωνάρθηκας. Το 18ο αιώνα αγιογραφήθηκε εκ νέου ο εξωνάρθηκας από το ζωγράφο Πάνο εξ Ιωαννίνων, όπως προκύπτει από συγκριτική μελέτη ενυπόγραφων έργων του. Το 1877 επιζωγραφίσθηκαν ή ζωγραφίσθηκαν εκ νέου τα κατεστραμμένα τμήματα του προγενέστερου διακόσμου στον κυρίως ναό και στο νάρθηκα, από το Σαμαριναίο αγιογράφο Δημήτριο Αδάμ Πιτένη, ενώ λίγο νωρίτερα ένας άλλος αγιογράφος είχε φιλοτεχνήσει μεμονωμένες μορφές στο δυτικό τοίχο του νάρθηκα και στην αντίστοιχη ανατολική όψη του ίδιου τοίχου στον εξωνάρθηκα (αρχάγγελος Μιχαήλ, άγιος Χαράλαμπος, Παναγία Βρεφοκρατούσα). Το σημερινό δάπεδο του κυρίως ναού, καθώς και οι ξύλινες γραπτές νταμπλαδωτές οροφές, που έφερε ο κυρίως ναός και ο νάρθηκας, αποτελούν προσθήκες και επισκευές του 19ου αιώνα. Στο σημερινό τέμπλο του ναού, του 19ου αιώνα, έχουν ενσωματωθεί τμήματα από το παλαιότερο τέμπλο του τέλους 16ου - αρχών 17ου αιώνα. Οι εικόνες του 16ου έως και 19ου αιώνα φυλάσσονται στη Συλλογή Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων της Αιανής.

Στο ναό πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες εργασίες υποστύλωσης κατά τα έτη 1995-2000, λόγω των φθορών που προκλήθηκαν από το σεισμό του 1995. Έγιναν, επίσης, στερεωτικές εργασίες και διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, ανασκαφική έρευνα, καθώς και εργασίες προληπτικής συντήρησης και αποτύπωσης των τοιχογραφιών του ναού, με σκοπό τη σύνταξη μελέτης για τη συστηματική συντήρησή τους.

ΗΠΕΙΡΟΣ



Ιερά Μονή Θεοτοκίου Άρτας

Η Ιερά Μονή Θεοτοκίου βρίσκεται στη θέση Ζερμή απέναντι απ' την πόλη, στους πρόποδες του λόφου του Πέτα και αριστερά του εθνικού δρόμου Άρτας-Τρικάλων. Κατά τον Σεραφείμ τον Βυζάντιο, ο ναός που είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ιδρύθηκε απ' τον αρματολό Κωσταντίνο Πουλή,  που ήταν διορισμένος από τον Αλή Πασά καπετάνιος των Τζουμέρκων, το 1793, πάνω στα θεμέλια παλιότερου ναού, πιθανότατα βυζαντινού. Επειδή απ' τις συχνές τουρκικές επιδρομές ο ναός κατάντησε ετοιμόρροπος, ανακατασκευάστηκε εκ θεμελίων το 1875, οπότε πήρε τη σημερινή του μορφή. Τα παλιά κελλιά πυρπολήθηκαν απ' τους Τούρκους δυο φορές,το 1821 και το 1854 τα δε υπάρχοντα κτίσματα είναι νεότερες κατασκευές. Σήμερα είναι ενεργό γυναικείο μοναστήρι.
Ο ναός είναι μονόκλιτη θολωτή βασιλική με τρούλλο και ενσωματωμένο κωδωνοστάσιο Στις μακρές πλευρές του φέρει ημικυκλικούς χορούς που φτάνουν ως τη στέγη, ανατολικά δε καταλήγει σε πεντάπλευρη κόγχη. Οι θόλοι της εγκάρσιας κεραίας του "σταυρού" εμφανίζονται εξωτερικά - όπως συνήθως- ως αετώματα, τα οποία σε συνδυασμό με τις παραδοσιακές πλάκες της στέγης προσφέρουν στο κτίσμα εξωτερική ποικιλομορφία και καλαισθησία. Η τοιχοποιία είναι απλή με μοναδική διακόσμηση μια οδοντωτή ταινία που περιτρέχει όλα τα γείσα της στέγης.

Εσωτερικά ο ναός χωρίζεται σε κυρίως ναό και νάρθηκα, των οποίων οι τοίχοι στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι καλυμμένοι με ελαιοχρωματισμένα αμμοκονιάματα. Τοιχογραφίες υπάρχουν μόνο στην κόγχη του ιερού και πριν λίγα χρόνια καλύφθηκαν οι μακρές πλευρές του κυρίως ναού με 2 σειρές μετωπικών Αγίων.

Απ' τα παλιά σωσμένα κειμήλια της μονής, ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει μικρός χρυσοκέντητος επιτάφιος εξαιρετικής τέχνης. Τον είχαν πάρει ως λάφυρο οι Τουρκαλβανοί μετά την αποτυχία της επανάστασης του 1770 στην Πελοπόννησο - κατά τα περίφημα Ορλωφικά- και επιστρέφοντας στην Αλβανία τον πούλησαν σε Αρτινούς χριστιανούς, όπως και τον εφάμιλλο επιτάφιο του Αγίου Γεωργίου του Πέτα. Από χρυσοκέντητη επιγραφή του ίδιου του επιταφίου μαθαίνουμε ότι είναι έργο του 1643, και αρπάχτηκε από τη μονή των Αιμυαλών, κοντά στη Δημητσάνα.
Από τα άλλα κειμήλια ξεχωρίζουν δύο επίχρυσες λειψανοθήκες και ένα πανόδετο Ευαγγέλιο - έκδοση Βενετίας του 1833 - με επίχρυση ανάγλυφη διακόσμηση.
Το μοναστήρι παλιά είχε πολλά μετόχια απ' τα οποία σήμερα έμειναν λίγα κτήματα και τέσσερες διαλυμένες μονές: της Αγίας Αικατερίνης στον Καταρράκτη, της Χρυσοσπηλιώτισσας στα Γουριανά, της Παναγίας στη Σκουληκαριά και της Κοίμησης της Θεοτόκου στις Σελλάδες.



Ιερά μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Σελλάδων

Μετόχι του Θεοτοκίου Άρτης, όπως της Αγίας Αικατερίνης στον Καταρράκτη, της Παναγίας Χρυσοσπηλιωτίσσης στα Γουριανά και της Παναγίας στη Σκουληκαριά.

Ένα ιστορικό μνημείο που διασώζει την ιστορία του μικρού αυτού χωριού. Βρίσκεται στην είσοδο του Δημοτικού Διαμερίσματος Σελλάδων. Αποτελούσε το Καθολικό της Μονής και καταστράφηκε ολοσχερώς το 1822, μετά τη Μάχη του Πέτα για να ανοικοδομηθεί από πιστούς της περιοχής το 1877.Σώζεται μόνο ο ναός. Είναι μεταβυζαντινή τρίκλιτη θολωτή βασιλική με τρούλλο. Κτίστηκε το 1816 στη θέση παλαιότερου ναού, και ανακατασκευάστηκε το 1872, επειδή όλα τα κτίσματα του μοναστηριού πυρπολήθηκαν το 1821.
Χτίστηκε το 17ο αιώνα με τη βοήθεια όλων των κατοίκων και του Μητροπολίτη της Άρτας, Σεραφείμ Ξενόπουλου, ο οποίος απάλλαξε με πολλούς κόπους ένα μέρος των κτισμάτων της μονής από τα κατακτητικά χέρια του Απτούλ εφέντη των Ιωαννίνων που κατείχε το χωριό.
Εσωτερικά ο ναός, εκτός από το ιερό, δεν έχει γραπτό διάκοσμο. Πρόσφατα κατασκευάστηκε περίτεχνο λιθόκτιστο κωδωνοστάσιο.
Στη μονή φυλάσσονται άγια λείψανα όπως η τίμια κάρα του Άγιου Ιωάννη του Ελεήμονος, πατριάρχη Αλεξάνδρειας του θαυματουργού. Στην ιερά μονή υπήρχαν κτισμένα κελιά που φιλοξενούσαν τους επισκέπτες καθώς και στάβλοι για τα ζώα. Πολλοί αγωνιστές του 1821, όπως ο Κατσαντώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Μπακόλας και ο Κουτελίδας και άλλοι επισκέπτονταν το μοναστήρι. Κάποιοι ερευνητές αναφέρουν ότι ο Σκουφάς έμαθε τα πρώτα του γράμματα στο κρυφό σχολειό της Παναγίας από τον Κωνσταντίνο Γεροστάθη, γεγονός που μαρτυρεί και την ύπαρξη του κρυφού σχολειού. Το κρυφό σχολειό υπήρχε σκαμμένο κάτω από το μοναστήρι και η είσοδος του ήταν από πηγάδι που βρίσκονταν στο κέντρο της αυλής.


Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου
Σκουληκαριά Άρτας


Πρόκειται για ερειπωμένο μοναστήρι του οποίου μόνο ο ναός σώζεται ακέραιος. Ο μητροπολίτης Σεραφείμ ο Βυζάντιος τοποθετεί την ίδρυσή της αρχικής μονής γύρω στο 13ο αιώνα. Επειδή στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η μονή χρησιμοποιήθηκε ως ορμητήριο αγωνιστών της λευτεριάς, καταστράφηκε ολοσχερώς το 1854, κατά την Επανάσταση των Ραδοβυζινών, απ' τους Τούρκους και οικοδομήθηκε ξανά το 1867, όπως μας πληροφορεί ενεπίγραφη πλάκα εντειχισμένη στο τρίλοβο υπέρθυρο της νότιας εισόδου του ναού. Το ερειπωμένο ηγουμενείο κτίστηκε το 1879.

Ο ναός είναι τρίκλιτη θολωτή βασιλική με μικρό τρούλλο, ανατολικά δε καταλήγει σε πεντάπλευρη αψίδα. Είναι πλακοσκέπαστος με απλή τοιχοποιία χωρίς διακόσμηση. Εξαίρεση αποτελούν, το τρίλοβο υπέρθυρο της νότιας εισόδου και κυρίως η αψίδα του ιερού, όπου υπάρχουν κάτω απ' το γείσο, γύρω - γύρω, εντειχισμένες λίθινες μετόπες με ανάγλυφες έξεργες παραστάσεις, άλλες απλά διακοσμητικές κι άλλες "αφηγηματικές", αφού παριστάνουν σκηνές απ' τη ζωή και την ιστορία των ανθρώπων της περιοχής.
Εκείνο που έκανε ξακουστό αυτό το μοναστήρι  είναι η ιστορία του: Σ' αυτό έτυχε ο κλήρος να γίνει το λίκνο ενός απ' τους ενδοξότερους ήρωες της επανάστασης του 1821, του "γιου της καλογριάς", του Γεωργίου Καραϊσκάκη. Σώζεται μισογκρεμισμένο το κελλί, ένα καμαροσκέπαστο υπόγειο, όπου η καλογριά Ζωϊτσα Ντιμισκή τον γέννησε το 1782 και για ν' αποφύγει το σκάνδαλο και την οργή των συγγενών της κατέφυγε με το παιδί της στο Μαυρομάτι της Καρδίτσας, γεγονός που δημιούργησε την λανθασμένη άποψη ότι ο ήρωας γεννήθηκε εκεί.
Στη Σκουληκαριά φυλάσσονται και τα οστά του ήρωα, σε ένα σεντούκι που βρίσκεται στην πλατεία του χωριού, δίπλα στην προτομή του. Για ασφάλεια, δεν μπορεί να ανοίξει παρά μόνο με την ταυτόχρονη χρήση τριών κλειδιών που κρατούν, πάλι για λόγους ασφαλείας, τρεις διαφορετικοί άνθρωποι.



Μονή Χρυσοσπηλιωτίσσης 
Γουριανά Αρτας

Βρίσκεται σε μια επιβλητική αλλά και υποβλητική τοποθεσία στη θέση Τζιούμα κοντά στο χωριό Γουριανά των Τζουμέρκων. είναι μετόχι της μονής Θεοτοκίου και τιμάται στη μνήμη της Γέννησης της Θεοτόκου. Ονομάστηκε έτσι, γιατί σε σπηλιά που υπάρχει στον περίβολο του ναού βρέθηκε κατά την παράδοση χρυσή εικόνα της Παναγίας, η οποία δυστυχώς σήμερα δε σώζεται. Άλλη παράδοση λέει πως στις σπηλιές που βρίσκονται γύρω απ' το μνημείο, γινόταν κρυφό Σχολείο απ' τους καλόγηρους σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Ο σημερινός ναός ήταν το καθολικό διαλυμένου - εδώ και πολλά χρόνια - ανδρικού μοναστηριού.

Κατά το Σεραφείμ Ξενόπουλο ο ναός κτίστηκε τον 11ο αιώνα, ασφαλώς όμως θα αναφέρεται στο αρχικό κτίσμα, γιατί η τεχνική του σημερινού μας μεταφέρει πολύ αργότερα. Αυτό επιβεβαιώνεται από ενεπίγραφη πλάκα εντειχισμένη στην κόγχη του νότιου τοίχου του ναού, απ' την οποία μαθαίνουμε ότι το 1663 ανακατασκευάσθηκε εκ βάθρων το μνημείο, οπότε πήρε και τη σημερινή του μορφή.



Πρόκειται για μονόκλιτη σταρεπίστεγη θολωτή βασιλική με τρούλλο στην οποία προστέθηκε αργότερα ξυλόστεγος νάρθηκας. (Αυτός είναι ο πιο διαδεδομένος τύπος ναοδομίας στην Ήπειρο κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας). Στις μακρές πλευρές του ναού - κάτω ακριβώς απ' τα αετώματα του σταυρού - υπάρχουν ψηλές τρίπλευρες κόγχες, οι "χοροί", που φτάνουν ως τη στέγη. Ο ναός είναι πλακοσκέπαστος και έχει απλή τοιχοποιία, με μόνη εξωτερική διακόσμηση μια διπλή οδοντωτή ταινία στο γείσο του οκτάπλευρου τρούλλου.

Εσωτερικά οι τοίχοι καλύπτονται από τοιχογραφίες, φθαρμένες σε μεγάλο βαθμό τόσο απ' το χρόνο όσο και απ' τις κατά καιρούς τουρκικές επιδρομές, γιατί το μοναστήρι χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές ως καταφύγιο Κλεφτών και οπλαρχηγών του απελευθερωτικού αγώνα. Οι τοιχογραφίες έγιναν το 1801, όπως μας πληροφορεί σχετική επιγραφή πάνω απ' τη θύρα του κυρίως ναού που οδηγεί στο νάρθηκα.

Της ίδιας ηλικίας με τις τοιχογραφίες είναι το εξαιρετικής τέχνης ξυλόγλυπτο τέμπλο, το οποίο φέρει πάνω του σκαλιστές παραστάσεις με ποικίλα θέματα (ζώα, πτηνά, αγγέλους, ευαγγελικές σκηνές κ.ά.). Ο φορητές εικόνες του τέμπλου είναι επίσης των αρχών του 19ου αιώνα. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα της Γέννησης της Θεοτόκου (έργο του 1831) όπου στο κάτω μέρος της εικονίζεται κοπάδι προβάτων και ο βοσκός που πλησιάζει με δέος μια εικόνα της Παναγίας πεσμένη στο χώμα. Δηλαδή ο ζωγράφος θέλησε συμβολικά να απαθανατίσει τη σχετική με την ίδρυση του ναού παράδοση, σύμφωνα με την οποία, τη χρυσοστόλιστη εικόνα της Παναγίας τη βρήκε -οδηγημένος από θαύμα - ένας βοσκός και έκτισε σ' εκείνη τη θέση την εκκλησία.

Απ' τα κειμήλια της μονής σημαντικότερα είναι μερικά λειτουργικά βιβλία (εκδόσεις Βενετίας) ένα Άγιο Ποτήριο και μία λειψανοθήκη - όλα των αρχών του 19ου αιώνα - τα οποία φυλάσσονται στα Γουριανά.

Σήμερα, εκτός απ' το ναό και τις δύο βρύσες στον περίβολο του, τίποτα δε θυμίζει το παλιό μοναστήρι. Ωστόσο η Χρυσοσπηλιώτισσα, χάρη στην ειδυλλιακότητα του χώρου της, αποζημιώνει και με το παραπάνω τον επισκέπτη που θα 'χε το κουράγιο να ανέβει ως εκεί ψηλά για να απολαύσει την ομορφιά του τοπίου και να προσκυνήσει τη χάρη της.



Ναός Γεννήσεως Θεοτόκου Κορωνησίας
 Άρτα

Πρόκειται για έναν από τους παλαιότερους ναούς της βυζαντινής Άρτας και χρονολογείται γύρω στο 10ο αιώνα . Κατά καιρούς γνώρισε πολλές μετασκευές.
Στη μέση της όμορφης Κορωνησίας μέσα στην αγκαλιά του Αμβρακικού, στέκει κατάκορφα στο λοφίσκο, παντόπτης φύλακας στεριάς και θάλασσας, ο μικρός ναός της Γέννησης της Θεοτόκου, απομεινάρι παλιού και ακμαίου μοναστηριού. Από σωσμένες γραπτές μαρτυρίες μαθαίνουμε ότι το μοναστήρι υπήρχε πριν το 1193, στα χρόνια δε της λατινοκρατίας και στις αρχές της τουρκοκρατίας (15ος και 16ος αιώνας) είχε πολλούς μοναχούς και γνώριζε μεγάλη ευμάρεια. Αργότερα όμως, για ποικίλους λόγους έπεσε σε μαρασμό, ώσπου στο τέλος του περασμένου αιώνα εγκαταλείφθηκε απ' τους μοναχούς κι ερημώθηκε, ωστόσο παρέμειναν ως σήμερα -έστω και τραυματισμένοι- μάρτυρες της παλιάς ακμής του, ο ναός και το μικρό παρεκκλήσι του Οσίου Ονουφρίου σε απόσταση λίγων μέτρων ανατολικά του ναού. Επίσης διατηρείται το παλιό πηγάδι απ' όπου υδρευόταν η μονή, καθώς και ερείπια από κελλιά και βοηθητικούς χώρους στα νότια του ναού. Κατά τον Σεραφείμ Ξενόπουλο πρόκειται για πανάρχαια μονή που ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα, οι νεότεροι όμως μελετητές Ορλάνδος και Βοκοτόπουλος, παίρνοντας ως κριτήριο τα στοιχεία τεχνικής της κατασκευής του ναού, τοποθετούν την ίδρυσή του περίπου τρεις αιώνες αργότερα, δηλαδή στο τέλος του 10ου αιώνα. άρα πρόκειται για έναν απ' τους παλαιότερους ναούς της βυζαντινής Άρτας. Το μνημείο στη μακραίωνη παρουσία του γνώρισε κατά καιρούς πολλές αλλαγές (μετασκευές, επισκευές, ανακαινίσεις και προσθήκες) ώσπου κατέληξε στο σημερινό του σχήμα. Η κυριότερη μετασκευή -για την οποία θα γίνει ιδιαίτερος λόγος- έγινε το 1670. Κατά τον 18ο αιώνα προστέθηκε στη δυτική πλευρά του ναού ο ορθογώνιος ξυλόστεγος νάρθηκας, και πιθανολογείται ότι κτίστηκε το ξεχωριστό κωδωνοστάσιο. Σύμφωνα με την παράδοση, το πηγάδι του μοναστηριού το έφτιαξε ο ίδιος ο όσιος Ονούφριος, επομένως είναι κι αυτό έργο του 18ου αιώνα.

Σημαντικές αλλοιώσεις στην όψη του μνημείου προκλήθηκαν το 19ο αιώνα, και συγκεκριμένα κατά την ανακαίνιση του ναού το 1870. Όταν αργότερα (στα μέσα του 20ου αιώνα) αντικαταστάθηκε το παλιό ξύλινο υπόστεγο της βόρειας πλευράς του ναού με πεσσοστήρικτο προστώο και επιχρίστηκαν οι τοίχοι με ασβεστοκονίαμα, το μνημείο πήρε πλέον την τελική του μορφή. Σήμερα ο ναός λειτουργεί ως ενοριακός.



Το εξωτερικό του ναού.

Ο ναός εξωτερικά παρουσιάζει ιδιότυπο σχήμα: ενώ στο ανατολικό του τμήμα είναι σταυροειδής με ελεύθερο το σκέλος του Σταυρού, στο μεγάλο δυτικό του τμήμα καλύπτεται με συνεχή επικλινή στέγη. Ανήκει στο σπάνιο τύπο του σταυροειδούς ημιεγγεγραμμένου με τρούλλο, το σημερινό του όμως σχήμα παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις απ' το παλαιό. Αρχικά, το δυτικό σκέλος του Σταυρού της στέγης εγγράφονταν σε ορθογώνιο κτίσμα, στο οποίο ήταν προσκολλημένος ξεχωριστός θολωτός εσωνάρθηκας. Κατά τη μετασκευή του ναού το 1670, το μεν ανατολικό μισό του ναού παρέμεινε αναλλοίωτο, στο δυτικό όμως μισό, άγνωστο για ποιο λόγο, κατασκευάστηκε η μονόπλευρη πλαγιαστή στέγη, οπότε το μνημείο πήρε τη σημερινή του μορφή. Εύκολα διακρίνει κανείς τα σημάδια αυτής της μετασκευής στην τοιχοδομή της νότιας πλευράς του μνημείου. Στο αρχικό κτίσμα ανήκε η θύρα της νότιας πλευράς, η οποία τειχίστηκε αργότερα.

Κατά την "ανακαίνιση" του 1870 ανοίχτηκαν μεγάλα παράθυρα στη βόρεια πλευρά του κυρίως ναού, φράχτηκε η νότια θύρα του νεότερου νάρθηκα, και ανοίχτηκε μια άλλη στη βόρεια πλευρά του. Τότε καλύφθηκαν με αμμοκονίαμα ο τρούλλος, η βόρεια και ανατολική πλευρά του ναού και το κωδωνοστάσιο. Η ύπαρξη του σοβά δε μας επιτρέπει να έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα της εξωτερικής τοιχοδομής. Απ' ό,τι μπορούμε να παρατηρήσουμε στη μόνη ακάλυπτη νότια πλευρά, η τοιχοποιία του ναού είναι απλή με ακανόνιστους και ανισομεγέθεις λίθους στους οποίους παρεμβάλλονται επίσης ακανόνιστα πλίνθοι. Τα μικρά μονότοξα παράθυρα των πλάγιων πλευρών έχουν πλίνθινη επίστεψη, η οποία μαζί με τα οδοντωτά γείσα των αετωμάτων αποτελεί και τη μόνη κεραμοπλαστική διακόσμηση του ναού. Η έλλειψη εξωτερικού διάκοσμου, η απλή τοιχοποιία και τα στενά μονότοξα παράθυρα -φεγγίτες- της κόγχης του ιερού και του τρούλλου είναι χαρακτηριστικά της ναοδομίας της πρώτης χιλιετηρίδας και επομένως μας βοηθούν στη σωστή χρονολόγηση του μνημείου.

Στον εξωτερικό διάκοσμο του μνημείου συμπεριλαμβάνεται και μια ορθογώνια μαρμάρινη πλάκα με ανάγλυφες παραστάσεις, που είναι εντειχισμένη στο μεταγενέστερο κωδωνοστάσιο. Η πλάκα διατρυπάται από ελαφρό πεταλόμορφο τόξο και στέφεται από γλυπτό κανόνα, των οποίων τα διακοσμητικά θέματα και η τέχνη μαρτυρούν αρχαιοελληνική ρωμαϊκών χρόνων επίδραση. Το πεταλόμορφο τόξο είναι στολισμένο με ελικοειδή φυτά και πτηνά, ενώ η μέσα στο τόξο ένθετη πλάκα φέρει γνήσια βυζαντινή διακόσμηση. Είναι έργο του 13ου αιώνα και πιθανόν να προέρχεται είτε απ' τη στέψη επισκοπικού θρόνου, είτε απ' τη στέψη προσκυνηταρίου του μη σωσμένου παλιού μαρμάρινου τέμπλου.

Το εσωτερικό του ναού.

Ο κυρίως ναός χωρίζεται σε τρία κλίτη με δύο σειρές από ανομοιόμορφες και ανισοϋψείς κολώνες, ολόκληρος δε καλύπτεται με θόλους. Εκτός από μία όλες οι άλλες κολώνες ενισχύθηκαν με πεσσίσκους, για μεγαλύτερη αντοχή στη στήριξη των εγκάρσιων θόλων. Με την μετασκευή του 1670 άλλαξε σημαντικά η εσωτερική εικόνα του μνημείου. Τότε για μεγαλύτερη ευρυχωρία κατεδαφίστηκε ο τοίχος που χώριζε τον αρχικό εσωτερικό νάρθηκα απ' τον κυρίως ναό και αντικαταστάθηκε με τρίβηλο, στις κολώνες του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ως κιονόκρανα ιωνικές αρχαιοελληνικές βάσεις τοποθετημένες αντίστροφα. Ταυτόχρονα ανοίχτηκαν στη δυτική πλευρά του αρχικού νάρθηκα δύο ακόμη παράπλευρες θύρες, οι οποίες όταν αργότερα (το 18ο αιώνα) προστέθηκε ο εξωνάρθηκας, μετατράπηκαν σε μεγάλα ορθογώνια ανοίγματα.

Οι μαρμάρινες πλάκες του δαπέδου σώζονταν ως το 15ο αιώνα και τις αναφέρει ο περιηγητής Κυριακός απ' την Αγκώνα που επισκέφτηκε την Κορωνησία το 1437. Μοναδικό απομεινάρι απ' αυτό το δάπεδο είναι το τετράγωνο ομφάλιο που φέρει συμβολική παράσταση των πέντε άρτων με πέντε ανάγλυφους κύκλους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και άλλη ανάγλυφη πλάκα που καλύπτει την κτιστή Αγία τράπεζα και η οποία κατά τον Ορλάνδο πιθανότατα προέρχεται απ' την ερειπωμένη παλαιοχριστιανή βασιλική που βρίσκεται στο μικρό νησάκι Κέφαλος του Αμβρακικού.

Ο ναός είναι κατάγραφος από τοιχογραφίες, που όμως σε πολλά σημεία γίνονται δυσδιάκριτες απ' την αιθάλη, μεγάλα δε τμήματά τους καλύφθηκαν από ασβέστη. Εξάλλου η μετατροπή του αρχικού διαχωριστικού δυτικού τοίχου σε τρίβηλο προκάλεσε καταστροφή της επιγραφής που υποθετικά υπήρχε πάνω απ' τη θύρα επικοινωνίας του κυρίως ναού με το νάρθηκα, οπότε δε γνωρίζουμε πότε ιστορήθηκε ο ναός. Με βάση την τεχνοτροπία των συνθέσεων οι μελετητές τοποθετούν την κατασκευή τους στο 17ο αιώνα και οπωσδήποτε πριν απ' το 1670, αφού κατά τη μετατροπή του διαχωριστικού τοίχου σε τρίβηλο χρειάσθηκε να καταστραφεί σημαντικό τμήμα των παλαιότερων τοιχογραφιών. Από άποψη τεχνοτροπίας ο ζωγράφος ακολούθησε πιστά την τεχνική της Κρητικής σχολής (έντονα χρώματα, έξεργα φωτοστέφανα κτλ.).

Το εξαιρετικής τέχνης ξυλόγλυπτο τέμπλο έγινε στα μέσα του 19ου αιώνα και φέρει πλήθος ολόγλυπτων ανθικών και ζωικών διακοσμήσεων με τη συνηθισμένη κατά την όψιμη τουρκοκρατία διάταξη. Οι ωραιότατες ασημοστόλιστες φορητές εικόνες του τέμπλου είναι επίσης του 19ου αιώνα. Στις μορφές αυτών των εικόνων είναι εμφανή κάποια δυτικότροπα στοιχεία, χωρίς ωστόσο οι συνθέσεις να χάνουν τη βυζαντινή τους φυσιογνωμία.


Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Γηρομερίου
Θεσπρωτία

Η Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Γηρομερίου, βρίσκεται στην ακριτική περιοχή του Νομού Θεσπρωτίας, οκτώ χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης των Φιλιατών, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, κτισμένη σε υψόμετρο τριακοσίων περίπου μέτρων, στις δυτικές πλαγιές του όρους Φαρμακοβούνι.

Σχετικά με την ονομασία της Μονής υπάρχουν πολλές απόψεις και αρκετές φορές μέχρι σήμερα έχει αλλάξει η γραφή της. Συναντούμε τις εξής παραλλαγές:

Ιερομερίου, από τις λέξεις ιερό και μέρος
Γυρομερίου, από τις λέξεις γύρω και μέρος
Γερομερίου, από τις λέξεις γερό ή ξανά ιερό και μέρος
Γηρομερίου ή Γηρομηρίου, από τις λέξεις γηραιόν και μέρος.

Από αρκετά χρόνια και μέχρι σήμερα, έχει επικρατήσει η ονομασία και η γραφή «Γηρομερίου».Ιδρυτής και πρώτος κτίτωρ της Μονής είναι ο Όσιος Νείλος ο Εριχιώτης (1228-1334) Κωνσταντινουπολίτης στην καταγωγή, από την αυτοκρατορική γενιά των Λασκάρεων. Έγινε μοναχός σε πολύ νεαρή ηλικία στην περίφημη Μονή των Ακοιμήτων όπου από Νικόλαος μετονομάσθηκε Νείλος. Μετά από αρκετά χρόνια επισκέφθηκε για προσκύνημα τα Ιεροσόλυμα.

Επιστρέφοντας συγκρούσθηκε με τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο, για το επίμαχο τότε ζήτημα της ενώσεως Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας. Καταδικάστηκε για τις θέσεις του και εγκαταλείφθηκε σε μια βάρκα στο πέλαγος για να χαθεί. Η Θεία Πρόνοια τον οδήγησε στα παράλια του Αγίου Όρους, στην Μονή των Ιβήρων, όπου παρέμεινε για μια τριετία ως πορτάρης.

Γυρνώντας στην Κωνσταντινούπολη, τιμήθηκε από το νέο Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Παλαιολόγο, όμως δεν έμεινε για πολύ στη Βασιλεύουσα. Ξεκίνησε νέα πολυετή περιοδεία, κατά την οποία επισκέφθηκε πολλά μέρη των Αγίων Τόπων, και στη συνέχεια περνώντας τα νησιά του Αιγαίου, την Πελοπόννησο και την Κέρκυρα έφτασε στην Αυλώνα της Ηπείρου, όπου έμεινε για μερικά χρόνια.

Η Ιερά Μονή Γηρομερίου ιδρύθηκε στις αρχές του 14ου αιώνα (μεταξύ 1310 και 1320), Φωτ. αρχών του 20ου αι. της Μονήςστην εποχή της ακμής του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Αποτέλεσε σημαντικό μοναστικό κέντρο και έφτασε στην μεγαλύτερη ακμή της στα μέσα του 16ου αιώνα, εποχή κατά την οποία, κατά τον Θεοδόσιο Ζυγομαλά, αριθμούσε περίπου 300 μοναχούς.

Από την αρχή της ιδρύσεώς της υπαγόταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ως Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή και αργότερα (18ος αι.) ως έδρα Πατριαρχικής Εξαρχίας. Στην δικαιοδοσία της ανήκαν 12 χωριά της επαρχίας και η πόλη των Φιλιατών.

Το έτος 1800, η Μονή έγινε έδρα της Επισκοπής Γηρομερίου, υπαγόμενη στη Μητρόπολη Ιωαννίνων, με την ίδια έκταση στη δικαιοδοσία της. Από τότε και μέχρι το 1895 που οριστικά καταργήθηκε, είχε διάφορες εναλλαγές, άλλοτε ως έδρα Επισκοπής και άλλοτε Εξαρχίας. Το 1928, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, παραχώρησε "επιτροπικώς" την διοικητική επιστασία της Μονής στην Ιερά Μητρόπολη Παραμυθίας, Φιλιατών και Γηρομερίου, διατηρώντας όμως τα κανονικά του πνευματικά δικαιώματα επ' αυτής. Για τον λόγο αυτό, στις ιερές ακολουθίες που τελούνται στη Μονή, μνημονεύεται το όνομα του εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχου.
Μεγάλη, επίσης, ήταν η προσφορά της Μονής στην περιοχή της Θεσπρωτίας σε όλη τη μακραίωνη ιστορία της, συμβάλλοντας στη διατήρηση της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των κατοίκων. Χαρακτηριστική ήταν η λειτουργία του Κρυφού Σχολειού και της Ιερατικής Σχολής, μέσα στο χώρο της Μονής. Ακόμη, με ενέργειες κάποιων Εξάρχων και με έξοδα της Μονής λειτουργούσαν σχολεία σε ορισμένα από τα χωριά της περιοχής.




Το Καθολικό, δηλαδή ο Το καθολικό της Μονήςκεντρικός Ναός της Μονής έχει κτιστεί τμηματικά. Είναι Ναός σχετικά μικρών διαστάσεων και αρχιτεκτονικά, ανήκει στον τύπο των τετρακιονίων σταυροειδών εγγεγραμμένων μετά τρούλου. Πιθανώς, αρχικά να ήταν του τύπου της μονόκλιτης βασιλικής, ενώ η σημερινή του μορφή, δηλαδή τα τέσσερα τμήματά του, είναι αποτέλεσμα ανακαινίσεων διαφόρων εποχών.
Χρονολογικά, γνωρίζουμε μόνο για την ανέγερση του Κυρίως Ναού, η οποία έγινε το 1568 κατόπιν χορηγίας του Βοεβόδα της Ουγγροβλαχίας Οξυώτη ή Αξιώτη από την Πωγωνιανή. Το εσωτερικό του ΚαθολικούΚτίσμα της ίδιας εποχής θεωρείται ο Εξωνάρθηκας, ενώ το Ιερό και ο Νάρθηκας είναι προγενέστερα κτίσματα, τμήματα του πρώτου Ναού, πιθανώς του 14ου αιώνα. Εξωτερικά διακοσμείται από λιτά κεραμικά σχέδια κυρίως στον τρούλο, στη νότια και στη δυτική πλευρά. Εσωτερικά παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον καθώς στολίζεται από αγιογραφικό διάκοσμο του 16ου και 17ου αιώνα.

ΘΕΣΣΑΛΙΑ



Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου
Καλαμπάκα
Στην πόλη της Καλαμπάκας διατηρούνται αρκετοί μικροί μεταβυζαντινοί ναοί με ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες και ξυλόγλυπτα τέμπλα. Tο πιο σπουδαίο όμως μνημείο της πόλης είναι ο βυζαντινός ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, ο καθεδρικός ναός της επισκοπής Σταγών με σημασία πολυσήμαντη για τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη. Πρόκειται για μια μεγάλη τρίκλιτη μεσοβυζαντινή βασιλική με υπερυψωμένο το μεσαίο κλίτος. Ο νάρθηκας επικοινωνεί με τον κυρίως ναό με τρίβηλο άνοιγμα.
Η βασιλική της Καλαμπάκας πρέπει να κτίσθηκε στον 10ο αι. ή στις αρχές του 11ου αι., επάνω στα ερείπια του παλαιοχριστιανικού ναού, αλλά στη συνέχεια -στη βυζαντινή εποχή, τον 16ο αιώνα και τον 19ο αι.- δέχτηκε αλλεπάλληλες επισκευές που έχουν επιφέρει πολλές αλλοιώσεις και μετατροπές στα μορφολογικά και κατασκευαστικά στοιχεία.
Ο εξωνάρθηκας προστέθηκε τον 16ο αιώνα. Στον νότιο τοίχο είναι εντοιχισμένα εξωτερικά πολλά αρχαία τμήματα ανάγλυφων (ρόδακες, ανάγλυφες παραστάσεις, επιγραφές, ακρωτήρια κ.α.), καθώς και ένα παλαιοχριστιανικό γλυπτό με κληματίδα.
– Από τον γλυπτικό διάκοσμο της βυζαντινής βασιλικής το παλαιότερο είναι το μαρμάρινο κιβώριο της Αγίας Τράπεζας που βρίσκεται μέσα στο Ιερό Βήμα.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο μοναδικός στην Ελλάδα μαρμάρινος ‘Aμβωνας που επιβλητικός υψώνεται στο κέντρο του μεσαίου κλίτους, μπροστά στην Ωραία Πύλη. Έχει ανακατασκευαστεί στο μεγαλύτερο μέρος από αρχιτεκτονικά μέλη του παλαιού ‘Aμβωνα.



Οι τοιχογραφίες του ναού χρονολογούνται από τον 12ο έως τον 16ο αιώνα και παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον.Αρκετές τοιχογραφίες έγιναν το 1573 από τον ιερέα Κυριαζή και τον Νεόφυτο, γιό του περίφημου ζωγράφου Θεοφάνη του Κρητός.
Από τις φορητές εικόνες του ναού η πιο σημαντική είναι η αμφιπρόσωπη εικόνα, η οποία στη μία πλευρά απεικονίζει την Κοίμηση της Θεοτόκου και στην ‘Aλλη τη Σταύρωση του Χριστού.
Οι δύο χωριστές πλέον εικόνες μετά την κλοπή και αποκατάστασή τους φυλάσσονται στη μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων.
Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού ανήκει στα αξιόλογα έργα της μεταβυζαντινής ξυλογλυπτικής και έχει κατασκευαστεί μάλλον κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα.
Σε πολύ μικρό βάθος στο εμπρός αριστερό μέρος του κυρίως Ναού έχει αποκαλυφθεί τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου.
Στον βόρειο τοίχο του εσωνάρθηκα είναι γραμμένα με κεφαλαιογράμματη γραφή το χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου 1336, με το οποίο καθορίζονται τα όρια της Επισκοπής Σταγών και παραχωρούνται προνόμια, καθώς και το σιγίλιο του οικουμενικού πατριάρχη Αντωνίου Δ΄ 1393, με το οποίο ανανεώνονται τα προνόμια της επισκοπής Σταγών που είχαν παραχωρήσει κατά καιρούς διάφοροι αυτοκράτορες του Βυζαντίου.
Εντυπωσιακό και αξιόλογο είναι και το κωδωνοστάσιο του ναού που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της εισόδου του περιβόλου του ναού.



Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Κορμπόβου
Τρίκαλα


Η Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου ή άλλως γνωστή ως μονή Κορμπόβου είναι κτισμένη στο χείλος μικρού κρημνώδους βράχου, ενώ αρχικά είχε χτισθεί σε απότομο γκρεμό και αναφέρεται σε χρυσόβουλλο του 1336 ως μετόχι της ακμάζουσας τότε μονής Ζαβλαντίων. Το παλιό καθολικό αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, είναι μονόχωρος τρίκογχος ναός, εσωτερικά κατάγραφος με τοιχογραφίες του 1650, ενώ το σημερινό, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, είναι ναός αθωνίτικου τύπου, σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλλο, που ανηγέρθηκε στα 1809, με ελάχιστο εναπομείναντα τοιχογραφικό διάκοσμο και ξυλόγλυπτο τέμπλο του 1838.




Ιερά Μονή Παναγίας Ολυμπιωτίσσης 
Ελασσόνα

Η Ιερά Μονή Ολυμπιωτίσσης είναι το πιο παλαιό και γνωστό μοναστήρι της Παραολύμπιας περιοχής. Χτισμένο σε περίοπτη θέση, στο λόφο Βορειοδυτικά της πόλης της Ελασσόνας, στους πρόποδες του κάτω Ολύμπου της Θεσσαλίας. Αποτέλεσε πνευματικό φάρο, σεβάσμιο τόπο προσκύνησης, θεματοφύλακας της Μητροπόλεως και επαρχίας Ελασσόνας.

Η παλαιότερη έγγραφη πηγή που αναφέρεται στην ιστορία και δράση της Παναγίας Ολυμπιώτισσας, είναι το χρυσόβουλο της Μονής, το οποίο αποδίδεται στον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο (1336). Το συγκεκριμένο χρυσόβουλο ουσιαστικά κατοχύρωνε την περιουσία του μοναστηριού. Παρά το γεγονός ότι αμφισβητείται η γνησιότητα του, από το περιεχόμενό του θα μπορούσαμε να έχουμε γνώση για την κατάσταση της Μονής το πρώτο ήμισυ 14ου αι. Μία ακόμη σημαντική ιστορική μαρτυρία είναι το σιγίλιο γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωάννη ΙΔ΄ Καλέκα (1342), του οποίου η γνησιότητα ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Το σιγίλιο αυτό προσπαθεί να κατοχυρώσει την αυτονομία του μοναστηριού έναντι των κοσμικών και εκκλησιαστικών αρχόντων της περιοχής στην διοίκηση και λειτουργία της Μονής. Τέλος, μία άλλη γραπτή μαρτυρία ανάγει το καθολικό σε παλαιότερη εποχή. Πρόκειται για μία επιγραφή και χρονολογία που είναι χαραγμένη σε ένα απ΄ τα ξυλόγλυπτα της Μονής στην παλαιά Δυτική Θύρα. Σύμφωνα με τους μελετητές χρονολογείται το 1296-1300 και δεν δηλώνει το έτος ίδρυσης της Μονής ή κτίσης του καθολικού, αλλά το έτος ανακαινίσεως, αποδεικνύοντας έτσι ότι ο ναός προϋπήρχε. Χορηγοί για το κτίσιμο της Μονής θεωρούνταν οι σεβαστοκράτορες Κωνσταντίνος και Θεόδωρος, συνδιοικητές της Θεσσαλίας κατά το διάστημα 1289-1303.



Ήδη από το δεύτερο ήμισυ του 13ου αι. η Ολυμπιώτισσα φαίνεται ότι είναι ένα από τα πιο αξιόλογα μοναστικά κέντρα της περιοχής με αρκετούς μοναχούς και περιουσία. Ωστόσο, το πέρασμα των χρόνων, οι δυσμενείς κοινωνικοπολιτικοοικο-νομικές συνθήκες, τα φυσικά φαινόμενα και ο τουρκικός ζυγός αποτέλεσαν ανασταλτικοί παράγοντες στην ομαλή λειτουργία και κτιριακή ακεραιότητα της Μονής. Όμως μετά τη λήξη της ελληνικής επανάστασης και την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους η κατάσταση ηρέμησε και η ζωή της Ολυμπιώτισσας συνεχίστηκε ομαλά μέχρι και τις μέρες μας.





 Ι. Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου
Τσαριτσάνη


Στο κέντρο της Τσαριτσάνης, σε περίοπτη θέση δίπλα στην Οικονόμειο Σχολή, δεσπόζει ο μεγαλύτερος και νεότερος ναός της κωμόπολης, που είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου και λειτουργεί ως μητροπολιτικός.

Όπως πληροφορούμαστε από επιγραφή που διατηρείται στον τοίχο του, οικοδομήθηκε το 1749. Καταστράφηκε από φωτιά τον Οκτώβριο του 1818 και η στέγη του ανακατασκευάσθηκε δύο χρόνια αργότερα επάνω στην ίδια τοιχοποιία. Το 1986 καταστράφηκε πάλι από φωτιά και ανοικοδομήθηκε επάνω στα θεμέλια του παλαιού ναού, με προσπάθεια αποκατάστασης της αρχικής του μορφής. Σύμφωνα με την παράδοση, στη νότια πλευρά του υπήρχε παλαιότερα παρεκκλήσι του Αγίου Ιωαννίκιου, το οποίο έχει καταστραφεί, αλλά δεν είναι γνωστός ο χρόνος και η αιτία καταστροφής του.


Ο ναός είναι τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, με μεγαλύτερο το κεντρικό κλίτος. Στην αρχική του μορφή ήταν κατάγραφος εσωτερικά, με τοιχογραφίες που δεν πρέπει να παρουσίαζαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ωστόσο, είχε σημαντικά έργα ξυλογλυπτικής τέχνης, που καταστράφηκαν στην πυρκαγιά του 1986. Αξιόλογα ήταν το περίτεχνο τέμπλο του 1753, με ποικίλα διακοσμητικά θέματα και σκηνές, ο άμβωνας, που ήταν σχηματισμένος σαν αρχάγγελος με τη μορφή Ρωμαίου πολεμιστή, και ο δεσποτικός θρόνος με τους λέοντες στη βάση του. Στον σύγχρονο ναό φυλάσσονται σημαντικά κειμήλια, μεταξύ των οποίων τα άμφια και οι δωρεές του Κωνσταντίνου Οικονόμου εξ Οικονόμων, επιφανούς κληρικού και λόγιου που καταγόταν από την Τσαριτσάνη.

Ο ναός εορτάζει στις 15 Αυγούστου και την Κυριακή της Ορθοδοξίας, ημέρα κατά την οποία τελείται και μνημόσυνο του Κωνσταντίνου Οικονόμου, με έκθεση των αμφίων του.


ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ



Παναγία Παναξιώτισσα
Γαυρολίμνη Ναυπακτίας

Ο βυζαντινός ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου της Παναξιώτισσας βρίσκεται σε ειδυλλιακό τοπίο ανάμεσα σε ελιές και πεύκα, 2 χλμ βόρεια της Γαυρολίμνης (ΔΕ Χάλκειας), πάνω στον παλαιό δρόμο που ένωνε τη Γαυρολίμνη με τη Ναύπακτο και δίπλα σε χάνι που έδωσε το όνομα στο σημερινό παρακείμενο χωριό “Χάνια Γαυρολίμνης”. Η λόγια επωνυμία, πιθανόν μοναδική στον ορθόδοξο χώρο έχει ερμηνευθεί ως «αυτήν που αξιώθηκε των πάντων». Η χρονολόγηση του μνημείου τοποθετείται από τους περισσότερους ερευνητές στο β' μισό του 10ου αι.
Πρόκειται για το καθολικό ενός βυζαντινού μοναστηριού που χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 10ου αι.μ.Χ. Το ιερό πλησιάζει αρχιτεκτονικά τον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλλο. Κατατάσσεται όμως πιο σωστά στον "ελλαδικό μεταβατικό" τύπο που συνδυάζει τον ελεύθερο σταυρό με την τρίκλιτη θολωτή βασιλική.
Η εκκλησία ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλλο και στην κατηγορία των «ελλαδικών μεταβατικών ναών». Ανατολικά υπάρχουν τρεις ημικυκλικές αψίδες και δυτικά νάρθηκας. Τρεις είσοδοι, μία σε κάθε πλευρά του νάρθηκα, οδηγούν στον εσωτερικό χώρο. Στη στέγη διαγράφεται με σαφήνεια ο σταυρός στο κέντρο του οποίου υψώνεται ο τρούλλος και στις απολήξεις του σχηματίζονται αετώματα ενώ τα γωνιαία διαμερίσματα έχουν χαμηλότερη στέγη. Εσωτερικά ο ναός καλύπεται με καμάρες. Στην κατασκευή χρησιμοποιήθηκαν ασβεστόπετρες, κονίαμα, σειρές πλίνθων (μονές, διπλές ή και πολλαπλές) σε οριζόντιες στρώσεις, οδοντωτές ταινίες, κ.ά..



Ο ανάλαφρος κομψός τρούλλος, ψηλός και ραδινός,έργο πραγματικά προικισμένων μαστόρων, ξεχωρίζει για την «δαντελωτή» κεραμοπλαστική του διακόσμηση, που έρχεται σε αντίθεση με την απλότητα του υπόλοιπου μνημείου. Είναι κτισμένος μόνον με πλίνθους και αποτελεί εξαιρετικό δείγμα συμφωνίας κεραμοπλαστικών μοτίβων. Την οδοντωτή ταινία των τόξων των παραθύρων στέφει ζωφόρος με στενόμακρους όρθιους ρόμβους, η οποία με τη σειρά της στέφεται με σειρά πλίνθων που σχηματίζουν τεθλασμένη γραμμή.
Ο ναός έχει τρεις εισόδους στον τριμερή νάρθηκα και λιγοστά στενά παράθυρα. Εσωτερικά σώζονται περιορισμένα ίχνη τοιχογραφιών, ενώ το τέμπλο του είναι νεότερο.
Εσωτερικά ο ναός κατά τη βυζαντινή εποχή είχε τοιχογραφίες από τις οποίες σήμερα σώζεται μόνον η παράσταση των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.
Η επιμελημένη τοιχοποιία του αποτελείται από πελεκημένους ασβεστόλιθους με παρεμβολή οπτόπλινθω.

Πέριξ του ναού βρέθηκαν κατά τη διάρκεια ερευνών 13 γλυπτά αρχιτεκτονικά μέλη των Παλαιοχριστιανικών χρόνων. Φαίνεται, επομένως, πως το Μεσοβυζαντινό μνημείο χτίστηκε πάνω στα ερείπια προϋπάρχουσας παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Στον περιβάλλοντα χώρο του ναού υπάρχουν τα λείψανα κτιρίων που ανήκουν στους λειτουργικούς χώρους της μονής. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ερειπωμένο λιοτρίβι που βρίσκεται κοντά στο ναό, το οποίο λειτουργούσε περίπου μέχρι το 1960.

Το προσωνύμιο της Παναγίας φαίνεται πως οφείλεται σε παράφραση του τοπωνυμίου της θέσης του ναού (Πανακτζή – Πανακτζιώτισσα – Παναξιώτισσα).



Ναός Κοίμησης Θεοτόκου Οξυλίθου
Ευβοια

Στον συνοικισμό Χατηριάνοι του Οξυλίθου, δίπλα στο κοιμητήριο, βρίσκεται ο ιερός ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, ένα μικρό αριστούργημα της βυζαντινής τέχνης, που είναι γνωστός και με την ονομασία «Παναγία Πετριώτισσα», λόγω της εικόνας της Παναγίας που προέρχεται από το χωριό Πετριές.
Χρονολογείται στα τέλη του 13ου ή στις αρχές του 14ου αιώνα. Ο αρχικός του πυρήνας είναι ο χαρακτηριστικός μικρός σταυρεπίστεγος ναός της Εύβοιας κατά την περίοδο της Λατινοκρατίας, με την εγκάρσια καμάρα. Οι τοίχοι του είναι κτισμένοι με αλάξευτες πέτρες ανάμεσα στις οποίες παρεμβάλλονται πλίνθοι. Στη δυτική του πλευρά έχει προστεθεί λίγο αργότερα νάρθηκας. Στους χρόνους μετά την επανάσταση του 1821 προστέθηκε εξωτερικά, στη δυτική πλευρά, ξυλόστεγο ορθογώνιο πρόσκτισμα.
Στο εσωτερικό του ναού διατηρούνται σπουδαίες τοιχογραφίες, μερικές από τις οποίες έχουν καλυφθεί με κονίαμα. Ο κυρίως ναός και ο νάρθηκας έχουν τοιχογραφηθεί ταυτόχρονα, από το ίδιο χαρακτηριστικό εργαστήριο που αγιογράφησε αρκετούς ναούς της περιοχής γύρω στο 1300. Το εικονογραφικό πρόγραμμα του κυρίως ναού συνδυάζει σκηνές από τη ζωή του Χριστού και της Παναγίας που παρουσιάζονται παράλληλα. Στον νάρθηκα εικονίζονται επεισόδια από τη ζωή του Χριστού που εορτάζονται σε συνεχόμενες Κυριακές μετά το Πάσχα, καθώς και σκηνές από τη Δευτέρα Παρουσία, θέμα που σχετίζεται και με τον κοιμητηριακό χαρακτήρα του ναού. Το ίδιο πνεύμα αντανακλούν και άλλες παραστάσεις, που αναφέρονται στη σωτηρία της ψυχής των ανθρώπων και στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Ορισμένες από τις σκηνές, όπως η προδοσία του Ιούδα ή η απεικόνιση του Παραδείσου, χαρακτηρίζονται για το παιχνίδισμα των χρωμάτων και την ένταση στην έκφραση των μορφών.


ΝΗΣΙΑ



Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Χρυσολεοντίσσης
Αίγινα

Σε ένα κατάφυτο οροπέδιο περιτριγυρισμένο από βουνά, στο κέντρο της Αίγινας, βρίσκεται το σπουδαιότερο μοναστήρι του νησιού, αφιερωμένο στην προστάτιδά του, Παναγία Χρυσολεόντισσα.

Ιδρύθηκε γύρω στο 1600, για να στεγάσει την εικόνα της Παναγίας Χρυσολεόντισσας. Η εικόνα μέχρι τότε βρισκόταν στην παραθαλάσσια μονή του Αγίου Λεοντίου κοντά στο χωριό Λεόντι, η οποία είχε επανειλημμένα καταστραφεί από πειρατές, γι’ αυτό οι μοναχοί της κατέφυγαν στην πιο προστατευμένη αυτή περιοχή μακριά από τη θάλασσα. Η ίδρυση της νέας μονής έγινε την περίοδο 1600-1614. Από τότε είναι γνωστή η ιστορία της, όπως και τα ονόματα σχεδόν όλων των ηγουμένων της.
Ήταν σταυροπηγιακή με μεγάλη περιουσία και είχε στην κατοχή της σχεδόν ολόκληρη την Αίγινα, αλλά και το νησάκι που χαρακτηριστικά λέγεται Μονή, απέναντι από την Πέρδικα. Στην επανάσταση του 1821 είχε σημαντική δράση και μετά την απελευθέρωση ήταν από τις μονές που διατηρήθηκαν, μάλιστα σε αυτή προσαρτήθηκε ως μετόχι η διαλυμένη μονή Φανερωμένης της Σαλαμίνας. Η ιστορία της έχει συνδεθεί με την προσωπικότητα του Αγίου Νεκταρίου, που την επισκεπτόταν συχνά. Το 1935 μετατράπηκε σε γυναικεία.





Το συγκρότημα έχει διατηρήσει τη φρουριακή όψη που είχε ήδη από τον 17ο αιώνα. Έχει τετράγωνη κάτοψη και περιβάλλεται από ψηλά κτήρια κελλιών, με πυργίσκους, πολεμίστρες και μικρά παράθυρα τοποθετημένα ψηλά. Στο κέντρο του υψώνεται ο τριώροφος οχυρός πύργος που χρονολογείται στο 1610 ενώ δίπλα του, στο ψηλότερο επίπεδο, είναι κτισμένο το καθολικό, που χρονολογείται στο 1808 και έχει κτιστεί στη θέση παλαιότερου, που καταστράφηκε από σεισμό και πυρκαγιά. Είναι τρίκλιτη βασιλική, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, στον Άγιο Διονύσιο και στον Άγιο Χαράλαμπο. Στο εσωτερικό του εντυπωσιάζουν το όμορφο ξυλόγλυπτο τέμπλο του 1814, και η επαργυρωμένη εικόνα της Χρυσολεόντισσας, που λέγεται ότι χρονολογείται στον 15ο ή 16ο αιώνα.




Παναγία η Μακρινή
Σάμος

Η Παναγία η Μακρινή τιμάται στο όνομα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Βρίσκεται στη Δυτική πλευρά του Κέρκη και είναι χτισμένη μέσα σε σπήλαιο, κατά πάσα πιθανότητα επί των ημερών του οσίου Παύλου του Λατρινού.
Το ιερό βήμα του ναού είναι διακοσμημένο με Βυζαντινές τοιχογραφίες του ΙΔ΄ μ.Χ. αιώνα και πλαισιώνονται με πουλιά, ζώα και φυτά. Σύμφωνα με τη μαρτυρία υπάρχουσας επιγραφής το εξωτερικό σταυροθόλιο φαίνεται πως χτίσθηκε αργότερα και περατώθηκε στις 16 Αυγούστου 1764 μ.Χ.
Στο κάτω μέρος του σπηλαίου υπάρχουν μικρά κοιλώματα και πήλινα δοχεία τα οποία γεμίζουν νερό από τους σταλακτίτες. Μέσα στο σπήλαιο έχουν βρεθεί ανθρώπινα οστά.
Η αρχαία μονή της Παναγίας της Μακρινής υπαγόταν στο Μονύδριο του Αγίου Γεωργίου Σινά της Καστανιάς και αναφέρεται σε Πατριαρχικό Σιγίλλιο του έτους 1816 μ.Χ. Η περιοχή αυτή είναι γνωστή με το όνομα «ασκηταριά», επειδή εδώ ζούσαν πολλοί ασκητές.


ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ





Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου
Μεσαναγρός Ρόδου

Ο Μεσαναγρός είναι ίσως το πιο απομονωμένο χωριό της Ρόδου. Βρίσκεται στο κέντρο της νότιας Ρόδου, σ’ ένα οροπέδιο μέσα στο δάσος, μακριά από τα πάντα.Είναι ένα ήσυχο αγροτικό χωριό με πολλές ερειπωμένες παλαιοχριστιανικές εκκλησίες.
Στη πλατεία του χωριού, είναι κτισμένη η εκκλησία «Κοίμησης της Θεοτόκου» τον 13οαιώνα, στο μεσαίο κλίτος μεγάλης τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής του 6ου αιώνα, μίας από το συγκρότημα των τριών παλαιοχριστιανικών βασιλικών. Τα ερείπια των μεγάλων αυτών παλαιοχριστιανικών, τα ψηφιδωτά και οι μαρμάρινοι κίονες στον αρχαιολογικά διαμορφωμένο χώρο στο περίβολο της εκκλησίας, μαρτυρούν την εποχή των πειρατειών. Επίσης μαρτυρούν και τη συγκέντρωση ενός μεγάλου πληθυσμού και την ύπαρξη μια πόλης, σ’ αυτό το απομακρυσμένο μέρος, από τις τότε απειλές της θάλασσας.

Ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου είναι Παλαιχριστιανικπος του 13ου αιώνα  κτισμένος σε   ερείπια άλλων δύο παλαιχριστιανικών του 5ου και 3ου αιώνα. Γύρω από τον ναό υπήρχε κοιμητήριο και σήμερα υπάρχουν πολλά ψηφιδωτά. Μπαίνοντας στον ναό , στο ανώφλι της εισόδου  υπάρχει μαρμάρινη κολώνα, που ίσως μεταφέρθηκε από άλλη Παλαιοχριστιανική ,της Αγίας Βαρβάρας. Δεξιά υπάρχει μαρμάρινη κολυμβήθρα και καθίσματα για τους πιστούς.









Το πάτωμα καλύπτεται από βοτσαλωτό και στους τοίχους υπήρχαν αγιογραφίες, που δε διασώζονται. Το τέμπλο είναι παλιό και αριστερά βρίσκεται η είσοδος στο Ιερό και στο κέντρο η Ωραία Πύλη .Δεξιά είναι η εικόνα του Χριστού και δίπλα η εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Αριστερά της Ωραίας Πύλης είναι η εικόνα της Παναγίας και πλάγια κάποιες παλιές εικόνες. Στο πάνω μέρος  του Τέμπλου βρίσκονται οι εικόνες ,στο κέντρο του Χριστού και αριστερά και δεξιά , οι εικόνες των Αποστόλων.Μπαίνοντας στο Ιερό υπάρχει η Αγία Τράπεζα και ο Χριστός στον σταυρό.

 ΙΟΝΙΑ ΝΗΣΙΑ



Μονή της Παναγίας Αναφωνήτριας
 Ζάκυνθος

Η μονή απέχει περίπου 25 χιλιόμετρα από την πόλη της Ζακύνθουκαι βρίσκεται στη θέση Πλεμοναρίο, κοντά στον οικισμό Αναφωνήτρια Ελατίων. Είναι κτισμένη στα μέσα του 15ου αιώνα. Ο περίβολος διαμορφωμένος από κτίσματα έχει είσοδο στεγασμένη με ημικυλινδρικό θόλο.
Ο πύργος αμυντικού χαρακτήρα και τετραγωνικής κάτοψης βρίσκεται σε επαφή με την είσοδο για να την προστατεύει. Το συγκρότημα περιλαμβάνει καθολικό με κτιστές πεσσοστοιχίες στα όρια μεταξύ των τριών κλιτών.




Ο ναός σώζει τοιχογραφίες από την πρώτη οικοδομική του φάση.Ιδρύθηκε πιθανότατα τον 15ο αιώνα από τον Λεονάρδο Γ’ δε Τόκκο, Κόμητα Κεφαλληνίας και Ζακύνθου.
Βυζαντινής προέλευσης είναι η θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας της «Αναφωνήτριας», η οποία έφθασε εδώ από την αλωμένη Κωσταντινούπολη (1453). Το μοναστήρι βρίσκεται σε μεγάλη ακμή στα τέλη του 15ου αιώνα. Ήταν στην κυριότητα της Βενετίας που το παραχωρούσε σε εξέχοντα πρόσωπα ιερωμένους και μη.
Τα ανεκτίμητα ιστορικά και καλλιτεχνικά κειμήλια της μονής υπεξαιρέθηκαν από ξένους και ντόπιους, σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους.
Στην ιστορική μονή της Αναφωνήτριας διετέλεσε ηγούμενος ο μετέπειτα Άγιος Διονύσιος. Το 1580 ο Άγιος Διονύσιος, ως ηγούμενος της Αναφωνήτριας, έκρυψε στο μοναστήρι και έσωσε από της διώκτες του τον φονιά του αδελφού του (λέγεται ότι είναι ο λόγος της αγιοσύνης του).
Το μοναστήρι ανακαινίστηκε το 1669, ύστερα από δύο διατάγματα του αρχιναύαρχου της Βενετίας Φραγγίσκου Μοροζίνι.



Παναγία Φανερωμένη
Ζάκυνθος

Στη νότια πλευρά της πόλης της Ζακύνθου, στη συνοικία του Άμμου, βρίσκεται ο μεγαλοπρεπής ιερός ναός της Παναγίας Φανερωμένης, ο πιο εντυπωσιακός και όμορφος από τους ναούς της πόλης, χαρακτηριστικό δείγμα υψηλής καλλιτεχνικής δημιουργίας με έντονες επιδράσεις της αναγεννησιακής τέχνης.

Ο ναός οικοδομήθηκε τον 15ο αιώνα, την εποχή της Φραγκοκρατίας και πιο συγκεκριμένα την περίοδο της δυναστείας των Τόκκων. Σύμφωνα με την παράδοση η ίδρυσή του συνδέεται με την εύρεση στην παραλία μικρής εικόνας της Παναγίας, που ήταν κατασκευασμένη από κηρομαστίχη. Στο πέρασμα των αιώνων ο ναός γνώρισε ανακαινίσεις και ανοικοδομήσεις και έλαβε την τελική του μορφή και τον πλούσιο εξωτερικό διάκοσμο του το 1644, κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας. Με τους σεισμούς του 1953 καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά, καθώς κατέρρευσε και κάηκε, αλλά ανοικοδομήθηκε με τα ίδια υλικά και αποκαταστάθηκε στην παλαιά του μορφή. Το μόνο που δεν καταστράφηκε τότε ήταν το κωδωνοστάσιό του.

Εσωτερικά ο ναός ήταν όλος διακοσμημένος με σπουδαία έργα τέχνης. Κυρίαρχη θέση είχε η εξαιρετική «ουρανία», η ζωγραφισμένη επίπεδη οροφή, καθώς και οι πίνακες που κάλυπταν τους πλευρικούς τοίχους, όλα έργα του διάσημου ζωγράφου Νικολάου Δοξαρά και των μαθητών του, που έγιναν γύρω στα μέσα του 18ου αιώνα. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο ήταν κατασκευασμένο το 1659 από τον Κρητικό Μανιό Μαγκανιάρη και οι εικόνες του ήταν έργα επίσης διάσημων ζωγράφων του 17ου και του 18ου αιώνα. Αυτή η περίτεχνη διακόσμηση καταστράφηκε κατά τους σεισμούς του 1953 και τα ελάχιστα τμήματά της που σώθηκαν βρίσκονται σήμερα στο Βυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου. Ανάμεσά τους και η εικόνα της Παναγίας Αμολύντου, έργο του 17ου αιώνα, του περίφημου Κρητικού ζωγράφου Εμμανουήλ Τζάνε. Η διακόσμηση που φαίνεται σήμερα στον ναό, τόσο οι αγιογραφίες όσο και τα ξυλόγλυπτα, είναι πιστή ανασύνθεση της παλαιάς, φιλοτεχνημένη από διαπρεπείς καλλιτέχνες. Ο ναός εορτάζει στις 15 Αυγούστου.





Ιερά μονή Παναγίας Οδηγήτριας Απόλπαινας
Λευκάδα

Είναι το πιο παλιό βυζαντινό, χριστιανικό μνημείο που σώζεται στη Λευκάδα, άλλοτε υπήρξε καθολικό μονής και βρίσκεται κοντά στο χωριό Απόλπαινα σε υψόμετρο 70 μέτρων με καταπληκτική θέα στο Ιόνιο πέλαγος και περίπου 2 χιλιόμετρα νότια της πόλης της Λευκάδας.

Το συγκρότημα του μοναστηριού εκτείνεται σε ακανόνιστο τετράπλευρο χώρο που ορίζει χτιστός περίβολος, με τοξωτή είσοδο στη ΝΑ πλευρά και δίπλα από τη Μονή περνάει ο επαρχιακός δρόμος που οδηγεί στους Σφακιώτες, στην Καρυά και γενικά στην ενδοχώρα του νησιού. Στις αρχές του 18ου αιώνα ο ναός ήταν μετόχι της μονής Αγ. Ιωάννη Θεολόγου στην Καρυά και είχε σημαντική κτηματική περιουσία ως το 1927, που απαλλοτριώθηκε.

Αποτελεί το πιο παλιό βυζαντινό, χριστιανικό μνημείο που σώζεται στη Λευκάδα, είναι μονόκλιτος ξυλόστεγος ναός, με τρίπλευρη αψίδα στα ανατολικά, στην οποία ανοίγεται δίλοβο παράθυρο. Οι τοίχοι του ναού είναι κτισμένοι με αργολιθοδομή ενώ τα κατώτερα τμήματα και η αψίδα εξαίρονται με πλινθοπερίκλειστες πέτρες. Η είσοδος της μονής γίνεται από θύρα στη βόρεια πλευρά του ναού.
Στο εσωτερικό σώζονται τοιχογραφίες στο νότιο και στον ανατολικό τοίχο. Οι τοιχογραφίες, εξαιρετικής ποιότητας, ανάγονται στα μέσα του 15ου αιώνα και ξεχωρίζει η εικόνα της Πλατυτέρας στην κόγχη του ιερού βήματος, με χαραγμένες οθωμανικές επιγραφές – ίσως στίχους του Κορανίου - που δείχνουν ότι η τοιχογραφία χρονολογείται πριν από την εποχή της Τουρκοκρατίας στο νησί (1479 - 1684).
 Σύμφωνα με την παράδοση εδώ μόνασε η Ελένη Παλαιολογίνα, αδελφή του Ιωάννη Η' Παλαιολόγου και πεθερά του τελευταίου δούκα της Λευκάδας, Λεονάρδου Β' Τόκκου. Ο Κωνσταντίνος Γ. Μαχαιράς στο βιβλίο του «Ναοί και Μοναί Λευκάδος» αναφέρει σχετικά :

“Το 1463 ο Λεονάρδος ο Γ΄ Τόκκος, δουξ της Λευκάδος, είχε συμφωνήσει γάμον μετά της Μελίσσης, θυγατρός του Μιχαήλ Λαζάρου Βούκοβιτς, βασιλέως της Σερβίας και της Ελένης, κόρης του Θωμά Παλαιολόγου, Δεσπότου της Πελοποννήσου. Επειδή ο γάμος θα ετελείτο εν Λευκάδι, η Ελένη ανέλαβε να συνοδεύση την θυαγατέραν της Μέλισσαν παρά τω νυμφίω. Και ο μεν γάμος εγένετο τω αυτώ έτει 1463, αλλ” η δούκισσα Μέλισσα μετά εν έτος απεβίωσε. Κατόπιν τούτου, η εν Λευκάδι παραμένουσα εισέτι μήτηρ αυτής Ελένη, υπομείνασα καρτερικώς την σκληράν δοκιμασίαν και μη δυναμένη πλέον να ζήση εν τω κόσμω, ωκοδόμησε τω 1464 εν τη περιφερεία του χωρίου Απολπένης Μονήν γυναικών, ην ετίμησεν επ” ονόματι της Υπεραγίας Θεοτόκου της Οδηγητρίας και γενομένη μοναχή υπό το όνομα Υπομονή, ενεκλείσθη εν ταύτη. Η Ελένη Παλαιολογίνα Βούκοβιτς, ή Υπομονή διετέλεσεν Ηγουμένη της εν λόγω Μονής μέχρι του θανάτου της, επισυμβάντος τη 7 Νοεμβρίου 1474 και ετάφη κατά τον Σπυρίδωνα Βλαντήν εντός αυτής, κατά δε τους Γεώργιον Φραντζήν και Δημήτριον Περιτσόπουλον εντός του φρουρίου της Αγίας Μαύρας. Η Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου της Οδηγητρίας από των πρώτων ετών της 18ης εκατονταετηρίδος ήτο Μετόχιον της εν τη περιφερεία του χωρίου Καρυάς Μονής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου εις Λιβάδι.Από του 1928 μέρος των εις την Μονήν της Υπεραγίας Θεοτόκου της Οδηγητρίας ανηκόντων κτημάτων, ήτοι ο εντός του περιτειχίσματος της Μονής χώρος, τα κτίρια ταύτης και 528 ελαιόδενδρα, κείμενα εις διαφόρους τοποθεσίας, ευρίσκονται ήδη εις την κυριότητα και κατοχήν του εν Λευκάδι ιδρυθέντος Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών, εξαρτωμένου εκ του Γραφείου Γεωργικής υπηρεσίας της νήσου. Ο Ναός της ως άνω Μονής εκοσμείτο άλλοτε διά ωραιοτάτων τοιχογραφιών, αίτινες σήμερον είναι επασβεστωμέναι. Κατά τους ειδικούς, αι εν λόγω τοιχογραφίαι ανάγονται εις τα μέσα του 15ου αιώνος.”

Εκτός από το καθολικό, σήμερα σώζονται τρία βοηθητικά κτίσματα, που όμως δυστυχώς είναι ερειπωμένα.
Το πρώτο στην ανατολική πλευρά φιλοξενούσε πιθανόν τα κελιά των μοναχών, ενώ τα άλλα δύο στην νοτιοδυτική χρησιμεύουν ως βοηθητικά κτίρια.
Τον 18ο αιώνα προστίθεται στη μονή ξυλόγλυπτο τέμπλο το οποίο σώζεται σε κακή κατάσταση έως τα μέσα του 19ου αιώνα. Επίσης σε άγνωστη χρονική στιγμή, οι εξωτερικοί τοίχοι και οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό καλύφθηκαν με ασβέστη έως το 1953. Τότε εντοπίσθηκε για πρώτη φορά από τον Λευκαδίτη ιστορικό αείμνηστο Πάνο Ροντογιάννη αυτό το μοναδικό σύνολο, το οποίο παρέμεινε έτσι έως το 1970, όταν η Αρχαιολογική Εταιρεία υπό την εποπτεία του καθηγητή Δημητρίου Πάλλα ολοκλήρωσε την αποτοίχιση του. Έκτοτε οι τοιχογραφίες του ναού της Οδηγήτριας Λευκάδας φυλάσσονται στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Από τον ανατολικό τοίχο προέρχεται μνημειακή παράσταση Ανάληψης, η οποία αποτοιχίστηκε και φυλάσσεται στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών.

ΚΡΗΤΗ


Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Χρυσοσκαλιτίσσης
Κίσαμος

Η Μονή κτίστηκε πιθανώς στα χρόνια της όψιμης Ενετοκρατίας. Στην απογραφή του 1637 μ.Χ. αναφέρεται ως ναός της Παναγίας Γουνοσκαλίτισσας (Madonna Ghunoskaletessa) από τον ιερέα του κοντινού χωριού Κούνενι (Βάθη). Σύμφωνα με την παράδοση πήρε το όνομα Χρυσοσκαλίτισσα επειδή ένα από τα σκαλοπάτια της απότομης κλίμακας που οδηγεί στη Μονή ήταν χρυσό, αλλά το έβλεπαν μόνο οι πιστοί. Το συγκρότημα κτίστηκε με συμπλήρωση του βράχου με θολωτούς χώρους, πάνω στους οποίους σχηματίζεται η επίπεδη αυλή με το νεότερο μονόχωρο, καμαροσκέπαστο καθολικό, που αντικατέστησε το 1894 μ.Χ. το μικρό, σπηλαιώδη ναό. Σε μικρή απόσταση κάτω από το βράχο κτίστηκε ένα ακόμη συγκρότημα, ο Παρθενώνας, που φιλοξενούσε μοναχές, οι οποίες ανήκαν στη Μονή. Στο καθολικό σώζεται η εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου, έργο καλής τέχνης του β΄μισού του 17ου αιώνα μ.Χ., ιδιαίτερα σεβαστή στους πολλούς προσκυνητές.


Ιερά Μονή Αγκαράθου

H Μονή Αγκαράθου είναι μονή καθιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η θέση της είναι στην επαρχία Πεδιάδος, Ηρακλείου, στα νοτιοδυτικά του υψώματος Σωρός Παντελή , σε υψόμετρο 538 μ. Είναι ένα από τα παλαιότερα μοναστήρια της Κρήτης. Χειρόγραφα που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο Ιστορίας, χρονολογούμενα από 1559 μ.Χ., αποδεικνύουν ότι είχε μια σημαντική βιβλιοθήκη. Κατά τη διάρκεια της Βενετοκρατίας η Μονή Αγκάραθου και το Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο Ηράκλειο ήταν κέντρα εκπαίδευσης στα οποία φοίτησαν σπουδαίοι επιστήμονες. Το όνομα του μοναστηριού προέρχεται από την Αγκαραθιά, που σημαίνει φασκόμηλο της Ιερουσαλήμ, γιατί πιστεύεται ότι μια εικόνα της Παναγίας βρέθηκε σ' αυτό το σημείο κάτω από ένα θάμνο φασκομηλιάς της Ιερουσαλήμ.

Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν το νησί η εικόνα της Παναγίας κι άλλα ιερά αντικείμενα στάλθηκαν μ' ένα ηγούμενο στα Κύθηρα για προστασία. Πολλές επιγραφές στο μοναστήρι χρονολογούνται από τη Βενετοκρατία αν και η σημερινή εκκλησία είναι καινούργια.

Ο ναός της Μονής είναι δίκλιτος και το άλλο κλίτος είναι καθιερωμένο στον Άγιο Μηνά. Σήμερα είναι ενοριακή και η απόστασή της από το Ηράκλειο είναι 22,8 χλμ. Ο ναός ανεγέρθηκε εκ βάθρων στη θέση παλαιότερου ναού και εγκαινιάστηκε το 1894 μ.Χ. Το Μάρτιο του 1893 μ.Χ. γκρεμίστηκε από καταιγίδα το καμπαναριό του ναού και ανοικοδομήθηκε ξανά.

Αν και δεν γνωρίζουμε το χρόνο ίδρυσης της Μονής που είναι από τις αρχαιότερες στην Κρήτη, αναφέρεται σε χειρόγραφο του 1532 μ.Χ. στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας. Επίσης, αναφέρεται και σε συμβόλαιο του 1538 μ.Χ. και από τον Cornelius. Στη βόρεια πύλη της μονής υπάρχει η χρονολογία 1585 μ.Χ. και στη νότια το 1583 μ.Χ. Κοντά στη σημερινή είσοδο αναγράφεται σε σαρκοφάγο το έτος 1554 μ.Χ. και η επιγραφή ΘΕΟΔΩΡΟ ΤΟΥΜΠΑ. Στα δεξιά της εισόδου βρίσκεται θολωτή αποθήκη με επιγραφή που γράφει ότι το παρόν είναι έργο του Μαξίμου Λουκάρεως (αδερφού του Κύριλλου Λούκαρη) και τη χρονολογία 1628 μ.Χ.

Κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας το μοναστήρι αποτέλεσε φυτώριο παιδείας. Ηγούμενοι στη μονή διετέλεσαν πολλοί, που αργότερα κατέλαβαν πατριαρχικούς θρόνους, όπως ο Μελέτιος Πηγάς, Πατριάρχης Αλεξανδρείας (βλέπε 13 Σεπτεμβρίου) και ο Κύριλλος Λούκαρης (βλέπε 27 Ιουνίου). Τα κειμήλια , μεταξύ των οποίων και η αρχαιότατη εικόνα της Παναγίας της Ορφανής, και τα έγγραφα της Μονής μεταφέρθηκαν στα Κύθηρα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το μοναστήρι διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και κατά τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων. Το 1646 μ.Χ. καταρτίστηκε σώμα Κρητικών από τον τότε ηγούμενο Αθανάσιο Χριστόφορο και πολέμησε κατά των Τούρκων. Κατά την Τουρκοκρατία ο πρώτος Μητροπολίτης Κρήτης, Νεόφυτος Πατελάρος, έδρευε στην Αγκάραθο και κατόρθωσε να ανασταλεί η διαταγή για την καταστροφή του μοναστηριού, χάρη στις φιλικές σχέσεις με τον Πασά Αχμέτ Κιοπρουλί.



Ιερός Ναός Παναγίας Κεράς 
Κριτσάς

Νότια και σε απόσταση περίπου 500 μ. από τον οικισμό της Κριτσάς βρίσκεται ο τρίκλιτος, θολοσκεπής, με τρούλλο στο κεντρικό κλίτος ναός της Παναγίας της Κεράς. Ο ναός αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα επισκέψιμα μνημεία της Κρήτης λόγω του εκτεταμένου και καλά διατηρημένου τοιχογραφικού διακόσμου από διάφορες περιόδους της βυζαντινής ζωγραφικής.

Ο αρχικός ναός, το σημερινό κεντρικό κλίτος το αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, πιθανόν κατασκευάστηκε κατά τη με­σο­βυζαντινή περίοδο και φέρει τοιχογραφικό διάκοσμο από δύο εποχές.

Στα μέσα του 13ου αι. τοποθετείται το πρώιμο στρώμα που σώζεται μερικώς στο ιερό βήμα, ενώ το δεύτερο στρώμα με τις σκηνές του Δωδεκαόρτου στον τρούλλο ανήκει στις αρχές του 14ου αι., όταν ο ναός δέχτηκε μία εκτεταμένη ανακαίνιση κατά την οποία ανακατασκευάστηκε και ο τρούλλος. Ιδιαίτερης επισήμανσης χρήζει η απεικόνιση του αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, προστάτη των φτωχών που έχαιρε ιδιαίτερης λατρείας και από τους ορθοδόξους, με το χαρακτηριστικό ένδυμα του τάγματος του, το οποίο αφήνει ακάλυπτα τα στίγματά του.
Την ίδια περίοδο, δηλαδή στις αρχές του 14ου αι., τοιχογραφήθηκε από ιδιαίτερα ικανό ζωγράφο και το νότιο κλίτος, το αφιερωμένο στην Αγία Άννα η οποία εικονίζεται στηθαία στο τεταρτοσφαίριο της κόγχης του ιερού. Το κλίτος ιστορείται με σκηνές του μαριολογικού κύκλου από τα απόκρυφα ευαγγέλια.
Στα μέσα του 14ου αι. ιστορήθηκε και το βόρειο κλίτος, το αφιερωμένο στον Άγιο Αντώνιο. Η απεικόνιση της Δευτέρας Παρουσίας στο σύνολο της καμάρας του κλίτους, καθώς και η απεικόνιση των αφιερωτών από την οικογένεια του Γεωργίου Μαζηζάνη στον νότιο τοίχο, υποδηλώνουν την πιθανή χρήση του ως ταφικό παρεκκλήσι.



 Παναγία Κερά Ελεούσα Κιθαρίδας

Ο άκρως εντυπωσιακός ναός του Αγίου Φανουρίου στην Κιθαρίδα, που χρησιμοποιείται σήμερα ως κοιμητηριακός, υπήρξε το καθολικό της ανδρικής μονής της Παναγίας της Ελεούσας. Η μονή ήταν μετόχι της Μονής Αγίας Ειρήνης.
Ο ναός αποτελείται από τρία κλίτη αφιερωμένα στον Άγιο Χαράλαμπο, στην Κοίμηση της Θεοτόκου και στον Άγιο Φανούριο, και νάρθηκα τοποθετημένο μπροστά από το ιερό. Πάνω σε κάθε κλίτος υπάρχει ένας τρούλος. Το γεγονός ότι υπάρχει τρούλος πάνω στο ιερό είναι πολύ σπάνιο.Το εξωτερικό της εκκλησίας είναι διακοσμημένο με κυκλικά σχήματα με ιδιαίτερες ζωγραφιές, κυρίως πουλιών.
Η μονή πιστεύεται ότι λειτουργούσε από τον 11ο αιώνα. Από αναφορές είναι γνωστό ότι το 1175 η μονή ξανακτίστηκε στη θέση κατεστραμμένων κτιρίων. Ο νάρθηκας προστέθηκε την περίοδο της Ενετοκρατίας. Το 1822 οι μοναχοί σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους, η μονή λεηλατήθηκε και κάηκε η πλούσια βιβλιοθήκη της


Πηγές - Βιβλιογραφία

- Μονή Κοίμησης Θεοτόκου Τορνικίου, Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, 11η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
-  Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Τορνικίου, Σωτήρης Βογιατζής, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία
 - Ι.Μ.Κοίμησης Θεοτόκου Τορνικίου,Τοιχογραφίες, Τσιάπαλη Μαρία, αρχαιολόγος
- Μονή Κοίμησης Θεοτόκου Γρεβενών, Αγαθονίκη Τσιλιπάκου, αρχαιολόγος, Τσιάπαλη Μαρία, αρχαιολόγος, 11η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Εφορεία Αρχαιοτήτων Γρεβενών, Υπουργείο Πολιτισμού
- Περιοδικό Αρχαιολογία, Ένα μοναστήρι μετακομίζει
-  Ναός της Παναγίας Παναξιώτισσας, φωτογ.Μιχάλης Νινόγλου
- Δήμος Δεσκάτης
- Δήμος Ρόδου
- Δήμος Νικολάου Σκουφά
- Δήμος Λευκάδος
- Δήμος Καλαμπάκας
- Δήμος Ηρακλείου
- Περιφέρεια Ηπείρου - Περιφερειακή ενότητα Άρτας
-  Περιφέρεια Ιονίων Νήσων
- Ιερά Μητρόπολις Άρτης
- Ορθόδοξος Συναξαριστής
- Ορθόδοξη Κρήτη
- Ιερά Μητρόπολις Ναυπάκτου και Αγίου Βλασσίου
- Ιερά Μητρόπολις Λευκάδος και Ιθάκης
- Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
- Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος
- Υπουργείο Πολιτισμού, Εφορεία Αρχαιοτήτων Αιτωλοακαρνανίας και Λευκάδος
-  Κοίμησης της Θεοτόκου στην Αιανή, Αγαθονίκη Τσιλιπάκου, αρχαιολόγος
- Κοίμηση Θεοτόκου Τσαριτσάνης, φωτογραφικό υλικό αμμοβολής αναπαλαίωσης Σ. Λιόντας
- Ενδοχώρα Ηρακλείου,Μονή Παλιανής
- Οι Παναγίες της Ρόδου, εφ.Ροδιακή
- Νησιά του Αιγαίου, εκκλησίες της Ρόδου
- Ευαγγέλος Π. Λέκκος,Τα ελληνικά μοναστήρια
- Γυμνάσιο Σοφικού Κορινθίας
- Θρησκευτικά μνημεία Κρήτης, οδηγός Κρήτης
- Ιστορικά μοναστήρια της Κρήτης, Τ. Πάσχος,Σελίδες Ιστορίας και Επιστήμης
- Στυλιανός Πελεκανίδης, Καστοριά Βυζαντινή τέχνη στην Ελλάδα. Ψηφιδωτά, τοιχογραφίες /γενική εποπτεία Μανόλης Χατζηδάκης,1984
- Ορθόδοξα Ελληνικά Μοναστήρια, Κόκορης Δημήτριος, εκδ.Σταμούλης 2002
-  Εκκλησίες και Εξωκκλήσια της Ρόδου από τον 11ο έως και τον 16ο αιώνα, των Μάγδας Μαριά και Συμεών Δοντά
- Η Βυζαντινή Άρτα και τα μνημεία της, Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου,έκδ Υπουργείο Πολιτισμού 2002 ,σελ.166
- Το Ηράκλειον και ο Νομός του, εκδ. Νομ. Ηρακλείου
- Ν. Ψιλάκης, Μοναστήρια και ερημητήρια της Κρήτης, Ηράκλειο 1994
 - Μ.Γ. Ανδριανάκης, Βυζαντινά και Μεταβυζαντινά Μνημεία της Κρήτης, Κρητολογικά Γράμματα 17 (2001)


Ανανεώθηκε 15/8/2017
Συνεχίζεται..


 Nαοί και Μονές της Παναγίας της Ορθοδοξίας 1



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου