Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Τάγματα Ασφαλείας και ένοπλες ομάδες 3

EAME 

Εθνικόν Αντικομμουνιστικόν Μέτωπον Ελλάδος 

Αρχικά ονομαζόταν Ο.Π.Ν.Ε, Οργάνωσις Πρωτοπόρων Νέας Ευρώπης. Ιδρύθηκε με εντολή της Γερμανικής προπαγάνδας τους πρώτους μήνες του 1943. Στην ίδρυσή της πρωτοστάτησαν οι αδελφοί Κύρου, Κριμπάς (υπουργός της 4ης Αυγούστου),
Κονδάκης αντισυνταγματάρχης Ιππικού, Γιάνναρος και ο Γ. Ριζόπουλος. Την καθοδηγούσε, την ενίσχυε και την χρηματοδοτούσε η Γκεστάπο και ο υπουργός της φιλογερμανικής κυβέρνησης Ταβουλάρης. Εξέδιδε τις εφημερίδες ''Ελληνική Φωνή'' και ''Προμαχών''.
Συνεργάζονταν με την Ε.Σ.Π.Ο. Με την οργάνωση αυτή συνεργάζονταν μεταξύ άλλων ο φιλοναζιστής, από το 1934, Γ. Μερκούρης, ο αντισυνταγματάρχης Οικονομάκος, ο αστυνομικός Πολυχρονόπουλος κ.ά. Στη διοίκησή της μετείχε και ο Νικόλαος Ματούσης, στέλεχος και της ''Ρουμανικής Λεγεώνας'' του λεγόμενου Πριγκιπάτου της Πίνδου. Ο  Οικονομάκος,μάλιστα, ως μέλος εννεαμελούς επιτροπής παρουσιάστηκε στον Τσολάκογλου και εζήτησε να ταχθεί η Ελλάδα ''παρά το πλευρόν του άξονος''.
Η ΕΑΜΕ ανέπτυξε αντιΕΑΜική δράση. Τα μέλη της ήταν περίπου εκατό, δρούσαν στην Αθήνα και διεξήγαγαν αντικομμουνιστικό αγώνα με τοιχοκολλήσεις και προκηρύξεις. Η οργάνωση προέτρεπε τον Ελληνικό λαό να πειθαρχεί στις αρχές κατοχής και να απέχει από σαμποτάζ και διαδηλώσεις. Η δράση της οργάνωσης σταματάει το 1944.





ΕΣΠΟ
Ελληνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωση 

Πρώτος αρχηγός της οργάνωσης ήταν ο γιατρός Γεώργιος Βλαβιανός, ο οποίος μαζί με άλλους ομοϊδεάτες του εθνικοσοσιαλιστές την ίδρυσε αμέσως μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα.
Οι Γερμανοί αναγνώρισαν αμέσως την οργάνωση, τη χρηματοδότησαν και της έδωσαν ένα τετραόροφο κτίριο στη συμβολή των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος κοντά στην Ομόνοια για να στεγάσει τα γραφεία της.
Κατείχε τον πρώτο και το δεύτερο όροφο ενός μεγάλου κτιρίου. Στα μεγάλα μπαλκόνια κυμάτιζε η γερμανική, η ελληνική, η ιταλική και η ιαπωνική σημαία. Στον τρίτο όροφο βρίσκονταν τα στελέχη της γερμανικής GFP (Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία). Το κτίριο διέθετε επίσης και ημιώροφο με είσοδο από τη Γλάδστωνος. Στη σκάλα υπήρχε φρουρός που ζητούσε από τους εισερχόμενους ταυτότητες.

 Τα γραφεία της ΕΣΠΟ μετά την ανατίναξη από την ΠΕΑΝ
Κάτω: Κατάσβεση πυρκαγιάς στα γραφeία



Οι δραστηριότητες της ΕΣΠΟ επεκτάθηκαν σε πολλούς τομείς. Εκτός απο την πραπαγάνδα και την πολιτική διαφώτιση, που ανέλαβε επίσης ο γιατρός Σπύρος Στεροδήμας, η οργάνωση διατηρούσε αθλητικό, καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό τμήμα. Νεαροί, άγνωστοι τότε λογοτέχνες και ποιητές, είχαν ιδρύσει μέσα στην ΕΣΠΟ μια άλλη ομάδα, την ΑΟΝΛ, Ανεξάρτητη Ομάδα Νέων Καλλιτεχνών, και εξέδιδαν το περιοδικό ιδεολογικών αναζητήσεων ''Κοραής''. Επικεφαλής αυτής της ομάδας ήταν ο Νίκος Ματθαίου, συνεργάτης του Κυριάκη και της Σίτσας Καραϊσκάκη στο κατοχικό ραδιόφωνο.

Η οργάνωση φιλοδοξούσε να αποτελέσει το φυτώριο του εθνικοσοσιαλισμού για τους Έλληνες ομοιδεάτες και να συμμετέχει στο βαθμό που αυτό ήταν δυνατό στη διακυβέρνηση της χώρας με τοποθέτηση μελών της σε κυβερνητικές θέσεις. Ένα απο τα πιο δραστήρια και ιδρυτικά στελέχη της οργάνωσης ήταν ο Σταύρος Βελλόπουλος, φίλος του Γ. Βλαβιανού και του Ανδρέα Κονδάκη.

 Ο Βελλόπουλος που ανήκε στη φιλόδοξη ομάδα του Ανδρέα Κονδάκη (παρ’ ολίγο κατοχικού υπουργού Εργασίας), είχε  υπογράψει στις 25 Απριλίου 1941, ως εκπρόσωπος παλαιοπολεμιστικής οργάνωσης, έγγραφο στο οποίο μεταξύ άλλων αναφερόταν:

«...Οι συμμορίται της βλεδυράς 4ης Αυγούστου, εν γνώσει του αναποφεύκτου της εθνικής συμφοράς, έθεσαν εν κινδύνω αυτήν την ύπαρξιν της Ελληνικής φυλής, δολίως παρασύραντες εκ νέου την πτωχήν Ελλάδα με το μέρος των πλουτοκρατών και του Διεθνούς Εβραιομασσωνισμού... Ο δε ξένος προς την Ελληνικήν ψυχήν πρώην Βασιλεύς Γεώργιος Β’, τον οποίον δι’ εξαπατήσεως του λαού εγκατέστησεν εν Ελλάδι η διεθνής πλουτοκρατία, όστις ήθελε να παριστάνη τον Λεωνίδαν των Θερμοπυλών, αυτός εδραπέτευσε διά νυκτός εξ Αθηνών πριν ακόμη ο κίνδυνος εμφανισθή καν εις Θερμοπύλας...».

Άλλα ιδρυτικά μέλη της ΕΣΠΟ ήταν οι : Γεώργιος Σουλιώτης, απόστρατος αξιωματικός, Σπυρίδων Τσάκωνας, απόστρατος αξιωματικός, Γεώργιος Τριαντόπουλος, δικηγόρος (ένας απο τους αρχηγούς της ΕΣΠΟ μετα την ανατίναξη των γραφείων της), Κων/νος Κουτουμάνος, υπάλληλος του ΙΚΑ, Γεράσιμος Μονόπολης, επιχειρηματίας, Δημ. Αναστασίου, δημόσιος υπάλληλος και αρχηγός της ομάδας κρούσης της οργάνωσης, Αχιλλέας Κοντοράτος, αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού κ.α.

Ο Βλαβιανός, αρχηγός της ΕΣΠΟ, διορίσθηκε το καλοκαίρι του 1941, απο την κατοχική κυβέρνηση πρόεδρος της κοινότητας Κηφισιάς, ήταν δε τακτικός επισκέπτης της γερμανικής πρεσβείας. Κατά την ίδρυση της ελληνογερμανικής προπαγανδιστικής εταιρίας ''Ελεύθερο Βήμα'' τοποθετήθηκε αντιπρόεδρος του ΔΣ της εταιρίας με αναπληρωτή του τον υπάλληλο της γερμανικής πρεσβείας Φερδ. Φοράουερ.  

Τον Φεβρουάριο του 1942 προέκυψαν μέσα στους κόλπους της οργάνωσης κάποιες διαφωνίες μεταξύ γερμανόφιλων και ιταλόφιλων, με αποτέλεσμα την παραίτηση του Γ. Βλαβιανού και την αντικατάστασή του από τον Σπύρο Στεροδήμα, που ήταν φανατικός γερμανόφιλος και δεινός ρήτορας.

Κυριότερη δραστηριότητα της ΕΣΠΟ ήταν η πρασπάθειά της να δημιουργήσει μια ελληνική λεγεώνα για να αποσταλεί με τους άλλους Ευρωπαίους εθελοντές στο Ανατολικό Μέτωπο. Η προπαγάνδα της οργάνωσης είχε κάποια αποτελέσματα, αφού στις 21 Ιουλίου 1941 η γερμανική πρεσβεία τηλεγραφούσε στο Βερολίνο πως ''ιδέα συγκρότησης ελληνικής λεγεώνας που θα πολεμήσει κατά της Ρωσίας βρίσκει απήχηση σε ευρείς κύκλους του λαού''. Το θέμα προωθήθηκε και η υπογραφή της σχετικής συμφωνίας απο τον στρατηγό Μπάκο ήταν θέμα χρόνου. Προέβαλαν όμως βέτο οι Ιταλοί, οι οποίοι ζήτησαν να μην επιτραπεί η αποστολή Ελλήνων στο Ανατολικό Μέτωπο και έτσι αναβλήθηκε.
Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1942, ημέρα Κυριακή, ανατινάχθηκε το κτίριο από μέλη της ΠΕΑΝ1  και τυλίχθηκε στις φλόγες.
Η ΕΣΠΟ σύντομα ανασυστάθηκε και την αρχηγία της ανέλαβε ο Γεώργιος Τριαντόπουλος. Αρχικά με τις παροχές και τη χρηματοδότηση που συνέχισαν οι Γερμανοί, να τους παρεχουν, στεγάστηκαν  σε κτίριο επί της οδού Σταδίου (κτίριο Γουτάκη) και αργότερα στο επιταχθέν κτίριο του Οικονομικού Γυμνασίου, στην γωνία Ακαδημίας και Χαρ. Τρικούπη.
Τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής η οργάνωση διαλύθηκε, αλλά ο υπαρχηγός της  Γεώργιος Παντέλογλου, που μετακατοχικά εκτελέστηκε, είχε ιδρύσει μαζί με άλλα στελέχη την ΟΕΔΕ. Η ΟΕΔΕ λειτούργησε μέχρι την τελευταία ημέρα που έφυγαν οι Γερμανοί και μερικοί από τους ιθύνοντες κατευθύνθηκαν στη Βιέννη, όπου παρέμειναν μέχρι την τελική πτώση του Τρίτου Ράιχ.

Τον Απρίλιο του 1948, το Συμβούλιο Εφετών με την υπ’ αριθ. 504 απόφασή του, που απάρτιζαν οι Π. Τζαννετάκης, Μαρ. Παντελής και Ηρ. Καμούτσης, αναφέρει μεταξύ άλλων:

«...Κατά μήνα Μάιον έτους 1941, πλείστοι ανώτατοι και ανώτεροι Αξιωματικοί του Στρατού ημών, διακεκριμένοι νομομαθείς, ιατροί, και πολιτευόμενοι των εθνικών κομμάτων, συνταξιούχοι ανώτατοι και ανώτεροι υπάλληλοι, εν ενεργεία τοιούτοι ως και άλλων ιδιοτήτων, τα μάλλα όντες συγκεκινημένοι το μεν εξ της κατοχής της πατρίδος ημών εκ μέρους των κατακτητών, το δε λόγω των θλιβερών αποτελεσμάτων της τοιαύτης κατοχής εις βάρος της Ελληνικής Κοινωνίας, απεφάσισαν όπως ιδρύσωσιν οργάνωσιν τινά, ήτις τη βοηθεία της τότε Κυβερνήσεως της χώρας ημών, των πάσης αρμοδιότητος κρατικών υπηρεσιών και εν γένει Ιδρυμάτων και Οργανισμών, ως και διά προσφυγής αξιοπρεπούς και εθνοπρεπούς προς την εν Γερμανία διοίκησιν αυτής μεριμνά, πρώτον, διά την εξασφάλισιν της ακεραιότητος της πατρίδος μας, δεύτερον διά την συγκέντρωσιν εν νοσοκομείοις και περίθαλψιν απάντων των τραυματιών και ασθενών του τελευταίου ημών πολέμου, τρίτον διά την διατήρησιν και τόνωσιν του εθνικού φρονήματος της δεινώς δοκιμαζομένης Κοινωνίας μας, τέταρτον διά την ηθικήν και υλικήν προστασίαν παντός δεινοπαθούντος και δεομένου τοιαύτης Έλληνος ως και των δεομένων τοιαύτης εκ των μελών αυτής και, πέμπτον διά την σωτηρίαν της τε Πατρίδος και Κοινωνίας ημών εκ του κινδύνου μείζονος τοιούτου του εκ της κατοχής, του κομμουνισμού. Και πράγματι συσταθείσης της τοιαύτης οργανώσεως κατά μήνα Μάιον έτους 1941, υπό την επωνυμίαν «Ελληνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις» και με πρώτον αρχηγόν αυτής τον ιατρόν και υφηγητήν Πανεπιστημίου Γ. Βλαβιανόν, μέλη δε κατά το πλείστον εκ των άνω αναφερομένων προσωπικοτήτων, λίαν αξιολόγους κατέβαλον προσπαθείας πάντες ούτοι, όπως επιτελέσωσι τους ανωτέρω αποφασισθέντας ιερούς σκοπούς.
Ατυχώς όμως, πλην ελαχίστων εθνικού περιεχομένου ενεργειών, δεν ηδυνήθησαν οι ανωτέρω επίλεκτοι ιδρυταί της εν λόγω οργανώσεως να προαγάγωσι το έργον αυτής, το μεν διότι αι υπηρεσίαι κατοχής αντέδρων εις πάσαν τοιαύτην αυτών ενέργειαν ως εκ των απολύτως ελληνοπρεπών και υπέρ των συμμάχων μας αισθημάτων αυτών, το δε διότι οι αρχικώς λίαν ελάχιστοι φιλικώς διακείμενοι προς τας αρχάς κατοχής εκ των μελών της επεδίωξαν κατά τας αρχάς του έτους 1942, διά μη ηθικού τρόπου και μέσων, την κατασυκοφάντησιν των ανωτέρω πράγματι αρίστων πατριωτών μελών, την απομάκρυνσιν αυτών εκ της εν λόγω οργανώσεως και συνάμα την ανάληψιν της αρχηγίας και διοικήσεως αυτής υπ’ αυτών. Και όντως απομακρυνθέντος του πρώτου ως άνω αρχηγού, η διοίκησις της ειρημένης οργανώσεως, κατά τους πρώτους μήνας του 1942 περιήλθεν εις την ελαχίστην μειοψηφίαν των μελών αυτής, των φιλικώς προσκειμένων προς τον κατακτητήν, με αρχηγόν τον Σ. Στεροδήμαν, μη καλόν Έλληνα, ήδη αποβιώσαντα, μικρόν δε κατά μικρόν έκτοτε η εν λόγω οργάνωσις ου μόνον απεμακρύνθη και εγκατέλειψε τους ανωτέρω ιερούς σκοπούς αυτής, αλλ’ επί πλέον η νέα διοίκησις αυτής επεδίωξεν επαφήν και συνεργασίαν μετά του κατακτητού, κυρίως προς απόκτησιν ατομικών ωφελειών των ελαχίστων ως άνω είρηται τοιούτων μελών αυτής και των προστατευομένων της. Δι’ ο από της δευτέρας ταύτης περιόδου της δράσεώς της μέγας αριθμός εκ των ανωτέρω εξαιρέτων πρώτων ιδρυτικών μελών αυτής, απεχώρησαν χωρίς παντάπασιν εφεξής να επανέλθωσιν ή οπωσδήποτε να αναμιχθώσιν εις το ουχί εθνικόν αυτής έργον.
Επίσης δε λόγω της τοιαύτης σοβαράς παρεκκλίσεως εκ των ηθικών και εθνικών αρχών αυτής, επεδιώχθη και εξετελέσθη η κατά μήνα Αύγουστον ή Σεπτέμβριον 1942 ανατίναξις του οικήματος της εν λόγω οργανώσεως και η συνεπεία ταύτης θανάτωσις ικανού αριθμού εκ των συνεδριαζόντων, αντιθέτων αντιλήψεων των αρχικών τοιούτων μελών της, εν οις και ο δεύτερος αρχηγός αυτής Σ. Στεροδήμας...».



Η Ελληνική Δικαιοσύνη, με την υπ’ αριθ. 31/20.1.1947 απόφαση του Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων, έκρινε τον Γεώργιο Βλαβιανό και υιοθέτησε αθωωτική πρόταση του Επιτρόπου Σπ. Φραγκούλη:

«...Αληθές είναι ότι ο κατηγορούμενος ούτος υπήρξεν εκ των πρωτεργατών της συστάσεως της οργανώσεως ΕΣΠΟ και επί τινας μήνας από της συστάσεώς της αρχηγός της, δεν πιθανολογείται όμως εκ της προανακρίσεως, αντιθέτως δ’ αποκρούεται εξ αυτής και δη εκ των συνδυαζόντων αλλήλαις ως προς τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα και συνεκτιμωμένων καταθέσεων των Γ. Αναφιώτη, Γ. Μπότση, Ηλ. Ξηρού, Γ. Μονοπούλου, Νικ. Παπαδημητρίου, Πόπης Κουνδούρου, Παν. Σιγαλού, Στ. Παπανδρέου, Β. Μοίρα, Τηλ. Πατεράκη, Στ. Δημητρακάκη, Δημ. Διακοπούλου, Γ. Πατρονικόλα κλπ. ότι οι σκοποί της ως είχεν αύτη κατά την αρχικήν της σύνθεσιν, υπήρξαν προδοτικοί διά το αγωνιζόμενον Έθνος, υποστηρίζεται δε μάλλον υπό τινων των ως είρηται μαρτύρων ότι οι σκοποί της έτεινον εις εξυπηρέτησιν των Ελλήνων διά της εκμεταλλεύσεως υπέρ αυτών των στενών σχέσεων, ας είχον οι ιδρυταί της μετά των Γερμανών. Βραδύτερον η εν λόγω οργάνωσις εκτραπείσα του ως είρηται αρχικού σκοπού της κατέστη οργάνωσις δουλική, εξάρουσα, προπαγανδίζουσα και συντρέχουσα ποικιλοτρόπως το έργον των κατακτητών το εγκληματικόν διά την όλην ανθρωπότητα και ιδιαζόντως διά την ατυχή ταύτην χώραν και μετετράπη εις οργάνωσιν μη διαφέρουσαν, ίσως δε και υπερακοντίσασα εις βαναυσότητα και ατιμίας, οιανδήποτε γερμανικήν τοιαύτην, αλλ’ εκ της όλης προανακρίσεως απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος ευθύς ως αντελήφθη τας αντεθνικάς τάσεις αυτής διέκοψε πάσαν μετ’ αυτής επικοινωνίαν, αποβαλών και την αρχικήν ιδιότητα και κατά τινας μάρτυρας ετάχθη αντιμέτωπος αυτής, ούτω δε εμφανίζεται ήδη, κατά την γνώμην μου, εξιλεασθείς διά την δημιουργίαν αυτής της τόσον ζημιωσάσης τον εθνικόν αγώνα...».


Στο σκεπτικό της αποφάσεως, που προαναφέρθηκε, γίνεται μνεία για τις κατηγορίες που βάρυναν τον ιδρυτή της ΕΣΠΟ Γεώργιο Βλαβιανό. Συγκεκριμένα:

«...Λαβήν εις την άσκησιν ποινικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου έδωκαν κυρίως: 1) η από 16.11.48 εν Καΐρω έκθεσις του μέλους της συμμαχικής οργανώσεως «Μήδας» Σωτ. Ταγκλή, εμπόρου, καθ’ ην «φιλοαξονική οργάνωσις εν Ελλάδι, εκτός άλλων, ήτο και η ΕΣΠΟ», αρχηγός της οποίας ήτο ο κατηγορούμενος, βραδύτερον δε ο Στεροδήμας, 2) η από 26.8.44 κατάθεσις εν Καΐρω του Πλωτάρχου Π.Ν. Ν. Γιγάντε, καθ’ ην ωσαύτως η ΕΣΠΟ εθεωρείτο ως φιλοαξονική οργάνωσις, ης διευθυντής ήτο ο κατηγορούμενος, και 3) η πληροφορία ατόμου τινός ονομαζομένου Παύλου Μέγα προς τον υποδιευθυντήν της ΔΕΥΠ Ιω. Πανόπουλον, καθ’ ην ο κατηγορούμενος ήτο αναμφισβητήτως πράκτωρ των Γερμανών, ιδρύσας την ΕΣΠΟ εξ ης όμως απεχώρησε διαφωνήσας προς τα άλλα γερμανόφιλα μέλη, αλλ’ ότι ούτος δεν έπαυσε να είναι πράκτωρ, συχνάζων εις την Γερμανικήν Πρεσβείαν, περιερχόμενος τα διάφορα Υπουργεία προς διεκπεραίωσιν υποθέσεων ιδιωτών επ’ αμοιβή κλπ. Εκ της ενεργηθείσης προανακρίσεως προέκυψε το αναμφισβήτητον γεγονός ότι πράγματι ο κατηγορούμενος μετ’ άλλων ιδιωτών συνέπηξαν κατά το τέλος Ιουνίου 1941 την ως άνω οργάνωσιν, ης σκοπός εφέρετο ότι ήτο η απάλυνσις της σκληρότητος του Γερμανού κατακτητού έναντι των καταπιεζομένων υπό της δουλείας Ελλήνων, ήτις θα επήρχετο διά της επιφανειακής φιλικής πολιτείας της οργανώσεως προς τον κατακτητήν. Επίσης προέκυψεν ότι πρώτος πρόεδρος της οργανώσεως ανέλαβεν ο κατηγορούμενος, ως εκ της γερμανομαθείας του, δεδομένου ότι είχε φοιτήσει εις διάφορα γερμανικά πανεπιστήμια, του εκ του γάμου του μετά Γερμανίδος, λαβόντος χώραν αρκετά έτη προ του πολέμου, συνδέσμου του κλπ. ...». 


 

Μανώλης Μανωλέας 1900 - 1944 

 Ο Μανωλέας γεννήθηκε στην Καρδαμύλη το 1900. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αντώνης Κρητικός.
Στις αρχές της δεκαετίας του '20 εντάχθηκε στην ΟΚΝΕ και το ΚΚΕ και το 1925 εκλέχθηκε Πρόεδρος των Ναυπηγοξυλουργών της Καλαμάτας. Κατά τα χρόνια 1926-1927 διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του Εργατικού Κέντρου του Γυθείου. Το 1929 η δράση του μετατέθηκε στον Πειραιά όπου ανέλαβε βασικές καθοδηγητικές θέσεις. Το 1932 εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής του ΚΚΕ στον Πειραιά με το Ενιαίο Μέτωπο Εργατών Αγροτών (ΕΜΕΑ). Ένα χρόνο αργότερα ταξίδεψε στην ΕΣΣΔ όπου σπούδασε στην κομματική σχολή στη Μόσχα ΚΟΥΤΒ, το Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο Εργαζομένων της Ανατολής. Το 1935 επέστρεψε στην Ελλάδα, και τέθηκε εκ νέου υποψήφιος του ΚΚΕ στον Πειραιά, όπου ξαναεκλέχθηκε στις εκλογές του 1936 με το Παλλαϊκό Μέτωπο. Ο Μανωλέας ήταν τόσο δημοφιλής στον Πειραιά, που ο πειραιώτικος λαός πρότιμησε εκείνον ως βουλευτή και όχι τον ίδιο το Γενικό Γραμματέα Νίκο Ζαχαριάδη που τελικά δεν εκλέχθηκε. Εξάλλου τα μέλη του ΚΚΕ στον Πειραιά ήταν γνωστά ως οι Μανώληδες. Λίγο μετά την εκλογή του εγκαθιδρύθηκε η μεταξική δικτατορία που τον συνέλαβε.

Ο Μανωλέας ήταν από τα πρώτα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ που συνέλαβε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Κρατήθηκε, κατά σειρά, στις φυλακές Ανάφης, Αίγινας και Κέρκυρας, στην Ακτίνα Θ' μαζί με τον Ζαχαριάδη. Το Δεκέμβρη του 1938 στην Κέρκυρα υπέγραψε δήλωση αποκήρυξης του Κομμουνισμού και αποφυλακίστηκε. Σημαντικό ρόλο στην απόφασή του αυτή έπαιξε ο φριχτός θάνατος λίγες μέρες πριν του Χρήστου Μαλτέζου.

Μετά την αποφυλάκιση εντάχθηκε στην ΕΟΝ και συνεργάστηκε με τις αρχές ασφαλείας. Με εντολή του Μανιαδάκη μαζί με άλλους πρώην κομμουνιστές που είχαν ενταχθεί στην Ασφάλεια συγκρότησε στα τέλη του 1939 την Προσωρινή Διοίκηση του ΚΚΕ, το συνδεδεμένο με τις αρχές "καθοδηγητικό" όργανο του ΚΚΕ, με σκοπό να εξαρθρωθεί ο πραγματικός παράνομος μηχανισμός του ΚΚΕ και να συλληφθούν τα μέλη του ΚΚΕ που αγνοούσαν το ρόλο της ΠΔ.

Το 1940 ο Μανωλέας από κοινού με άλλα στελέχη της Ασφάλειας, της Χωροφυλακής και άλλα δεξιά και ακροδεξιά στοιχεία συγκρότησαν την Εθνική Σοσιαλιστική Πανελλήνια Οργάνωση (ΕΣΠΟ) στα πρότυπα άλλων ναζιστικών και φασιστικών κομμάτων. Η ΕΣΠΟ δεν κατόρθωσε να αποκτήσει μαζικό χαρακτήρα. Από το 1943 και μετά ο Μανωλέας συνεργάστηκε με τις γερμανικές ναζιστικές αρχές στο κατοχικό ραδιόφωνο και το Γραφείο Τύπου της γερμανικής πρεσβείας, ενώ διάφορα αντικομμουνιστικά και αντιεαμικά άρθρα του δημοσιεύτηκαν στον κατοχικό τύπο. Η δοσιλογική δράση του τον κατέστησε στόχο της ΟΠΛΑ, η οποία τον εκτέλεσε τον Γενάρη του 1944 έξω από το τραμ στην οδό Θησέως στην Καλλιθέα.



ΟΕΔΕ
 Οργάνωσις Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδος

Ναζιστική οργάνωση των Μανιάτη και Νικολάου. Ιδρύθηκε το 1942 και διέθετε γραφεία στην πλατεία Κάνιγγος. Αρχηγός της οργάνωσης ήταν ο Γεώργιος  Παντελόγλου. Σκοπός της ΟΕΔΕ ήταν η επιλογή και στρατολόγηση πρακτόρων για τις γερμανικές ASD και SD. Τα μέλη της ΟΕΔΕ είχαν γερμανικές ταυτότητες και ανήκαν στο γερμανικό δίκτυο αντικατασκοπείας. Η συγκεκριμένη οργάνωση συνεργαζόταν στενά με μια άλλη ναζιστική οργάνωση που λεγόταν «Μπουντ».

ΜΠΟΥΝΤ
Οργάνωσις Φίλων του Χίτλερ

Η οργάνωση Μπουντ, που ονομαζόταν και  «Οργάνωσις Φίλων του Χίτλερ», ιδρύθηκε το 1942 από την  ΕΟΝ, μια καθαρά ναζιστική οργάνωση που την αποτελούσαν τα ελληνικά Ες-Ες. Σύμφωνα με το καταστατικό της, είχε σαν σκοπό την ανάπτυξη του φιλογερμανικού πνεύματος στον ελληνικό λαό.
Η Μπουντ ελεγχόταν από τη γερμανική πρεσβεία. Αρχηγοί της ήταν ο Αγήνωρ και ο Ιωάννης Μπουρνιάς. Τα γραφεία της Μπουντ βρίσκονταν στην οδό Παπαρρηγοπούλου και τα μέλη της ασχολούνταν με τη συλλογή πληροφοριών, με την αντικομμουνιστική προπαγάνδα και την παρακολούθηση Εβραίων προσφύγων. Από το 1943 και μετά, η οργάνωση υπαγόταν στο Γερμανικό Στρατηγείο Ελλάδος από το οποίο λάμβανε χρήματα.
Τον Ιούλιο του 1943, η Μπουντ συγκρότησε ένα λόχο από Έλληνες εθελοντές που εκπαιδεύτηκαν από Γερμανούς αξιωματικούς στα Βίλια της Αττικής. Το Δεκέμβριο του 1943, ο Αγήνωρ μαζί με ένα λοχαγό της μεραρχίας Brandenburg συγκρότησαν ένα λόχο από Έλληνες εθελοντές και τον έστειλαν στην ΕΣΣΔ, στη Βοσνία και στη Ρουμανία., όπου πολέμησαν με τα ναζιστικά στρατεύματα.

 «3.000»

Η οργάνωση Μπουντ συνεργαζόταν με την «3.000» που είχε και αυτή  συσταθεί από τις αρχές κατοχής και στελεχωθεί κυρίως από Ελληνες, με στόχο τη συγκέντρωση πληροφοριών για τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων. Κεντρικό ρόλο στην οργάνωση «3.000» διαδραμάτισε ο γιος του διευθυντή Ασφαλείας του υπουργείου Εσωτερικών, υποστράτηγου Χωροφυλακής Στυλιανού Παπαγρηγοράκη, ο οποίος υπηρετούσε ως ανθυπομοίραρχος στην Ειδική Ασφάλεια, εφημερίδες «Ελευθερία», 5 Νοεμβρίου 1946 και «Ριζοσπάστης», 12 Αυγούστου 1947.


ΕΦΧ
Ένωσις Φίλων Χίτλερ

Η οργάνωση αυτή ιδρύθηκε κατά πάσα πιθανότητα πριν από τον πόλεμο. Αρχηγός της ήταν ο καθηγητής της Σχολής Ικάρων, Καλαντζής. Την περίοδο της Κατοχής αρχηγός έγινε ο Δανάλης, με βοηθούς του το Χρήστο Μπαρδόπουλο και το Μπριντάκη.
 Η ΕΦΧ συνεργαζόταν με το γερμανικό φρουραρχείο, με την ΟΕΔΕ και την Μπουντ. Διέθετε γραφεία στην οδό Παπαρρηγοπούλου 9 και παράρτημα στη Θεσσαλονίκη. Εξέδιδε την εφημερίδα «Ελληνική Ηχώ». Μετά το 1943 ενσωματώθηκε στην Μπουντ. Το 1944 ο Μπαρδόπουλος διέφυγε στη Γερμανία.


ΠΟΕΤ 
Πανελλήνια Οργάνωσις Εθνικιστικών Ταγμάτων

Η Πανελλήνια Οργάνωσις Εθνικιστικών Ταγμάτων  ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το Φεβρουάριο 1944, από τον Αντώνιο Βήχο, ιδρυτή των Ταγμάτων Ασφαλείας στη Θεσσαλονίκη, με σκοπό την καταπολέμηση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, σε συνεργασία με τους Γερμανούς.
Ο Αντώνιος Βήχος, είχε γεννηθεί στην Κερατέα Αττικής, ήταν μεταλλιολόγος και  ίδρυσε στη Θεσσαλονίκη την οργάνωση ΠΟΕΤ με έμβλημα το δικέφαλο αετό και παρέλαβε οπλισμό από τις γερμανικές αποθήκες.  Προηγουμένως είχε εξασφαλίσει την έγκριση του Γερμανού ταγματάρχη Alfred Grun.
Στην ΠΟΕΤ, όπου συσπειρώθηκαν πρώην στελέχη της ΠΑΟ, μετά τη διάλυσή της, στα τέλη του 1943– εντάχθηκε και το ένοπλο τμήμα του ταγματάρχη Σπ. Σπυρίδη της περιοχής Νιγρίτας
Τον Οκτώβριο του 1947 παρουσιάστηκε στην Εισαγγελία Αθηνών. Η δίκη του ορίστηκε για τις 6 Απριλίου 1948. Ο ίδιος απουσίασε από αυτήν. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο, δήμευση όλης της περιουσίας του και ισόβια στέρηση των δικαιωμάτων του. Ο Ειδικός Επίτροπος ζήτησε από το Τμήμα Γενικής Ασφάλειας Αθηνών να φροντίσει για την εκτέλεση της απόφασης. Τελικά η αστυνομία δεν συνέλαβε ποτέ τον Βήχο. Πέθανε τον Οκτώβριο του 1948.Υπαρχηγός της ΠΟΕΤ ήταν ο  Πέτρος Ιωαννίδης. Το 1948 καταδικάστηκε ερήμην σε ισόβια, αλλά κυκλοφορούσε ελεύθερος μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Το Σεπτέμβριο του 1961 οδηγήθηκε στην Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης. Πέθανε το Δεκέμβριο του 1962 σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης.



ΕΕΑ

Εθνική Ελληνική Ασφάλεια Πόλεως Θεσσαλονίκης

Ιδρυτής της οργάνωσης ήταν ο Αντώνιος Δάγκουλας. Ήταν Μικρασιάτης πρόσφυγας που κατοικούσε στα Γρεβενά και υποστήριζε τη βενιζελική παράταξη. Στην Κατοχή εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ. Για λόγους που δεν έχουν γίνει γνωστοί ή δεν έχουν τεκμηριωθεί, συνελήφθη από τους συναγωνιστές του και φυλακίσθηκε.
Στις αρχές του 1943 απέδρασε από τις φυλακές των ανταρτών και πήγε στην Θεσσαλονίκη. Ήρθε σε επαφή με τον γερμανικό στρατό κατοχής και μπήκε στην υπηρεσία του. Αυτός και οι άνδρες του τέθηκαν με προθυμία υπό τις διαταγές του Γερμανού διοικητή της SD Γκρυν. Οι Γερμανοί τον βοήθησαν να οργανώσει δικό του τάγμα, με το όνομα Εθνική Ελληνική Ασφάλεια Πόλεως Θεσσαλονίκης. Στρατολογήθηκαν περίπου 100 άτομα και εξοπλίστηκαν από τους Γερμανούς. Το τάγμα έμεινε γνωστό ως Δαγκουλαίοι. Ήταν ο σκληρότερος από τους ταγματασφαλίτες και, λόγω των φρικιαστικών εγκλημάτων, επονομαζόταν  αιμοσταγής δράκος.
Οι «Δαγκουλαίοι» εκπαιδεύτηκαν για 15 μέρες στο γήπεδο της ΧΑΝΘ και μετά προχώρησαν σε ένα όργιο εκτελέσεων. Παράλληλα φρόντιζαν και να πλουτίζουν αρπάζοντας διάφορα αντικείμενα από τα σπίτια των θυμάτων τους. Φορούσαν γκρι στολές και μαύρο περιβραχιόνιο με λευκή νεκροκεφαλή.

Ο Δάγκουλας στο νοσοκομείο
Στις 12 Αυγούστου 1944  τρία μέλη της ΟΠΛΑ έστησαν ενέδρα και σκότωσαν τον ταγματασφαλίτη Ευάγγ. Βλαχόπουλο, στην οδό Μεταμορφώσεως στην Καλαμαριά. Ο Βλαχόπουλος ήταν μέλος της ομάδας του Δάγκουλα και συμμετείχε στα γεγονότα του Ιουλίου στον συνοικισμό Κτηνοτροφικά. Στις 13 Αυγούστου του 1944 οι Γερμανοί πραγματοποιούν το μπλόκο της Καλαμαριάς. Στο μπλόκο συμμετείχαν και οι άντρες του Δάγκουλα. Εκτελούν 15 κατοίκους
Ο Δάγκουλας κρύφτηκε τραυματισμένος σε ένα σπίτι, προσποιούμενος ότι είναι ελασίτης, αλλά συνελήφθη από αντάρτες του ΕΛΑΣ. Μεταφέρθηκε για νοσηλεία σε ένα νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, όπου και απεβίωσε στις 21 Νοεμβρίου 1944.


Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα Μακεδονίας - Θράκης

 Το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Μακεδονίας Θράκης ιδρύθηκε το 1932 στην Δράμα απ΄τον Γεώργιο Σπυρίδη. Συμμετείχε στις εκλογές το 1932 και το 1935.Ενδιάμεσα, το 1934 ο Σπυρίδης είχε στείλει δύο επιστολές προς τον Αδόλφο Χίτλερ, με τις οποίες του εξέφραζε τον θαυμασμό και την αφοσίωσή του.Οι Γερμανοί παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον το κόμμα του, χωρίς όμως να έχουν ψευδαισθήσεις σχετικά με την σοβαρότητα της προσπάθειας. Συγκεκριμένα ο γερμανός πρέσβης στην Αθήνα σε έκθεσή του προς το Βερολίνο έλεγε για το κόμμα αυτό:
 "Η οργάνωση αυτή κατ'αρχήν υπάρχει απλώς στα χαρτιά και έχει ελάχιστους οπαδούς στους αποδίδονται στομφώδη αξιώματα. Αποτελεί περαιτέρω μία κακή προσπάθεια απομίμησης του χιτλερικού κινήματος. Είναι αντισημιτική".

 Γεώργιος Σπυρίδης (1897-1950)

 Ο Σπυρίδης γεννήθηκε στην Κερασούντα το 1897. Σύμφωνα με μια μαρτυρία το διάστημα 1918-1922 έζησε στο Νοβοροσίσκ της Ρωσίας. Λίγα χρόνια αργότερα ήρθε πρόσφυγας στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Δράμα όπου στις αρχές της δεκαετίας του τριάντα άνοιξε δικολαβικό γραφείο και ασχολούνταν με τη διεκπεραίωση διαφόρων διοικητικών υποθέσεων.Την ίδια περίοδο ίδρυσε το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Μακεδονίας-Θράκης και συμμετείχε στις εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου 1932 και της 9ης Ιουνίου 1935. Η διάδοση των αρχών του κόμματος γινόταν μέσω της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Η Ένωσις», που άρχισε να εκδίδεται στη Δράμα τον Μάιο του 1934, και στη συντακτική επιτροπή της οποίας προΐστατο ο Σπυρίδης.
Τον Απρίλιο του 1934 έστειλε στον Χίτλερ ένα γράμμα με το οποίο του απηύθυνε «ένθερμο χαιρετισμό» και του εξέφραζε το θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη του για το «λαοσωτήριο έργο του». Στο επόμενο γράμμα του, τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, εξέφρασε την «αφοσίωσή» του προς τον Χίτλερ και του κοινοποίησε το 46 σημείων πρόγραμμα του κόμματός του. Σύμφωνα με το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών το πρόγραμμα αυτό «θύμιζε ιδιαίτερα έντονα στις λεπτομέριές του το πρόγραμμα του Γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος». Μεταξύ Βερολίνου και της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα υπήρχε διαρκής ενημέρωση για τις επιστολές του Σπυρίδη και την πορεία του κόμματος του στην Ελλάδα. Σε εμπιστευτική έκθεση του τον Μάιο του 1934 ο Γερμανός Πρέσβης στην Αθήνα Έρνστ Άιζενλορ ανέφερε ότι το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Μακεδονίας-Θράκης ήταν οργάνωση που υπήρχε απλώς στα χαρτιά, με ελάχιστους οπαδούς στους οποίους αποδίδονταν στομφώδη αξιώματα, ήταν αντισημιτική και αποτελούσε κακή προσπάθεια απομίμησης του χιτλερικού κινήματος.

Την ίδια περίοδο προσπάθησε να αποκτήσει σχέσεις με άλλες οργανώσεις και κόμματα του εθνικοσοσιαλιστικού χώρου στην Αθήνα. Άρχισε να έχει αλληλογραφία με ιδρυτικά μέλη της «Οργάνωσης Εθνικών και Κοινωνικών Κατεύθυνσεων» (ΟΕΚΚ) μεταξύ των οποίων ήταν ο Ν.Κουρκουλάκος ο οποίος στη διάρκεια της Κατοχής ήταν διοικητής των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πάτρα.
Τον Απρίλιο του 1940 ο Σπυρίδης μαζί με τον τότε νομάρχη Χαλκιδικής Γρηγόρη Παζιώνη και τον καθηγητή Αθανάσιο Παπαδόπουλο, έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Χίτλερ με την ευκαιρία των γενεθλίων του. Στο επόμενο διάστημα συνέχισε να ενημερώνει το καθεστώς στη Γερμανία για τη δραστηριότητα του κόμματός του με επιστολές και τηλεγραφήματα και λάμβανε απαντήσεις είτε απευθείας απ’ τη Γερμανία είτε μέσω της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα.

Οι ενέργειες αυτές του Σπυρίδη προκάλεσαν την αντίδραση του μεταξικού καθεστώτος. Τον Αύγουστο του 1940 το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης έδωσε εντολή στις αστυνομικές αρχές να πάρουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εμποδίσουν την εξάπλωση της δράσης του «Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Μακεδονίας-Θράκης» και σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας. Παράλληλα ασκήθηκαν πειθαρχικές διώξεις κατά των νομαρχών και των δημάρχων που διέκειντο φιλικά προς τη Ναζιστική Γερμανία. Τότε τέθηκε σε διαθεσιμότητα και ο Παζιώνης που στο μεταξύ είχε γίνει νομάρχης Έβρου.

Όταν τα βουλγαρικά στρατεύματα μπήκαν στην Ανατολική Μακεδονία ο Σπυρίδης κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί προχώρησε σε ανασυγκρότηση του κόμματος το οποίο αρχικά στεγάστηκε δωρεάν στο ξενοδοχείο Άτλας στην οδό Εγνατία, κατόπιν εντολής των γερμανικών αρχών κατοχής και λίγο αργότερα σε οίκημα στην οδό Κομνηνών στο κέντρο της πόλης που αποτέλεσε και κατοικία του Σπυρίδη.

Το σκάνδαλο της Γενικής Διεύθυνσης Επισιτιστικών και Οικονομικών Αναγκών Μακεδονίας

Στα τέλη του 1941 δημιουργήθηκε, μετά από έγκριση των γερμανικών αρχών κατοχής, η Γενική Διεύθυνση Επισιτιστικών και Οικονομικών Αναγκών Μακεδονίας2, η οποία θα ήταν αρμόδια για τον επισιτισμό του πληθυσμού της Μακεδονίας και την εφαρμογή των αναγκαίων αγορανομικών μέτρων. Γενικός Διευθυντής ορίστηκε ο μέχρι τότε διευθυντής του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, Νικόλαος Χερτούρας από το Μοναστήρι.

Λίγο αργότερα ο Σπυρίδης συστήθηκε στον Χερτούρα ως αρχηγός του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδας και άρχισε να παίρνει από την υπηρεσία τρόφιμα (αυγά, μέλι, φασόλια, κρέας, φρούτα, λάδι κ.α.) καθώς και άλλα είδη όπως τσιγάρα, σαπούνι και γραφική ύλη λέγοντας ότι προορίζονταν για άπορα μέλη και οπαδούς του κόμματος του. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα τρόφιμα ο Σπυρίδης τα πούλησε σε διάφορα άτομα κρατώντας για τον εαυτό του τα κέρδη ενώ ελάχιστα διανεμήθηκαν δωρεάν σε άπορα μέλη του κόμματος. Τα διάφορα είδη πωλούνταν (στο ξενοδοχείο Άτλας όπου το λουτρό είχε μετατραπεί σε αποθήκη τροφίμων) σε τιμές υψηλότερες από τις τιμές του επισιτισμού αλλά χαμηλότερες από τις τιμές στη μαύρη αγορά. Εύπορα μέλη του κόμματος που αγόραζαν τρόφιμα από τον Σπυρίδη πίστευαν ότι τα χρήματα παραδίδοταν στον Επισιτισμό για την αξία των τροφίμων. Ποσότητες τροφίμων πωλούνταν επίσης σε ένα ιδιοκτήτη εστιατορίου, το κατάστημα του οποίου βρισκόταν στη σημερινή οδό Ίωνος Δραγούμη, και στο οποίο γευμάτιζαν για ένα διάστημα ο Σπυρίδης και τα υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματός του. Από το κατάστημα αυτό αγόραζαν τρόφιμα διάφορα άτομα έχοντας προηγουμένως πληρώσει την αξία τους στο Σπυρίδη.
Από τα τέλη του χειμώνα του 1942 μέχρι τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς ο Σπυρίδης, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω ανθρώπων του επιτελείου του, έλαβε από τη Γενική Διεύθυνση Επισιτιστικών και Οικονομικών Αναγκών Μακεδονίας, διάφορα τρόφιμα και άλλα είδη για τα οποία κατέβαλε μόνο 100.000 δραχμές ενώ από τον έλεγχο που έγινε αργότερα, μετά την αποκάλυψη της δράσης του Σπυρίδη και του Χερτούρα, αποκαλύφτηκε ότι η αξία των πραγμάτων αυτών ξεπερνούσε τα 16.000.000 δραχμές.
Την ίδια περίοδο ο Σπυρίδης αποκόμισε μεγάλα κέρδη μεσολαβώντας στον Χερτούρα για λογαριασμό διαφόρων εμπόρων της πόλης που ήθελαν π.χ να πετύχουν την αποδέσμευση διαφόρων προϊόντων. Η πληρωμή του για τις υπηρεσίες του άλλοτε γινόταν σε χρήμα και άλλοτε σε είδος π.χ έπαιρνε τμήμα των προϊόντων που αποδεσμεύονταν.

Στα τέλη του 1942, αφού αποκαλύφθηκε η δράση του Σπυρίδη και του Χερτούρα, συντάχθηκε σε βάρος τους ποινική δικογραφία από τον αγορανομικό ανακριτή και με προφορική διαταγή του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στις φυλακές Επταπυργίου.

Η δίκη ξεκίνησε στις 13 Φεβρουαρίου του 1943 και διήρκησε ένα μήνα. Στη διάρκεια των 23 συνεδριάσεων εξετάστηκαν πολλοί μάρτυρες μεταξύ των οποίων ορισμένα πολύ γνωστά ονόματα του εθνικοσοσιαλιστικού χώρου στη βόρεια Ελλάδα όπως ο Διονύσιος Αγάθος και ο Λάσκαρης Παπαναούμ οι οποίοι στις καταθέσεις καταφέρθηκαν με δριμύτητα κατά των κατηγορουμένων και κυρίως κατά του Σπυρίδη. Ο Αγάθος και ο Παπαναούμ επιδίωκαν την καταδίκη του Σπυρίδη γιατί έτσι θα άνοιγε για τους ίδιους ο δρόμος για την ηγεσία στον εθνικοσοσιαλιστικό χώρο και επιπλέον ειδικά ο Αγάθος επιδίωκε και την καταδίκη του Χερτούρα καθώς ο τελευταίος επανειλημμένα είχε αρνηθεί να ικανοποιήσει διάφορα αιτήματά του Αγάθου δημιουργώντας του έτσι προβλήματα στις εμπορικές του δραστηριότητες.Για τον Χερτούρα κατέθεσε σε ειδική συνεδρίαση, με εντολή του Στρατιωτικού Διοικητή Θεσσαλονίκης-Αιγαίου, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Πολεμικής Διοίκησης Μαξ Μέρτεν.
Στις 14 Μαρτίου του 1943 το δικαστήριο κήρυξε ένοχους τους κατηγορουμένους και επέβαλε στον Σπυρίδη ποινή φυλάκισης πέντε ετών και χρηματικό πρόστιμο 10.000 δραχμών για παράβαση του νόμου περί μεσαζόντων και 40 χρόνια φυλάκιση και πρόστιμο 60.000 δραχμών για αισχροκέρδεια και στον Χερτούρα την ποινή του θανάτου για τη διάθεση τροφίμων στον Σπυρίδη και 15 χρόνια φυλάκιση και χρηματικό πρόστιμο 1.000.000 δραχμών για παράβαση καθήκοντος.
Τελικά λίγο πριν την απελευθέρωση της Ελλάδας ο Σπυρίδης και ο Χερτούρας αποφυλακίστηκαν.Ο Σπυρίδης μετά την αποφυλάκισή του, διέφυγε στη Γερμανία, όπως και άλλοι Έλληνες που είχαν συνεργαστεί με τις κατοχικές δυνάμεις στη διάρκεια του πολέμου. Το 1948 συνελήφθη στο Αμβούργο και παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον αγγλικού δικαστηρίου για παράνομη εισαγωγή εμπορευμάτων και μαύρη αγορά.
Στο μεταξύ στις 23 Αυγούστου του 1947 το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων καταδίκασε τον Σπυρίδη ερήμην σε ισόβια κάθειρξη με την κατηγορία της συνειδητής συνεργασίας με τους Γερμανούς ενώ στα τέλη της ίδιας χρονιάς καταδικάστηκε εκ νέου ερήμην για συμμετοχή στην ομάδα ενός άλλου συνεργάτη των γερμανικών δυνάμεων, του Γεωργίου Πούλου καθώς το όνομά του Σπυρίδη εσφαλμένα συμπεριελήφθηκε στον κατάλογο των ανδρών του Πούλου. Όταν η ελληνική πλευρά έμαθε ότι ο Σπυρίδης βρισκόταν στη Γερμανία ξεκίνησε τις διαδικασίες για την έκδοσή του στην Ελλάδα.
Ύστερα από αίτηση του Έλληνα προξένου Δ.Ι. Νικολαρεϊζη ο Σπυρίδης συνελήφθη εκ νέου απ' τις αγγλικές αρχές στις 12 Ιανουαρίου του 1949. Οι ελληνικές αρχές έστειλαν στη Γερμανία τα απαραίτητα στοιχεία (τόπο και χρόνο γέννησής του, επικυρωμένο αντίγραφο της ερήμην καταδικαστικής απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων Θεσ/νίκης και τα αντίγραφα των μαρτυρικών καταθέσεων) και το ελληνικό αίτημα κρίθηκε από το Βρετανικό Δικαστήριο Εκδόσεων του Αμβούργου το οποίο υπέβαλε τη σχετική γνωμοδότηση στον Βρετανικό Στρατιωτικό Διοικητή. Στα μέσα του Σεπτεμβρίου του 1949 αποφασίστηκε η έκδοσή του Σπυρίδη στην Ελλάδα κάτι που κατέστη εφικτό στις αρχές του Νομεβρίου της ίδιας χρονιάς καθώς έπρεπε να βρεθεί ο ασφαλέστερος τρόπος για την μεταφορά του στην Ελλάδα. Μαζί με τον Σπυρίδη εκδόθηκε και ένας άλλος συνεργάτης των Γερμανών ο Νικόλαος Στεργιάδης. Πιθανόν οι δύο τους να ήταν οι τελευταίοι που εκδόθηκαν στην Ελλάδα από τις συμμαχικές δυνάμεις της Γερμανίας. Στις 19 Νοεμβρίου του 1949 ο Σπυρίδης οδηγήθηκε στις Β' Επανορθωτικές Φυλακές.

Στις 23 Νοεμβρίου του 1949 ο Σπυρίδης κατέθεσε αίτηση ανακοπής κατά της απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων με την οποία είχε καταδικαστεί σε ισόβια δηλώνοντας ότι δεν είχε λάβει γνώση ούτε της κλήσης ούτε της καταδίκης του επειδή βρισκόταν στη Γερμανία. Τον Ιανουαρίο του 1950 το δικαστήριο έκανε δεκτή την ανακοπή, εξαφάνισε την ποινή των ισοβίων και του επέβαλε φυλάκιση δυόμισι χρόνων καθώς δέχτηκε μεν ότι ο κατηγορούμενος ήταν ένοχος αλλά ''συντρεχουσών των ελαφρυντικών περιπτώσεων και εν μετρία συγχύσει''. Επίσης αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών για τις κατηγορίες σχετικά με τη συμμετοχή του στην ομάδα του Πούλου. Στις αρχές Μαΐου της ίδιας χρονιάς ο Σπυρίδης υπέβαλε αίτηση χάριτος προκειμένου να αποφυλακιστεί νωρίτερα αλλά πέθανε στα τέλη του μήνα στη φυλακή από οξύ πνευμονικό οίδημα.
Γρηγόριος Παζιώνης
Γεννημένος στο Μελένικο το 1887, ο Παζιώνης εγκαταστάθηκε στη Δράμα μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913. Στα χρόνια της βουλγαρικής κατοχής της πόλης στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου βρέθηκε όμηρος σε τάγματα εργασίας (1916-1918). Μετά την επιστροφή του ασχολήθηκε αρχικά με το εμπόριο αλλά πολύ σύντομα στράφηκε και στην πολιτική. Στις πρώτες δημοτικές εκλογές στις Νέες Χώρες το 1925 είναι υποψήφιος δήμαρχος Δράμας, με την υποστήριξη μάλιστα της Δημοκρατικής Ενώσεως (του κόμματος δηλ. του Αλ. Παπαναστασίου), όπως μαθαίνουμε από ένα εγκωμιαστικό ρεπορτάζ των «Μακεδονικών Νέων». Σ’ αυτό παρουσιάζονται το «υπέροχο πρόγραμμα» και «μία θαυμασία αγόρευσίς του», όπως διατυμπανίζονται στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας, που τότε υποστήριζε τον δικτάτορα Πάγκαλο. Στην ομιλία του ο Παζιώνης εμφανίζει ένα φιλολαϊκό πρόσωπο υποσχόμενος ότι «δια την εκτέλεσιν όλων των Δημοτικών έργων θέλομεν φροντίση και εξασφαλίση την εργασίαν των συμπολιτών μας προς επούλωσιν της πληγής της αεργίας και θα φανώμεν πάντοτε αρρωγοί των πενομένων λαϊκών και εργατικών τάξεων κατά περιόδους οικονομικής κρίσεως και αεργίας». Και το ρεπορτάζ καταλήγει με τη διαπίστωση ότι «ήδη η κίνησις η οποία γίνεται πέριξ του εκλεκτού αυτού υποψηφίου παρουσιάζει ως βεβαίαν την επιτυχίαν αυτού και της Δημοκρατικής Ενώσεως της οποίας επίλεκτον μέλος είναι».

Τελικά ο Παζιώνης θα εκλεγεί δήμαρχος, αλλά στις επόμενες δημοτικές εκλογές, τέσσερα χρόνια αργότερα, και θα παραμείνει δήμαρχος για μια πενταετία. Αν και είναι επανειλημμένως υποψήφιος βουλευτής δεν εκλέγεται ποτέ, αλλά διορίζεται νομάρχης Χαλκιδικής το 1935, πράγμα που μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι είχε περάσει στη φιλοβασιλική δεξιά όπως άλλωστε κι άλλοι βενιζελογενείς πολιτικοί. Στη θέση αυτή θα παραμείνει μέχρι τον Ιανουάριο του 1936 οπότε παραιτείται για να θέσει υποψηφιότητα στις εκλογές.
Το 1938 το καθεστώς Μεταξά τον διορίζει νομάρχη Έβρου και με την ιδιότητα αυτή θα υποδεχθεί στην Αλεξανδρούπολη τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ στις 17 Μαΐου 1939:

 «Ο Βασιλεύς ευχαριστήσας τον δήμαρχον επέβη του ανοικτού αυτοκινήτου και κατηυθήνθη εις την στρατιωτικήν λέσχην ακολουθούμενος υπο των υπουργών κ.κ. Μανιαδάκη και Νικολαΐδη, του γενικού διοικητού Θράκης κ. Καλαντζή, του νομάρχου Παζιώνη και των λοιπών αρχών, ενώ τα συγκεντρωμένα πλήθη εν εξάλλω ενθουσιασμώ και με φρενίτιδα εκδηλώσεων εχαιρέτων τη διέλευσιν του».

Αυτή η, έστω και τυπική, γνωριμία, αποφέρει στον Παζιώνη τον Σταυρό των Ταξιαρχών του Τάγματος του Φοίνικα που του απονέμει ο βασιλιάς. Τον Απρίλιο του 1940 μαζί με τον ιδρυτή του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Μακεδονίας-Θράκης Γεώργιο Σπυρίδη και τον καθηγητή Αθανάσιο Παπαδόπουλο αποστέλλουν συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Αδόλφο Χίτλερ, με την ευκαιρία των γενεθλίων του. Η δηλωμένη αυτή στάση υπέρ του Άξονα θα τον οδηγήσει στις 13 Αυγούστου 1940 σε πεντάμηνη διαθεσιμότητα.

Μετά τη γερμανική εισβολή βρίσκεται στην Αθήνα και η κυβέρνηση Τσολάκογλου τον διορίζει επιθεωρητή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Πρόνοιας της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας στη Θεσσαλονίκη το (Σεπτέμβριο του  1941. Ένα μήνα αργότερα τοποθετείται και διευθυντής του νεοσύστατου Γραφείου Κατονομής Νέων Προσφύγων (ως τέτοιοι αναφέρονταν οι προερχόμενοι από τις περιοχές της Αν. Μακεδονίας και Θράκης που είχαν βρεθεί υπό βουλγαρική κατοχή). Παράλληλα τον Μάρτιο του 1942 αναλαμβάνει και καθήκοντα υπαρχηγού του Γ. Σπυρίδη, το κόμμα του οποίου στεγαζόταν αρχικά στο ξενοδοχείο «Άτλας», Εγνατίας 44, και κατόπιν σε οίκημα επί της οδού Κομνηνών 24. Δημοσιεύει εκκλήσεις υπέρ των αρχών Κατοχής στις ελεγχόμενες απ’ αυτές εφημερίδες της Θεσσαλονίκης κι εκφωνεί επίσημες αποχαιρετιστήριες ομιλίες στους εργάτες που φεύγουν από τον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης για να δουλέψουν στη Γερμανία.

Η σταδιοδρομία του ακολουθεί σταθερά ανοδική πορεία καθώς έχει να επιδείξει ήδη προπολεμικά φιλοναζιστικά τεκμήρια. Τον Ιούλιο του 1943 προστίθεται στις αρμοδιότητές του και η διοίκηση της Γενικής Διευθύνσεως Στεγάσεως στην οποία τοποθετεί τον γιο του Ζάχο και τον αδελφό του Πέτρο, κι έτσι οι Παζιώνηδες αρμέγουν οικογενειακώς τους συναλλασσόμενους με την υπηρεσία, ενώ φροντίζει και για την παραχώρηση καταστήματος επί της οδού Μοναστηρίου στον συμπέθερό του από τον άλλο του γιο. Όταν ο Γ. Σπυρίδης συνελήφθη για ατασθαλίες η θέση του αρχηγού του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Μακεδονίας-Θράκης καταλήφθηκε από τον υπαρχηγό Παζιώνη, που αυτή την ιδιότητα απέστειλε τον Δεκέμβριο του 1943 μακροσκελές υπόμνημα στον πληρεξούσιο του Ράιχ στην Ελλάδα, Χέρμαν Νωυμπάχερ. Ενώ όμως ο πρώην δήμαρχος και νομάρχης προσπαθούσε να αναρριχηθεί στη θέση, πλέον, του γενικού διοικητή Μακεδονίας θα πέσει σε δυσμένεια και θα φυλακιστεί από τους πάτρωνές του για σύντομο χρονικό διάστημα το καλοκαίρι του 1944. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι γερμανικές αρχές ξέχασαν τις υπηρεσίες που παρείχε ο Παζιώνης κι έτσι, καθώς πλησίαζε η ώρα της αποχώρησής τους, τον αποφυλάκισαν, του έβγαλαν διαβατήριο, 1η Σεπτεμβρίου1944, και τον επιβίβασαν,μαζί με πολλούς από τον συρφετό των «εκλεκτών» συνεργατών τους, στο τρένο για τη Γερμανία.
Με την κατάρρευση του Γ΄ Ράιχ ο Παζιώνης προσπαθεί να ξεφύγει κάνοντας το θύμα. Μαζί με τον διάδοχό του στην ηγεσία του κόμματος, Διονύσιο Αγάθο, το σκάνε στην Ελβετία, όπου παρουσιάζονται στην ελληνική πρεσβεία της Βέρνης στις 28 Μαΐου1945 δηλώνοντας ότι είναι αντιστασιακοί που είχαν συλληφθεί από τους Γερμανούς! Εν τω μεταξύ οι ελβετικές αρχές τους εξέδωσαν προσωρινές ταυτότητες προσφύγων και τους περιέθαλψαν στο Σεντ Γκάλλεν. Παραμένει άγνωστο γιατί οι δύο δοσίλογοι δήλωσαν τα πραγματικά τους ονόματα στην πρεσβεία με αποτέλεσμα να γίνει γνωστό ότι σε βάρος τους υπήρχαν εντάλματα σύλληψης από τον ειδικό επίτροπο Δοσιλόγων Θεσσαλονίκης και να συλληφθούν από την ελβετική αστυνομία. Παρότι όμως ο Παζιώνης εκδόθηκε κι έφτασε στην Αθήνα στις 15 Αυγούστου.1945, κυκλοφορούσε ελεύθερος για πάνω από ένα χρόνο μέχρι να συλληφθεί, στις 27 Αυγούστου 1946, στο σπίτι που διέμενε στο Κολωνάκι χρησιμοποιώντας το όνομα Γεωργιάδης.
Ο Παζιώνης παραπέμφθηκε με την κατηγορία της συνεργασίας με τον εχθρό σε βαθμό κακουργήματος. Στη δίκη του, τον Αύγουστο του 1947, όπως σημειώνει ο Δορδανάς «στον τελικό κατάλογο των μαρτύρων υπεράσπισής του εκπροσωπούνταν η ελίτ της Θεσσαλονίκης, με τους δικηγόρους να συγκροτούν την πολυπληθέστερη επαγγελματική τάξη και να ακολουθούν γιατροί, βουλευτές, πρώην υπουργοί, ανώτεροι στρατιωτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι και επιχειρηματίες». Τελικά ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή δυόμισι ετών.
Έχοντας μια τέτοια ευνοϊκή ποινή, αποφυλακίζεται στις 30 Δεκεμβρίου του 1948. Μόλις αποφυλακίστηκε απευθύνθηκε στον δικηγόρο Ιωάννη Σταθάκη, μάρτυρα υπεράσπισης στη δίκη του και συνήγορο πολλών δοσιλόγων για να τον ευχαριστήσει και να τον ενημερώσει για τα μελλοντικά του σχέδια. «Αγαπητέ Γιάννη», έγραφε:

''Επί τω νέω έτει 1949, σας εύχομαι οικογενειακώς υγείαν, χαράν και ευτυχίαν. Επί τη ευκαιρία σας πληροφορώ ευχαρίστως ότι από τις προχθές 30 Δεκεμβρίου, αποφυλακισθείς ευρίσκομαι ελεύθερος μεταξύ των ενταύθα μελών της οικογενείας μου και των ενταύθα φίλων μου […] Αρχάς Φεβρουαρίου ελπίζω να ευρίσκωμαι εις Θεσ/νίκην, ίνα εκείθεν μεταβώ εις Σέρρας και Δράμαν και επιστρέψω ακολούθως ενταύθα. Θα ήτο σκόπιμον, εάν τυχόν ήρχεσο εδώ, να συναντώμεθα δια να καταλήξωμεν σε εν σύμφωνον προς ποίον κόμμα θα ήτο συμφέρον και ενδεδειγμένον να προωθηθώμεν μετά των φίλων μας […] Σε ευχαριστώ δι’ όσα έκαμες υπέρ εμού κατά την εξαπολυθείσαν κατ’ εμού θύελλαν παρ’ αναξίων τινών Ελλήνων μικρών πολιτευτών αξίων οπαδών ενός Ατίλλα μόνον. Εν καιρώ θα αποδόσωμεν τα του Καίραρος τω Καίσαρι''.

Κάποια χρόνια αργότερα ο Παζιώνης θα αναλάβει, με τη σειρά του, να συνδράμει ένα φίλο από τα παλιά. Τον Φεβρουάριο του 1959 καταθέτει ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη του Μαξ Μέρτεν, δηλώνοντας ότι ο Γερμανός αξιωματούχος υπήρξε «ευεργέτης». Σύντομα θα προσπαθήσει να επανέλθει και στον πολιτικό στίβο. Στα τέλη του Νοεμβρίου 1960 συγκροτείται μια επιτροπή πολιτών για να ενισχύσει την Κίνηση Εθνικής Ανασυγκρότησης που μόλις είχε ιδρύσει ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας, αρχηγός της Χ επί Κατοχής. Στα 135 ονόματα που υπογράφουν το πρακτικό αυτής της επιτροπής περιλαμβάνονται αυτά του Ιωάννη Σταθάκη, του Γρηγορίου Παζιώνη κι άλλων ταγματασφαλιτών. Ο βραχύβιος αυτός πολιτικός σχηματισμός, που διαλύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1961, εκινείτο στον χώρο του Κέντρου, καθώς είχαν ενταχθεί σ’ αυτόν ο Σοφοκλής Βενιζέλος μαζί με όλους τους βουλευτές του Κόμματος Φιλελευθέρων, τα υπολείμματα της ΕΠΕΚ και διάφοροι άλλοι κεντρώοι πολιτευτές.
 Από τη Δράμα στη Θεσσαλονίκη και στην υπηρεσία του Γ΄ Ράιχ, του Γιάννη Γκλαρνέτατζη

Διονύσιος Αγάθος (1885-1956)

Είχε γεννηθεί  στη Κέρκυρα, αλλά ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Το καλοκαίρι του 1944 ανέλαβε την ηγεσία του ναζιστικού κόμματος Μακεδονίας-Θράκης. Ήταν παντρεμένος με μια Βουλγάρα και είχε αναπτύξει στενές σχέσεις τόσο με τις γερμανικές αρχές κατοχής όσο και με τις βουλγαρικές.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, παρέδιδε με προθυμία σε καθημερινή βάση δελτία πληροφοριών στο Στρατιωτικό Διοικητή Θεσσαλονίκης και συμμετείχε σε ομάδα αντικατασκοπείας των Γερμανών, συνεργαζόμενος με τον Πούλο, τον ταγματάρχη Γεώργιο Ζαρταλούδη και τον Εμμανουήλ Γαρουφαλή. Μάλιστα είχε δικό του γραφείο στο Αρχηγείο της (γερμανικής) Μυστικής Αστυνομίας Στρατού (Geheime Feldpolizei), που βρισκόταν στην οδό Τσιμισκή 72.
Στον Αγάθο πιστώθηκε από την Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ισραηλιτικών Περιουσιών ένα γαλακτοπωλείο του Αλμπέρτο Σαρφατή στην οδό Βασιλέως Ηρακλείου 8, που ο Άγαθος το μετέτρεψε σε πολυτελέστατο γαλακτοπωλείο - ζαχαροπλαστείο και έγινε στέκι των Γερμανών και των Ελλήνων συνεργατών τους. Το κατάστημα αυτό εξοπλίστηκε με αντικείμενα αξίας 4.400.900 δραχμών που αφαιρέθηκαν από το κατάστημα του Μπενρουμπή στην οδό Καποδιστρίου.

Το Μάιο του 1945 κατέφυγε στην Ελβετία και παρουσιάστηκε στην ελληνική πρεσβεία στη Βέρνη, αποκρύπτοντας το αληθινό του όνομα. Συνελήφθη από τις ελβετικές αρχές. Τον Αύγουστο του 1947 καταδικάστηκε από την ελληνική δικαιοσύνη ερήμην σε ισόβια. Το Σεπτέμβριο του 1947 οδηγήθηκε στις φυλακές Επταπυργίου.
Το Νοέμβριο του 1947 καταδικάστηκε σε φυλάκιση 12 ετών,γλυτώνοντας τα ισόβια και δήμευση της μισής περιουσίας του. Στις 3 Νοεμβρίου 1956 πέθανε στο σπίτι του από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 71 ετών.


Κύρος Γραμματικόπουλος

Ο Κύρος Γραμματικόπουλος ήταν Έλληνας συνεργάτης των Γερμανών στη διάρκεια της Κατοχής.
Είχε γεννηθεί στην Τραπεζούντα και ήρθε στην Ελλάδα ως πρόσφυγας μαζί με την οικογένεια του. Εγκαταστάθηκε αρχικά στη Δράμα όπου εργάστηκε ως αυτοκινητιστής. Στη συνέχεια, μετά την κατάληψη της Ελλάδας από το γερμανικό στρατό και λίγο πριν ή λίγο μετά την παραχώρηση της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία, εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη.
Στην μακεδονική πρωτεύουσα έγινε μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος του Γεωργίου Σπυρίδη και αργότερα κατατάχτηκε εθελοντής στη Βέρμαχτ. Φέρεται να πολέμησε σε διάφορες μάχες όπως στην Μάχη της Κρήτης, στην Φινλανδία, στο ρωσικό μέτωπο και στην Αφρική.
Το 1943 επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και άρχισε να εργάζεται για λογαριασμό της Μυστικής Αστυνομίας. Φορώντας γερμανική στολή συμμετείχε σε εφόδους σε σπίτια και προέβαινε σε συλλήψεις, ανακρίσεις αλλά και δολοφονίες. Κατά τον εορτασμό της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου το 1944 στη Θεσσαλονίκη κατοχικές δυνάμεις διέλυσαν τις συγκεντρώσεις στον Λευκό Πύργο και στην πλατεία Διοικητηρίου κατά τις οποίες οι συγκεντρωμένοι είχαν καταθέσει στεφάνια στις προτομές του Βότση και του Καρατάσου. Μεταξύ των Γερμανών ήταν και ο Γραμματικόπουλος που φορούσε γερμανική στολή και ο οποίος πήρε το στεφάνι από την προτομή του Βότση και το ποδοπάτησε.

Την 1η Μαρτίου του 1943 η εφημερίδα Νέα Ευρώπη δημοσιεύσε άρθρο του Γραμματικόπουλου με τίτλο Ο Αγών κατά του Μπολσεβικισμού. Ιδού η φρικτή πραγματικότης εις την Ρωσσίαν των Σοβιέτ! Η αφήγησις ενός Έλληνος, ο οποίος την έζησε. Στο άρθρο ανέφερε τις απόψεις του για τον κομμουνισμό, εκθείαζε τις ναζιστικές δυνάμεις και ευχόταν την νίκη του Άξονα:

Είμαι υπερήφανος διότι είχον την τιμήν να συμμετάσχω εις τον αγώνα εναντίον του βάρβαρου μπολσεβικισμού και έτσι παρά το πλευρόν των Γερμανών συναδέλφων μου μιας καταδιωκτικης αεροπορικής μονάδος, ως στρατιωτικός διερμηνεύς, να παραβρεθώ σχεδόν εις όλους τους τομείς του Ανατολικού Μετώπου..

Στις αρχές του 1944 ο Γραμματικόπουλος συμμετείχε στις γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο όρος Πάικο κατά ανταρτών του ΕΛΑΣ και κατοίκων χωριών της περιοχής που βοηθούσαν τους αντάρτες. Λίγο αργότερα γνωρίστηκε με τον Φριτς Σούμπερτ, που είχε φτάσει στην Μακεδονία από την Κρήτη, εντάχθηκε στο σώμα του και συμμετείχε σε επιχειρήσεις στην περιοχή των Γιαννιτσών. Μεταξύ άλλων συμμετείχε στη δολοφονία 14 ανθρώπων στο Ελευθεροχώρι και στην καταστροφή πολλών σπιτιών του χωριού καθώς και στην επιχείρηση στην Κρύα Βρύση στις 17 Μαρτίου του 1944. Σε επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλε λίγες μέρες μετά ο πρόεδρος της Κρύας Βρύσης στον Γερμανό Φρούραρχο Έδεσσας περιέγραψε την εισβολή στο χωριό, τους ξυλοδαρμούς κατοίκων καθώς και τη δολοφονία ενός από αυτούς:

Την πρωίαν της 17ης Μαρτίου αφίκοντο εις Κρύαν Βρύσην αποσπάσματα από Γερμανικά Στρατεύματα και Έλληνας πολίτας ενόπλους, υπό τον έφεδρον Ανθ/γον Γραμματικόπουλον και Ταγματάρχην Παπαβασιλείου[...] Διετάχθη όλος ο πληθυσμός να συγκεντρωθή εις προαύλιον της εκκλησίας [...] Εκ του αυλόγυρου της Εκκλησίας ωδηγήθησαν περί τους 70 εκ των κατοίκων εις το Δημοτικό Σχολείον προς ανάκρισιν, καθ’ οδόν δε [...] ανηλεώς εδάρησαν δια ροπάλων ξύλων υπό ενόπλων Ελλήνων μέχρι έφθασαν εις το Σχολείον μισοπεθαμένοι από τον άγριον και ανευ λόγου ξυλοδαρμόν. Κατα την γενόμενην ανάκρισιν εις κάτοικος [...] επειδή δεν εγνώριζε τίποτε ν’ αναφέρη σχετικώς με τα ύποπτα πρόσωπα εδάρη θανασίμως δια ξύλου...

Μερικούς μήνες αργότερα του ανατέθηκε η διοίκηση των Ταγμάτων Ασφαλείας της περιφέρειας Γιαννιτσών και με την ιδιότητά του αυτή συμμετείχε στις 14 Σεπτεμβρίου του 1944 στα βασανιστήρια και τη δολοφονία περισσοτέρων από 100 κατοίκων της πόλης.
Μετά την ήττα της Γερμανίας ο Κύρος Γραμματικόπουλος, όπως και άλλοι Έλληνες που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς στη διάρκεια της Κατοχής, κατέφυγε στη Γερμανία.
Στις 10 Αυγούστου του 1945 η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα ενημέρωσε το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ότι ο Γραμματικόπουλος βρισκόταν στην Λιουμπλιάνα. Είκοσι μέρες αργότερα με απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων Θεσσαλονίκης ο Κύρος Γραμματικόπουλος καταδικάστηκε ερήμην πεντάκις σε θάνατο. Ενώ όμως συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο Σαλτσμπουργκ και ξεκίνησε η διαδικασία για την έκδοσή του στην Ελλάδα, με την αποστολή στις αμερικανικές αρχές στη Γερμανία της καταδικαστικής απόφασης και όλων των απαραίτητων συνοδευτικών εγγράφων, τελικά δεν εκδόθηκε ποτέ και λίγο καιρό αργοτερα αφέθηκε ελεύθερος. Στη συνέχεια φέρεται να εγκαταστάθηκε στις Η.Π.Α.
Η σύζυγός του, ο πατέρας του και τα αδέρφια του που επίσης δικάστηκαν από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων Θεσσαλονίκης, με την κατηγορία της συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις. Με την απόφαση του δικαστηρίου της 30ης Αυγούστου του 1945 αθωώθηκαν λόγω αμφιβολιών η σύζυγός του και ο πατέρας του (ο οποίος στη διάρκεια της κατοχής είχε τοποθετηθεί μεσεγγυούχος εβραϊκού καταστήματος) και καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλάκιση ο αδερφός του Άρης για εθνική αναξιότητα.



ΡΩΜΑΪΚΗ ΛΕΓΕΩΝΑ

Λεγεώνα των Βλάχων ή Βλάχικη Λεγεώνα ή Ρουμανική Λεγεώνα (Ιούλιος 1941-1943) είναι το όνομα με το οποίο αποκαλείτο μεταπολεμικά η πολιτική και ένοπλη οργάνωση που δημιούργησε ο βλαχικής καταγωγής πράκτορας της Ιταλίας και της Ρουμανίας Αλκιβιάδης Διαμάντης, στη Θεσσαλία, Μακεδονία και Ήπειρο, με σαφή προσανατολισμό την υποστήριξη των δυνάμεων της Ιταλίας και της Γερμανίας κατά την Κατοχή και την δημιουργία βλάχικου αυτόνομου κράτους, ένα καντόνι ή ένα Πριγκιπάτο της Πίνδου,όνομα που είχε χρησιμοποιηθεί και για την κίνηση που είχε γίνει το 1917.

 Αλκιβιάδης Διαμάντης

 Ο Αλκιβιάδης Διαμάντης γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1893 στη Σαμαρίνα. Καταγόταν από πλούσια βλάχικη οικογένεια εμπόρων της Σαμαρίνας. Αφού αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Σιάτιστας πήγε στο γυμνάσιο στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια στη Ρουμανία για να συνεχίσει τις σπουδές του.
Το 1917 δήμαρχοι και πολίτες ορισμένων βλαχοχωριών της Πίνδου, με την άφιξη ιταλικού στρατού, προχώρησαν σε αποστολή επιστολών ζητώντας την προστασία της Ιταλίας και της Ρουμανίας, μια προσπάθεια που καταγράφηκε σε μετέπειτα βιβλιογραφία ως προσπάθεια ίδρυσης ενός ανεξάρτητου βλάχικου κρατιδίόυ ή καντονιού, του «Πριγκηπάτου της Πίνδου». Ο νεαρός Διαμάντης ήταν ένας από τους συνυπογράφοντες κάποιων από τις επιστολές και στη συνέχεια είχε σταλεί στα Ιωάννινα για να λάβει απάντηση από το Ιταλικό και το Ρουμανικό προξενείο. Με την άμεση αποχώρηση των Ιταλών, η απάντηση ήταν αρνητική και το σχέδιο έληξε. Λίγο αργότερα το 1930, επανήλθε στην Ελλάδα ως αντιπρόσωπος ρουμανικών εμπορικών οίκων και συγκεκριμένα των ρουμανικών πετρελαίων. Αποχώρησε λίγο πριν τον πόλεμο του 1940 για να ξαναγυρίσει την άνοιξη του 1941 με την έναρξη της Κατοχής. Επί της δικτατορίας Μεταξά, αναπτύσσει φιλικές σχέσεις με τον υπουργό Δημοσίας Ασφαλείας Κωνσταντίνο Μανιαδάκη3.
Στις αρχές του καλοκαιριού του 1941 με την άδεια και καθοδήγηση της Ρουμανίας και της Ιταλίας ίδρυσε την «Ρωμαϊκή Λεγεώνα» (ή Λεγεώνα των Βλάχων όπως αποκλήθηκε μεταπολεμικά) και στις 25 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς εμφανίστηκε ως εκπρόσωπος των Βλάχων στον κατοχικό πρωθυπουργό Γεώργιο Τσολάκογλου και του υπέβαλε υπόμνημα με διεκδικήσεις των Βλάχων που εκπροσωπούσε. Τον Φεβρουάριο του 1942 δημοσιεύτηκε σε εφημερίδες της Θεσσαλίας το «Μανιφέστο των Βλάχων» το οποίο υπέγραφαν ο Διαμάντης ως «Αρχηγός και εκπρόσωπος των Βλάχων της κάτω Βαλκανικής» και ορισμένοι επιφανείς Βλάχοι, μερικοί από τους οποίους δήλωσαν λίγο αργότερα ότι η υπογραφή τους δεν τέθηκε με την άδειά τους, αποκηρύσσοντάς το. Τη δράση του Διαμάντη και της «Ρωμαϊκής Λεγεώνας» καταδίκασε η «Ένωσις Ελλήνων ΚουτσοΒλάχων» με προκηρύξεις που έριξε σε πόλεις και χωριά της περιοχής, στις οποίες καταδίκαζε όσους συμμετείχαν στη Λεγεώνα κάνοντας λόγο για «πολιτικάντηδες, αποτυχημένους διανοούμενους, κοινούς κατσικοκλέφτες και τυχοδιώκτες διεθνούς φήμης» και αναφερόταν στα εγκλήματα των λεγεωνάριων σε περιοχές της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας:

«Ελεηλάτησαν σπίτια, λήστεψαν προϊόντα πτωχών αγροτών και κτηνοτρόφων, έκαναν αναγκαστική συγκέντρωση του γάλακτος και των μαλλιών και των σφαγίων σε εξευτελιστικές τιμές, εξόρισαν και βασάνισαν του αντιφρονούντας, επρόδωσαν κατόχους όπλων και στρατιωτικών ειδών, παρέδωσαν εις την κτηνώδη διάθεσιν των κατακτητών φασιστών τιμίους συμπατριώτας, που πέθαναν από τα βασανιστήρια..»

Τον Ιούνιο του 1942 ο Διαμάντης έφυγε στη Ρουμανία χωρίς να επιστρέψει στην Ελλάδα. Μετά τη λήξη του πολέμου, δικάστηκε ερήμην στα Ειδικά Δικαστήρια Δοσιλόγων και καταδικάστηκε δυο φορές σε θάνατο από το Εφετείο της Λάρισας (υπ’ αριθ. 35/1946 και 314/1947 αποφάσεις) και δύο φορές από το Εφετείο Ιωαννίνων (υπ’ αριθ. 9/1948 και 10/1948 αποφάσεις). Στο μεταξύ, μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές στη Ρουμανία, συνελήφθη το 1948 και πέθανε λίγους μήνες αργότερα, στις 9 Ιουλίου 1948 όσο βρισκόταν στα χέρια των αρχών.



Νικόλαος Ματούσης

Δράση

Κατά την εποχή της δραστηριότητάς της η οργάνωση ονομαζόταν Ρωμαϊκή Λεγεώνα και βοηθούσε τις Ιταλικές δυνάμεις στη συλλογή των όπλων που είχαν κρατήσει οι κάτοικοι μετά την παράδοση του Ελληνικού Στρατού. Ο Διαμάντης αποκαλούσε τον εαυτό του αρχηγό και εκπρόσωπο των Βλάχων της Κάτω Βαλκανικής. Ο Διαμάντης έφυγε από την Ελλάδα το καλοκαίρι του 1942 για τη Ρουμανία και τη θέση του στην οργάνωση πήρε ο Νικόλαος Ματούσης.
Μετά την οργάνωση αντιστασιακών οργανώσεων το 1942 και τη δυναμική αντίδρασή του ΕΛΑΣ εναντίον μελών της Λεγεώνας, αλλά και την αποχώρηση των Ιταλικών δυνάμεων, η Λεγεώνα διαλύθηκε το Σεπτέμβριο του 1943, ενώ και ο Ματούσης κατέφυγε αρχικά στην Αθήνα και στη συνέχεια στη Ρουμανία.

Ο Αλκιβιάδης Διαμάντης ήταν το ιδανικό πρόσωπο για τη δημιουργία φιλοϊταλικής οργάνωσης, δεδομένου ότι είχε ήδη σχέση με τη Ρουμανία και την Ιταλία από το 1917, όταν με την παρουσία ιταλικών δυνάμεων και δασκάλων ρουμανικών σχολείων (κάποιοι από τους οποίους επανεμφανίστηκαν το 1941) ανακήρυξε τη δημιουργία βλαχικού κράτους το οποίο αποκλήθηκε Πριγκιπάτο της Πίνδου. Η τότε ανακήρυξη δεν είχε συνέχεια, δεδομένου ότι μετά την αντίδραση της Ελληνικής κυβέρνησης, οι Ιταλικές δυνάμεις που κατείχαν την Αλβανία υποχώρησαν. Ο Διαμάντης καταδικάστηκε από ελληνικά δικαστήρια αλλά αμνηστεύτηκε το 1926 και γύρισε στην Ελλάδα το 1930 ως αντιπρόσωπος ρουμανικών πετρελαίων. Έφυγε ξανά από την Ελλάδα το 1939 και γύρισε ακολουθώντας τα Ιταλικά στρατεύματα, μετά τη συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού τον Μάιο του 1941.
Ο Διαμάντης εμφανίστηκε μαζί με τους Ιταλούς όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν την Ελλάδα, το 1941. Το φθινόπωρο του 1941, ίδρυσε τη Λεγεώνα, το όνομα της οποίας προήλθε από την επιχειρηματολογία του ότι οι Βλάχοι είναι απόγονοι της 5ης Ρωμαϊκής Λεγεώνας (Legio V Macedonica). Η Λεγεώνα είχε σκοπό την ίδρυση ανεξάρτητου βλάχικου κράτους και καλούσε τον πληθυσμό να αγωνιστεί στο πλευρό της Ιταλίας και της Γερμανίας. Αναφέρεται ότι εντάχθηκαν περίπου 2.000 άτομα[, αλλού αναφέρεται ότι στο ένοπλο τμήμα της η οργάνωση ποτέ δεν είχε περισσότερους από «λίγες εκατοντάδες άνδρες» και αλλού ότι στη μέγιστη ακμή της δεν είχε πάνω από 1.000 άτομα.Αποσπάσματα της Λεγεώνας έδρασαν στη Λάρισα, από όπου ξεκίνησε ο Διαμάντης, τη Σαμαρίνα, ιδιαίτερη πατρίδα του Διαμάντη, τα Τρίκαλα, την Ελασσόνα, την Καλαμπάκα, τα Φάρσαλα, τα Γρεβενά, το Μέτσοβο αλλά και σε άλλες περιοχές, πάντα σε συνεργασία με Ιταλικά στρατεύματα.

Τον Μάιο του 1941, ο Διαμάντης πηγαίνει στα Ιωάννινα και συναντά βλαχόφωνους και το καλοκαίρι περιοδεύει στη Σαμαρίνα, Γρεβενά, Λάρισα, Τρίκαλα, Ελασσόνα, σε πολλά χωριά και στο Πραιτώρι όπου οργανώνει μεγάλη συγκέντρωση βλαχόφωνων με παρουσία αποφοίτων ρουμάνικων σχολών και Ιταλών.
Το καλοκαίρι εμφανίζεται και η πρώτη δράση λεγεωναρίων, με αρχηγό τον Βασίλη Ραποτίκα με σκοπό την βοήθεια των ιταλικών δυνάμεων στην ανακάλυψη και συλλογή όπλων που ήταν στην κατοχή του πληθυσμού.
Το Σεπτέμβριο ο Διαμάντης επισκέπτεται τον διορισμένο από τους Γερμανούς πρωθυπουργό Γεώργιο Τσολάκογλου και του υποβάλλει υπόμνημα με ημερομηνία 25/9/1941 ζητώντας δικαιώματα για τους Βλάχους, ίδρυση σχολείων, οικονομική ενίσχυση και ανάμεσα στα άλλα να διορίζονται «Οι Νομάρχαι και οι Δήμαρχοι Ηπείρου, Πίνδου, Θεσσαλίας και Μακεδονίας, όπου υπάρχουν εις τας ως άνω περιοχάς αμιγείς συνοικισμοί Βλάχων ή μικτοί τοιούτοι Βλάχων και Ελλήνων», από κοινού μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και του ιδίου «υπό την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου των Βλαχικών Κοινοτήτων της Πίνδου, Ηπείρου, Θεσσαλίας και Μακεδονίας με την προηγουμένην έγκρισιν των Αρχών Κατοχής, ήτοι των Γερμανών διά την περιοχήν Θεσσαλονίκης και των Ιταλών διά την υπό της Ιταλίας κατεχομένην ζώνην.»
Στη συνέχεια ο Διαμάντης, με τη βοήθεια των ιταλικών αρχών, προχωρά σε αντικατάσταση δημάρχων, ίδρυση ρουμάνικων σχολείων, παρακράτηση εμπορευμάτων και αγαθών καθώς και εξαναγκασμό κατοίκων να μπουν στην οργάνωση των λεγεωναρίων και συνέχιση των επιδρομών στα χωριά για όπλα. Τα μέλη της Λεγεώνας τύγχαναν ευεργετικών ρυθμίσεων ως προς την τυροκόμηση ενώ σταδιακά συγκροτούνται και ένοπλα ενισχύοντας τις ιταλικές κατοχικές αρχές. Όμως ο Αλκιβιάδης Διαμάντης το καλοκαίρι του 1942 αποχώρησε από την Ελλάδα μεταναστεύοντας στη Ρουμανία, ενώ αντικαταστάτης του στην διοίκηση της Λεγεώνας ανέλαβε ο Νικόλαος Ματούσης.

Η δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ εναντίον της Λεγεώνας

Η «Ένωση Ελλήνων Κουτσοβλάχων Εθνικοαπελευθερωτική και Εκπολιτιστική Οργάνωση» που την καθοδηγούσε το ΕΑΜ και έβγαζε προκηρύξεις και την εφημερίδα Κουτσόβλαχος ενάντια και στη δράση της Λεγεώνας καθώς και μέλη του ΕΑΜ προσανατολίστηκαν από το 1941 στην ένοπλη δράση εναντίον λεγεωνάριων, η όποια από το 1942 μεγαλώνει και προκαλεί φόβο στους λεγεωναρίους, ειδικότερα μετά και την εκτέλεση του πρωτεργάτη της Λεγεώνας Βασίλη Ραποτίκα.
 Στην περιοχή των Δ. Χασίων, στην Κουτσούφλιανη, τμήμα του Υπαρχηγείου Χασίων του ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον Νίκο Ζαραλή, εκτέλεσε τον τοπικό αρχηγό των Λεγεωναρίων Βαζούρα με αποτέλεσμα την πλήρη διάλυση της Λεγεώνας στην περιοχή εκείνη. Άλλες ομάδες του ΕΛΑΣ προχώρησαν σε επιδεικτικές εκτελέσεις επίλεκτων και σημαντικών των αυτονομιστών, πανικοβάλοντας τους υπόλοιπους, έτσι ώστε έως το 1943 να μην υφίστανται πουθενά ομάδες Λεγεωναρίων, εκτός από την Ελασσόνα και την Λάρισα.
Αποτέλεσμα της δράσης του ΕΛΑΣ ήταν  η αποχώρηση του Νικόλαου Ματούση από την ενεργό δράση στη Λεγεώνα, λόγω και του φόβου καθώς είχαν εκτελεστεί  αρκετά μέλη της Λεγεώνας από αντάρτες του ΕΛΑΣ. Ο Ματούσης συνέχισε όμως τη πολιτική δράση στην Αθήνα συμμετέχοντας στην εθνικοσοσιαλιστική Οργάνωση Πρωτοπόρων Νέας Ευρώπης (ΟΠΝΕ) όπου συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο Ανδρέας Κονδάκης και ο Γεώργιος Μερκούρης.

Η τύχη των μελών της Λεγεώνας


Ο Αλκιβιάδης Διαμάντης έφυγε για τη Ρουμανία το 1942, όπου αργότερα φυλακίστηκε όταν οι Σύμμαχοι κέρδισαν και ανέλαβε η νέα, κομμουνιστική κυβέρνηση. Πέθανε στη Ρουμανία το 1948. Στην Ελλάδα είχε καταδικαστεί σε θάνατο από τα Ειδικά Δικαστήρια Δοσιλόγων που συστάθηκαν από το 1945.
Ο Νικόλαος Ματούσης εγκατέλειψε και αυτός την Ελλάδα για τη Ρουμανία, ένα χρόνο αργότερα, το 1943 όπου και αυτός φυλακίστηκε από τη νέα Ρουμανική κυβέρνηση που προέκυψε μετά τη λήξη του πολέμου. Στην Ελλάδα είχε καταδικαστεί και αυτός σε θάνατο από τα Ειδικά Δικαστήρια Δωσιλόγων. Το 1964, παραδόθηκε στα χέρια των ελληνικών αρχών το 1964 και ζήτησε να δικαστεί εκ νέου. Στη δίκη αθωώθηκε (εκείνη την εποχή, δόθηκε χάρη σε αρκετούς αν μπορούσαν να αποδείξουν ότι δεν ήταν κομμουνιστές - έτσι ως φυλακισμένος σε μια κομμουνιστική χώρα, είχε τέτοια καλή μαρτυρία). Υπέρ του Ματούση στη δίκη αυτή κατάθεσε ο αρχηγός του «προδοτικού ΕΔΕΣ Αθηνών» συνταγματάρχης Απόστολος Παπαγεωργίου-Φιλώτας με τον οποίο είχε σχέσεις. Αφέθηκε ελεύθερος και τα πολιτικά δικαιώματά του αποκαταστάθηκαν πλήρως την επόμενη δεκαετία. Μέχρι το θάνατό του, το 1981, έζησε στην Αθήνα.
Ο Βασίλης Ραποτίκας σκοτώθηκε από τον ΕΛΑΣ στο τέλος Μαΐου ή στις αρχές Ιουνίου 1943
Τα μέλη της Ρωμαϊκής Λεγεώνας που δεν έφυγαν στη Ρουμανία, δικάστηκαν στα Ειδικά Δικαστήρια Δωσιλόγων τα οποία συστάθηκαν από το 1945 μέχρι το 1947. Κατηγορήθηκαν ως δωσίλογοι 617 άνθρωποι και από αυτούς καταδικάστηκαν οι 152, ενώ δεν έλαβαν ποινή 91 λόγω δεδικασμένου (είχαν ήδη καταδικαστεί για άλλα αδικήματα) και για 55 έπαυσε η δίωξη λόγω θανάτου (σε αρκετές περιπτώσεις, τους είχαν σκοτώσει οι αντιστασιακοί). Αθώοι κρίθηκαν οι 319.


16 Σεπτεμβρίου 1944: Ο ΕΛΑΣ μπαίνει στο Αργοστόλι



ΠΟΚ
Πατριωτική Οργάνωσις Κεφαλληνίας

Η Πατριωτική Οργάνωσις Κεφαλληνίας ιδρύθηκε στην Κεφαλονιά την άνοιξη του 1944 από «τους πιo γνωστούς κοινωνικούς παράγοντες του νησιού» κι άλλους ''υπεύθυνους πoλίτες''., με κεντρικό πυρήνα μια ομάδα επιστημόνων κι επαγγελματικών του Αργοστολίου, και διέθετε «μαχητικά τμήματα  από ομάδες χωρικών, σύμφωνα με μια απολογητική διατύπωση, ή ''έξ αλλων στοιχείων'', σύμφωνα με μιαν άλλη, που ''έλαβαν όπλα από τους Γερμανούς σε αγώνα ζωής ή θανάτου με τους EΛΑσiτες με σκληρά αντίποινα . Μια άλλη παρόμοια περίπτωση ένοπλης συνερ­γασίας ήταν αυτή των «Ενόπλων Δυνάμεων Νοτίου Νήσου (ΕΟΝΝ) στη Λευκάδα".Η οργάνωση συμμετείχε με τους Γερμανούς στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στον Αίνο τον Ιούνιο του 1944 εναντίον του ΕΛΑΣ. Αιματοκύλησαν όλο το νησί με ακατονόμαστες αγριότητες εναντίον του πληθυσμού. Έκανε επιδρομή στην Ιθάκη με τους Γερμανούς, μετείχε στις επιχειρήσεις της Λευκάδας, όπου διέπραξε τις σφαγές των αιχμαλώτων Κεφαλονιτών εφεδροΕΛΑΣιτών, που τους είχαν παραδώσει  οι Γερμανοί στον κάβο του Λευκάτα.

Το Σεπτέμβρη του 1943 που οι Ιταλοί συνθηκολόγησαν με τους συμμάχους, και ακολούθησε η μεγάλη σφαγή από τους Γερμανούς στο νησί.4. Λίγοι Ιταλοί μόνο γλίτωσαν κρυμμένοι σε σπίτια και σε καλύβες στα χωριά. Ο ΕΛΑΣ είχε ήδη αρχίσει την αντιγερμανική  δράση. Έκαναν επιθέσεις στις μεταφορές του εχθρού, ανατίναζαν γέφυρες και έκοβαν δρόμους. Έτσι και στην Κεφαλονιά ο ΕΛΑΣ έδωσε μάχες με τα γερμανικά στρατεύματα από όλα τα μέτωπα. Το 1944 οι Γερμανοί άρχισαν να υποχωρούν.
Η γερμανική κατοχή στο Νομό ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Ο Ελειός στη διάρκειά της θα καταμετρήσει πολλά θύματα, το μπλόκο και στη συνέχεια το ολοκαύτωμα στα Αργίνια. Θα ζήσει τον ηρωισμό των αγωνιστών, τις αδυναμίες και τα λάθη τους. Ταυτόχρονα θα ζήσει την προδοσία και την ανοιχτή συνεργασία με τον κατακτητή στην περιοχή.
Η άφιξη της «συμμαχικής», ουσιαστικά αγγλικής αποστολής BUG στην Κεφαλονιά τον Μάϊο του 1944, συνέπεσε, όχι τυχαία, με την εμφάνιση των οργανωμένων δυνάμεων που βοήθησαν τους Ναζί. Αρχές Ιουνίου  του 1944, ο Γερμανός στρατιωτικός διοικητής Σπιτέλερ, εκδίδει προκήρυξη καλώντας τους «έλληνες εθνικιστές» να πυκνώσουν τα ένοπλα τμήματα της ΠΟΚ.
Σε προκήρυξή της προς το λαό της Κεφαλονιάς η οργάνωση ανέφερε:

«....Κι ας ενωθούμε σαν καλά αδέρφια, βοηθώντας τη Μεγάλη Γερμανία, να πατάξει με κάθε μέσο με κάθε τρόπο, τους δυο μεγάλους εχθρούς του κόσμου, τους Αγγλοαμερικανοεβραίους και τους Μπολσεβίκους, τους δύο κακούς αυτούς δαίμονας της ανθρωπότητος, που καταδυναστεύουν τον κόσμο.»

Στις 10-13 Ιουλίου 1944, πραγματοποιούνται εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών και των συνεργατών τους στο Μεγάλο Βουνό. Στις μέρες αυτές η περιοχή του Ελειού και των Πρόνων, όπως και όλη η γύρω από τον Αίνο περιοχή, γνωρίζει ένα πρωτοφανές όργιο βίας, τρομοκρατίας, αίματος, καταστροφών και ερήμωσης, πυρπόλησης σπιτιών –χειμαδιών και καλυβιών καθώς και εκτελέσεις και δολοφονίες γυναικόπαιδων. Ο δήμιος Σπιτέλερ, στις 17 Ιουλίου του 1944, κοντά στα άλλα, ομολογεί ότι στη διάρκεια των επιχειρήσεων, σε όλη την Κεφαλονιά, τουφεκίστηκαν 136 άτομα , στην πλειοψηφία τους αθώα γυναικόπαιδα των γύρω χωριών, που είχαν καταφύγει στο οροπέδιο της Μολούς για ασφάλεια, και ότι οι άνδρες του «με τους γενναίους άνδρες της ΠΟΚ θα ξεσκίσουν από τη ρίζα του αλύπητα το κακό», έχοντας πάντοτε στο πλευρό τους «την οπλισμένη ένωση των εθνικιστών Ελλήνων». Όσοι συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια της εκκαθαριστικής επιχείρησης, ανάμεσα στους οποίους και αρκετά στελέχη των αντιστασιακών οργανώσεων, στοιβάχτηκαν κυρίως στο Δημοτικό σχολείο Χιονάτων και στις εγκληματικές φυλακές Αργοστολίου. Από αυτά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στη συνέχεια μεταφέρονταν για να θανατωθούν.

 [...]Αυτή η ομάδα του Γάκια ήταν, ο Γάκιας ήταν προπολεμικός δολοφόνος επαγγελματίας. Και κάποιοι γύρω του κάνανε τον καιρό της κατοχής κλοπές και βιαιοπραγίες εναντίον αυτών που είχαν τα ζώα που τους παίρνανε, ας πούμε.
Μετά από αυτό όταν το ΕΑΜ αντέδρασε, όπως αντέδρασε, αυτοί και πήγαν με τους Γερμανούς. Και υπήρχαν τρεις συμμορίες τότε στην Κεφαλλονιά. Του Φωκίωνα Γάκια ή Αλισσανδράτου στην Πίλαρο, γείτονάς μας, το χωριό το δικό μου θεωρείτο κόκκινο χωριό και έχουμε τραβήξει τα πάνδεινα και τα δυο χωριά και το Νεοχώρι και τα Κομιτάτα. Υπήρχε στο Πυργί του Ειρηναίου Παπαδημάτου και του Κοτροκόη στην νότιο Κεφαλλονιά. Στον Ελιό.[...]
Αυτοί συνασπίστηκαν μετά σε μια οργάνωση που την ονομάσανε ΠΟΚ. Πατριωτική Οργάνωση Κεφαλληνίας. Μαυραγορίτες δεν ήταν, ήταν ληστές. Ήταν ληστοσυμμορίες και συνασπίστηκαν με τους Γερμανούς, πήγαν μαζί με τους Γερμανούς και φτιάξανε μια οργάνωση Πανκεφαλληνιακή που ενώθηκαν οι συμμορίες και την ονομάσανε ΠΟΚ. Πατριωτική Οργάνωση Κεφαλληνίας. Προδοτική κυριολεκτικά. Και αυτή έκανε την επιδρομή και λεηλάτησε το Πέρα χωριό της Ιθάκης το 1944 το καλοκαίρι.[...]


Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, η ΠΟΚ και οι συνεργάτες των Ναζί, ελέγχουν το Αργοστόλι και, με διαμεσολαβητή την αποστολή BUG, απευθύνουν αίτημα για να αναγνωριστούν ως αντιστασιακοί και ως τοπική εξουσία. Στο πλευρό της ελληνικής αντίστασης είχαν προσχωρήσει και οι εναπομείνασες ιταλικές δυνάμεις πυροβολικού, μετά τη θριαμβευτική έλευση του Άμος Παμπαλόνι. Ο ΕΛΑΣ, απορρίπτει την πρόταση της ΠΟΚ και το απόγευμα στις 16 Σεπτέμβρη του 1944 μπαίνει στο Αργοστόλι ως απελευθερωτής.



1943 Τμήμα Τσάμηδων που επιθεωρείται από Γερμανό αξιωματικό


Η Κ.S.I.L.I.A και οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες

Η οργάνωση «Εθνική Αλβανική Διοίκηση της Τσαμουριάς»  δημιουργήθηκε το 1942 στη Θεσπρωτία και απαρτιζόταν από ένοπλους Τσάμηδες. Είχε περίπου 2.500 – 3.200 μέλη.
Τον Ιούλιο του 1941 η Ιταλική Κυβέρνηση διόριζε με Διάταγμα τον Τζεμίλ Ντίνο, τον αρχηγό της οργάνωσης  ως Ύπατο Αρμοστή Θεσπρωτίας, ο οποίος μάλιστα δεν εμφανίστηκε για να αναλάβει τα καθήκοντά του. Για να τρομοκρατήσουν ακόμη περισσότερο το ελληνικό στοιχείο, και να επιδείξουν στην ελληνική κυβέρνηση τη θέλησή τους οι Τσάμηδες, ότι επιθυμούν την απόσπαση του Νομού Θεσπρωτίας από τον ελληνικό κορμό, δολοφονούν μπρος στο Νομαρχιακό κατάστημα τον αναπληρωτή Νομάρχη Γ. Βασιλάκο. Η δολοφονία αυτή υπήρξε το σύνθημα των ομαδικών εκτελέσεων σ΄ολόκληρο το Νομό, με κορύφωση την εκτέλεση των 49 προκρίτων της Παραμυθιάς στις 29 Σεπτεμβρίου 1943.

Το καλοκαίρι του 1943 οι γερμανικές αρχές κατοχής, αποφάσισαν να αναλάβουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, προκειμένου να περιορίσουν την επέκταση της δράσης των ανταρτικών δυνάμεων του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ.
Έτσι, η γερμανική μεραρχία Εντελβάις εγκαταστάθηκε στην Παραμυθιά στις αρχές Ιουλίου και το 22ο Ορεινό Σώμα υπό τον στρατηγό Λαντζ,εγκαταστάθηκε στα Ιωάννινα. Στις μάχες που διεξήχθησαν, κυρίως για τον έλεγχο των οδών της Ηπείρου (Αρτας-Ιωαννίνων, Ιωαννίνων-Μετσόβου, Ιωαννίνων-Ηγουμενίτσας), στο πλευρό των γερμανικών δυνάμεων έδρασαν και ομάδες Τσάμηδων, τους οποίους οι γερμανοί χρησιμοποίησαν αποτελεσματικά εναντίον των ανταρτών. Όπως άλλωστε η διοίκηση της γερμανικής μεραρχίας παρατηρεί σε έκθεσή της,  

«τα τμήματα του αλβανικού πληθυσμού συμπαρίστανται στα γερμανικά στρατεύματα και έχουν προσφέρει πολύτιμη βοήθεια στον αγώνα κατά των ανταρτών», για να προσθέσει λίγο αργότερα ότι «στις μέχρι τώρα επιχειρήσεις κατά των ανταρτών οι μουσουλμάνοι αποδείχτηκαν ικανοί λόγω της γνώσης της περιοχής, ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις ανίχνευσης. Οι Αλβανοί προσδοκούν την ένταξη της Τσαμουριάς σε μία ελεύθερη και αυτοδύναμη Αλβανία»
Ο Συνταγματαρχης των SS στην Ηπειρο Γιόζεφ Ρεμον είχε δηλώσει: '' Στον αγωνα εναντίονν των ανταρτών οι μόνοι που μας υποστηρίζουν είναι οι Αλβανοί Το σύνταγμά μου και οι Αλβανοί είχαν διαρκώς απώλειες κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων.''

Από τις πρώτες ενέργειες των Γερμανών, μετά την άφιξή τους στην περιοχή, υπήρξε η προσπάθεια για μία πιο οργανωμένη συγκρότηση των ενόπλων ομάδων των Τσάμηδων που ενεργούσαν στην Ήπειρο. Όλος σχεδόν ο αλβανικός πληθυσμός από 14 ετών και πάνω, εξοπλίστηκε, σχηματίστηκαν νέα ένοπλα τμήματα που τέθηκαν υπό τις οδηγίες των Μαζάρ και Νουρί Ντίνο. Όλοι οι Αλβανοί των ομάδων αυτών φορούσαν στρατιωτικές στολές, ιταλικές ή γερμανικές, καθώς και περιβραχιόνιο με τη λέξη «Τσάμης» που τους έδινε τη δυνατότητα να κυκλοφορούν ελεύθερα στις πόλεις και την ύπαιθρο, φέροντας οπλισμό. Οι δικαιοδοσίες της αλβανικής Τζανταρμερίας (χωροφυλακής), επεκτάθηκαν και της ανατέθηκε το καθήκον της τήρησης της τάξης, εξέλιξη που οι ίδιοι οι Τσάμηδες σε πολλές περιπτώσεις εκμεταλλεύτηκαν προκειμένου να κλείσουν λογαριασμούς του παρελθόντος


Παράλληλα με τον εξοπλισμό των χωριών της Θεσπρωτίας, αρχίζει να συγκροτείται το λεγόμενο τάγμα Nuri Dino, το οποίο καλείται να δράσει κυρίως στην περιοχή του Αργυροκάστρου. Γίνονται οι αναγκαίες συνεννοήσεις με τον αρμόδιο γερμανό στρατηγό, υπεύθυνο για την Αλβανία, ο οποίος στις 29 Μαρτίου 1944 δίνει τη σχετική άδεια:

«Ο κ. Nuri Dino έχει την άδεια να συγκροτήσει ένα εθνικό αλβανικό στρατιωτικά οργανωμένο τάγμα επιστράτων εθελοντών στην περιοχή Αργυροκάστρου με σκοπό να πολεμήσει εναντίον των κομμουνιστών ανταρτών της περιοχής. Η επαφή με τους εγγύς ευρισκόμενους διοικητές των γερμανικών δυνάμεων είναι απαραίτητη, ειδικά πριν από την πραγματοποίηση σημαντικών επιχειρήσεων».

Ήδη νωρίτερα, στις 21 Ιανουαρίου 1944, είχαν ζητηθεί τέσσερις Αλβανοί αξιωματικοί για τη στελέχωση του τάγματος: «Για το υπό συγκρότηση τάγμα “Nuri Dino” παρακαλούμε για την απόσπαση τεσσάρων αλβανών αξιωματικών (αν είναι δυνατόν ένας από αυτούς με γνώσεις στη Γερμανική ή τη Γαλλική). Προώθηση στο Αργυρόκαστρο.»

Όπως μαθαίνουμε από σχετικό έγγραφο για τη δομή του τάγματος, το τάγμα «Νουρί Ντίνο» παρουσιάζει στις 18 Μαρτίου.1944 την εξής εικόνα, όσον αφορά τη σύνθεση, τον ρουχισμό και τον οπλισμό:
«Δύναμη του τάγματος προς το παρόν: 691 άνδρες. 300 άνδρες από την περιοχή Ηγουμενίτσα-Φιλιάτες-Παραμυθιά και 391 άνδρες από την περιοχή Αργυροκάστρου. Το τάγμα υπάγεται από επιχειρησιακής πλευράς στη Μεραρχία Steyrer και οικονομικώς στο Ι/724. Το Ι/724 έχει την ευθύνη της παραλαβής και της διανομής του συσσιτίου.
Ο εφοδιασμός με ρουχισμό, οπλισμό και πυρομαχικά ρυθμίζεται κεντρικά από το 22ο ορεινό Σώμα Στρατού στα Ιωάννινα.
Με βάση τη διαταγή του Γενικού Στρατηγείου του ΧΧΙΙ Ορεινού Σώματος Στρατού/Ic Nr. 3504/43 αναλογούν στο τάγμα: 1000 στολές, 1000 όπλα, 16 όλμοι, 16 ελαφρά οπλοπολυβόλα, 100.000 σφαίρες για ατομικό όπλο, 32.000 πυρομαχικά για ελαφρύ οπλοπολυβόλο. Μέχρι τώρα έχουν παραληφθεί: 800 στολές, 300 όπλα, 4 ελαφρά οπλοπολυβόλα, 71.200 σφαίρες, 23.400 πυρομαχικά για ελαφρύ οπλοπολυβόλο»

Όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται τόσο ομαλά για τον Nuri Dino. Στο Αργυρόκαστρο υπηρετεί εκείνη την εποχή ως νομάρχης ένας ομοϊδεάτης, ο Vehip Runa, ο οποίος φαίνεται ότι δεν είναι διατεθειμένος να ανεχθεί να παρακάμπτεται από τον Nuri σε πολιτικο-στρατιωτικό επίπεδο. Δημιουργούνται τριβές ανάμεσά τους, οι οποίες υποχρεωτικά πρέπει να λυθούν σε ανώτερο επίπεδο. Έτσι, στις 22 Μαϊου 1944, ο Ντίνο απευθύνεται στον Αλβανό υπουργό εσωτερικών Djafer Deva, από τον οποίο ζητά ξεκαθάρισμα των αρμοδιοτήτων, όπως φαίνεται από χειρόγραφο σημείωμα που συντάσσει στα γαλλικά και το υπογράφει ο ίδιος. Την ίδια ακριβώς αποσαφήνιση ζητά και το 22. Ορεινό Σώμα Στρατού από τον ανώτατο στρατιωτικό διοικητή της Αλβανίας, απευθύνοντάς του μια όμοια στο περιεχόμενο επιστολή με εκείνη του Nuri:

«Ο Nuri Dino παρακαλεί τον υπουργό εσωτερικών Xhafer Deva για αποσαφήνιση της θέσης του ως ηγέτη της πολιτοφυλακής σε σχέση με το Γενικό Στρατηγείο Ιωαννίνων αφ’ ενός και απέναντι στο νομάρχη Αργυροκάστρου αφ’ ετέρου.
Το Γενικό Στρατηγείο ενδιαφέρεται επίσης για αποσαφήνιση, καθώς ο Nuri Dino φαίνεται να έχει εξουσιοδοτηθεί από τα Τίρανα να διατηρεί απ’ ευθείας επαφή, ενώ η οδηγία του νομάρχη Αργυροκάστρου είναι να υπάγεται η αλβανική πολιτοφυλακή της περιοχής σε εκείνον.
Λόγω του τελευταίου γεγονότος έχει γίνει συνεννόηση με τον νομάρχη, ώστε όλες οι εντολές της Γενικής Διοίκησης προς τον Ντίνο να διαβιβάζονται μέσω του νομάρχη».

Τελικά, και παρά τις άοκνες προσπάθειές του, ούτε νομάρχης Αργυροκάστρου θα γίνει, ούτε θα μπορέσει να αυτονομηθεί από τον αντίζηλό του Vehip Runa.

Οι προστριβές, όμως, με τον Runa φαίνεται πως έχουν και μια πιο υλική βάση. Στις 13 Ιουνίου 1944, ο υπολοχαγός Petersen, ο άνθρωπος του Lanz στο Αργυρόκαστρο και ταυτόχρονα σύνδεσμός του με την αλβανική πολιτική διοίκηση της περιοχής, αναφέρει τα εξής:
«Αναφέρω το ακόλουθο συμβάν:
Στους Αγ. Σαράντα βρισκόταν αποθηκευμένοι περίπου 3 τόνοι αραβοσίτου, αλάτι και ένα ποσό 90.000 αλβανικών φράγκων. Οι Άγ. Σαράντα ανήκουν στη νομαρχία του Αργυροκάστρου. Έτσι ο αντινομάρχης των Αγ. Σαράντα είχε υποσχεθεί τα εφόδια αυτά στον νομάρχη [Αργυροκάστρου] Runa και είχε ήδη οργανώσει την αποστολή τους. Πριν όμως προλάβουν να μεταφερθούν τα υλικά αυτά –τα οποία είναι απολύτως αναγκαία εδώ– από τους Αγ. Σαράντα στο Αργυρόκαστρο, κατασχέθηκαν και απομακρύνθηκαν από τον Nuri Dino, παρά τις αντιρρήσεις του αντινομάρχη.
Όπως είπε ο Runa, ο Nuri Dino μετέφερε τα πράγματα αυτά στα Ιωάννινα με σκοπό το εμπόριο – κυρίως με το χρηματικό ποσό που αφαίρεσε. Ο φρούραρχος των Αγ. Σαράντα έδωσε τη συγκατάθεσή του για την κίνηση αυτή του Nuri Dino – προφανώς λόγω άγνοιας της κατάστασης.
Ο νομάρχης παρακαλεί τη Γενική Διοίκηση να ενημερώσει τις γερμανικές υπηρεσίες στο Δέλβινο και τους Αγ. Σαράντα ότι οι περιοχές αυτές ανήκουν στη νομαρχία Αργυροκάστρου και ότι εντέλει αυτός που δικαιούνται να δίνει εντολές στον αντινομάρχη των Αγ. Σαράντα Τζεμίλ Λέκα και του Δελβίνου Κάνι Λέσκου είναι ο νομάρχης Runa. Ο Runa δικαιολογημένα είναι σφόδρα εξοργισμένος με την εισπήδηση του Nuri Dino στη νομαρχία του, καθώς λόγω της ακύρωσης αυτής της αποστολής σιτηρών, η επισιτιστική κατάσταση έχει γίνει τόσο κρίσιμη, ώστε η υπηρεσία εφεδρικών εφοδίων του γερμανικού στρατού παρακαλείται να αποστείλει επειγόντως στο Αργυρόκαστρο με το αυριανό δρομολόγιο έξι τόνους αραβοσίτου ή σίτου».
Από πληροφοριοδότης και οργανωτής της πολιτικο-στρατιωτικής δραστηριότητας των μουσουλμάνων Τσάμηδων στη Θεσπρωτία, ο Nuri Dino γίνεται διοικητής του ομώνυμου τάγματος στο Αργυρόκαστρο για να εμπλακεί τελικά σε υποθέσεις μαύρης αγοράς, όπως τον κατηγορεί ο ομοϊδεάτης ανταγωνιστής του, νομάρχης Αργυροκάστρου. Παρ' όλα αυτά οι σχέσεις του με τη γερμανική στρατιωτική διοίκηση της Ηπείρου θα παραμείνουν μέχρι το τέλος στενές.

Τον Ιούνιο του 1944, η φαντασίωση της ένωσης της Θεσπρωτίας με τη Μεγάλη Αλβανία, όπως την είχε υποσχεθεί ο Χίτλερ, βρίσκεται προς το τέλος της. Και ο Nuri Dino το γνωρίζει. Η αποστολή του τώρα είναι να υπερασπιστεί τη de facto εξουσία των μουσουλμάνων Τσάμηδων στην περιοχή αυτή κάτω από στρατιωτικά αντίξοες έως δραματικές για εκείνον συνθήκες. Η εξουσία των Τσάμηδων απειλείται ευθέως από τον ΕΔΕΣ και τις συμμαχικές δυνάμεις, οι οποίες επιδιώκουν τον πλήρη έλεγχο των θεσπρωτικών ακτών και τη δημιουργία εκτεταμένου προγεφυρώματος για εφοδιασμό της ελληνικής αντίστασης, προκειμένου να οργανωθούν οι δολιοφθορές στις αποχωρούσες γερμανικές δυνάμεις.
Αυτό που καταφέρνει ο ηγέτης της μουσουλμανικής μειονότητας, παρά την πίεση που δέχονται οι δυνάμεις του, είναι να οργανώσει και να πετύχει το καλοκαίρι του 1944 την εκκένωση της περιοχής νοτίως του Καλαμά με ελάχιστες απώλειες. Οι συμμαχικές δυνάμεις και ο Ζέρβας παρέχουν συνειδητά τον αναγκαίο χρόνο για την επιχείρηση αυτή, η οποία στην πρώτη της φάση δεν ήταν αναίμακτη, καθώς ήταν αδύνατον να ελεγχθούν από πράξεις αυτοδικίας και αντεκδίκησης οι μαχητές των στρατιωτικών μονάδων του Ζέρβα στην περιοχή, και ειδικά εκείνοι που η ίδια η ζωή τους είχε σημαδευτεί επί τέσσερα χρόνια από τη κατοχική βία των ενόπλων Μουσουλμάνων της Θεσπρωτίας και των οποίων αγαπημένα πρόσωπα είχαν δολοφονηθεί από αυτούς. Σε σύγκριση πάντως με τα αιματηρά επεισόδια με θύματα (εθνοτικά) Γερμανούς και άλλους πρόσφυγες που καταγράφηκαν κατά την προέλαση του κόκκινου στρατού τους τελευταίους μήνες των συγκρούσεων στο ανατολικό μέτωπο, τα βίαια επεισόδια εναντίον αμάχων Μουσουλμάνων στην Παραμυθιά, το Καρβουνάρι, την Πάργα και τους Φιλιάτες, το καλοκαίρι και το Φθινόπωρο του 1944, ήταν εξαιρετικά περιορισμένα, και αυτό επειδή τελικά ο Ζέρβας μπόρεσε να επιβάλει την αναγκαία πειθαρχία για την περιφρούρηση του συγκεντρωμένου σε διάφορα ασφαλή σημεία άμαχου μουσουλμανικού πληθυσμού.
Η εκκένωση του συνόλου σχεδόν του μουσουλμανικού πληθυσμού της Θεσπρωτίας –με εξαίρεση τους λίγους μουσουλμάνους μαχητές που ήταν ενταγμένοι στο αντάρτικο του ΕΔΕΣ κυρίως από το χωριό Κόντρα της Γκρόπας– ήταν, ίσως, μια από τις λίγες ρεαλιστικές αποφάσεις που πήρε ο Nuri Dino όταν δεν μπορούσε πλέον παρά να παραδεχτεί ότι το σενάριο του αλυτρωτισμού είχε ακυρωθεί οριστικά. Η τραγωδία, όμως, της υπόθεσης αυτής δεν βρίσκεται στην αυτοκαταστροφική πορεία της ηγεσίας των μουσουλμάνων Τσάμηδων της Θεσπρωτίας, αλλά στο ότι η ηγεσία αυτή, χωρίς να συναντήσει στο εσωτερικό της μειονότητας τους φραγμούς και τις αντιστάσεις που θα περίμενε κανείς, κατάφερε και παγίδευσε το σύνολο σχεδόν των ομοεθνών της να συμμετάσχουν στην υλοποίηση της αλβανικής μεγάλης ιδέας, να υπολογίσουν σε λάθος σύμμαχο για την πραγμάτωση της ένωσης της Θεσπρωτίας με την Αλβανία και τελικά να οδηγηθούν αναγκαστικά στον ξεριζωμό, στα πλαίσια μιας εθνοκάθαρσης εξ αντανακλάσεως, παρόμοια με εκείνες που σημειώθηκαν με γερμανικούς πληθυσμούς σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης με την προέλαση του σοβιετικού στρατού. Ότι ο ξεριζωμός ήταν το πιο αναίμακτο σενάριο, αν η συμμαχία με τη Wehrmacht κατέρρεε, το γνώριζε, όπως αποδεικνύεται από τη μελέτη των γερμανικών στρατιωτικών αρχείων, η ηγεσία της μειονότητας από πολύ νωρίς. Αποφάσισε όμως να αναλάβει το ρίσκο και να παίξει με συνέπεια το χαρτί του αλυτρωτισμού, μιλώντας στα μέλη της μειονότητας μέχρι τα τελευταία για «νίκη» και για «απελευθέρωση» της Θεσπρωτίας. Η ηγετική ομάδα των μουσουλμάνων Τσάμηδων έπαιξε κυριολεκτικά με τη φωτιά και έχασε.


Ταγματασφαλίτες στα βουνά. Η ομάδα συνοδεύεται από αξιωματικό των SS (δεξιά)
Λεύκωμα Antonio J.Munoz, «Herakles & The Swastika- Greek Volunteers in the German Army,
Police & SS 1943-1945



ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ

 Δημήτριος Καρούσας

Στις 10 Μαρτίου 1944 ένα ανώνυμο τηλεφώνημα ειδοποιούσε το νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού ότι ένα ανδρικό πτώμα βρισκόταν σε ένα ύψωμα στην περιοχή του Ψυχικού. Ο άνδρας, που ζούσε ακόμα όταν έτρεξαν οι γιατροί, απεκάλυψε ότι ένας Γερμανός λοχίας μαζί με τον πράκτορα των SS Δημ. Καρούσα επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν. Ο ετοιμοθάνατος Γιάννης Ανιάν έφερε επτά τραύματα από βολίδες αυτόματου όπλου και ανέπνεε με δυσκολία. Λίγες στιγμές αργότερα άφησε την τελευταία του πνοή χωρίς οι γιατροί να του προσφέρουν καμιά βοήθεια. Ηταν η εποχή που οι Γερμανοί άρχισαν να δολοφονούν όλους όσους θεωρούσαν διπλούς πράκτορες, ύποπτους επειδή γνώριζαν πολλά και επικίνδυνους λόγω πιθανότητας να προσχωρήσουν στο εχθρικό στρατόπεδο. Ακολουθώντας αυτή την τακτική σκότωσαν μερικές δεκάδες διερμηνείς τους τον Σεπτέμβριο του 1944 στην οδό Μέρλιν, ενώ κάποιους άλλους, περισσότερο έμπιστους, τους πήραν μαζί τους στη Γερμανία.
Ο Δημ. Καρούσας αναχώρησε με τις τελευταίες γερμανικές φάλαγγες για το Μόναχο και καταδικάσθηκε ερήμην εις θάνατο. Ο Καρούσας δεν επέστρεψε πίσω και κανένας δεν έμαθε γι' αυτόν τίποτα.

Η ομάδα Γ. Κανελλόπυλου - Χ. Βαρούχα

Μία ομάδα από εκείνες που διενεργούσαν δολιοφθορές εναντίον των Συμμάχων ήταν εκείνη του Γιάννη Κανελλόπουλου και του Χρήστου Βαρούχα, που είχε ως έδρα το οίκημα της οδού Αλκυστίδος 5. Το συγκεκριμένο κλιμάκιο πρακτόρων διέθετε ασύρματο και εκρηκτικές ύλες. Το πρωί της 9ης Αυγούστου 1944, κάτω από τα μάτια των Γερμανών, μια ομάδα  αξιωματικών που αποτελείτο από τους Τάκη Μπαρδή, Κώστα Αντωνακέα, Σπύρο Κονιδάρη κ.ά. εισέβαλε στο άντρο τους με προτεταμένα όπλα και τους συνέλαβε. Μετά από πολύωρη ανάκριση ομολόγησαν ότι αρχηγός του κλιμακίου ήταν ο πράκτορας των Γερμανών Δημ. Ρούσσος και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας ήταν τα αδέλφια Χρήστος και Νικολέττα Κανελλοπούλου.

Όλοι οι πράκτορες ανήκαν στο δίκτυο κατασκοπίας του Γερμανού Μίζε, του οποίου τα γραφεία βρίσκονταν στην οδό Βασ. Σοφίας 151. Το παράδοξο ήταν ότι ο Ρούσσος διηύθυνε το κλιμάκιο από το Λονδίνο, όπου βρισκόταν για λογαριασμό της γερμανικής κατασκοπίας. Σε μια άλλη Ειδική Υπηρεσία, την επονομαζόμενη Abwehr Stelle 2, υπηρετούσε πλειάδα Ελλήνων συνεργατών οι οποίοι με τη δράση τους έφεραν πολλές φορές τις αντιστασιακές ομάδες σε δύσκολη θέση. Ορισμένοι από αυτούς, όπως, Τσίρος, Παρασκευάς, Στράτος, μαζί με την πιο δραστήρια πράκτορα των Γερμανών, την  Αλίκη Ηπιώτου, ανήκαν προπολεμικά στο περίφημο κατασκοπευτικό δίκτυο FΑΤ 376.
Η Ηπιώτου μαζί με τον φοιτητή Γιώργο Δανέτη πριν από την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου είχαν κλέψει στρατιωτικούς χάρτες με τις οχυρώσεις της Ηπείρου και της Μακεδονίας και τους είχαν παραδώσει στη γερμανική πρεσβεία. Η Ηπιώτου συνελήφθη από την Ελληνική Αστυνομία, αλλά ελευθερώθηκε από τους Γερμανούς στις 10 Ιουνίου 1941. Γι' αυτήν και τους συναδέλφους της της FΑΤ 376 η συναρπαστική ζωή της κατασκόπου συνεχίστηκε. Μαζί με τους Δανέτη, Γιάννη Ανιάν κ.ά. τοποθετήθηκε στη GFP της οδού Κοραή, στο Μέγαρο Ζαναρά. Αποστολή τους ήταν να εντοπίζουν αντιστασιακούς και Άγγλους πράκτορες και να τους παραδίδουν στους Γερμανούς. Λίγο αργότερα ο Ανιάν και ο Δημ. Καρούσας, αρχινοσοκόμος του Πολιτικού Νοσοκομείου και δραστήριο στέλεχος της FΑΤ 376, μετατέθηκαν στα SS της οδού Μέρλιν. Στη GFP παρέμειναν η Ηπιώτου, ο Δανέτης, η Αγγελική Μαρσέλου, ο Αντ. Βαλαβάνης και ο Γ. Μενουδάκος.
Ολόκληρο το κατασκοπευτικό δίκτυο εργάστηκε για τους Γερμανούς μέχρι την τελευταία στιγμή. Το τέλος της δραστηριότητας ήταν αναμενόμενο. Οι περισσότεροι πλήρωσαν το τίμημα που πληρώνουν σχεδόν πάντα οι κατάσκοποι: συνελήφθησαν ή θανατώθηκαν.
Στις 20 Μαΐου 1946 το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων Πειραιά καταδίκασε ερήμην τους Μπέλο και Ξάνθο σε ισόβια, τον Δ. Βύρωνα σε 15 έτη, ενώ απάλλαξε τον Κάλφα. Ο Βύρων συνελήφθη τελικά στη συνοικία Άγιος Λουκάς το 1947. Ο Μπέλος, που είχε καταφύγει αρχικά στη Γερμανία, επέστρεψε και κρυβόταν σε φιλικό του σπίτι στην Πάτρα για περισσότερο από 2 χρόνια. Τελικά ανακαλύφθηκε και προφυλακίσθηκε το 1948.
Στις 10 Μαρτίου 1944 ένα ανώνυμο τηλεφώνημα ειδοποιούσε το νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού ότι ένα ανδρικό πτώμα βρισκόταν σε ένα ύψωμα στην περιοχή του Ψυχικού. Ο άνδρας, που ζούσε ακόμα, όταν έτρεξαν οι γιατροί, απεκάλυψε ότι ένας Γερμανός λοχίας μαζί με τον πράκτορα των SS Δημ. Καρούσα επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν. Ο ετοιμοθάνατος Γιάννης Ανιάν έφερε επτά τραύματα από βολίδες αυτόματου όπλου και ανέπνεε με δυσκολία. Λίγες στιγμές αργότερα άφησε την τελευταία του πνοή χωρίς οι γιατροί να του προσφέρουν καμιά βοήθεια. Ηταν η εποχή που οι Γερμανοί άρχισαν να δολοφονούν όλους όσους θεωρούσαν διπλούς πράκτορες, ύποπτους επειδή γνώριζαν πολλά και επικίνδυνους λόγω πιθανότητας να προσχωρήσουν στο εχθρικό στρατόπεδο. Ακολουθώντας αυτή την τακτική σκότωσαν μερικές δεκάδες διερμηνείς τους, τον Σεπτέμβριο του 1944 στην οδό Μέρλιν, ενώ κάποιους άλλους, περισσότερο έμπιστους, τους πήραν μαζί τους στη Γερμανία.
Ο Δημ. Καρούσας αναχώρησε με τις τελευταίες γερμανικές φάλαγγες για το Μόναχο και καταδικάσθηκε ερήμην σε θάνατο. Ο Καρούσας δεν επέστρεψε πίσω και κανένας δεν έμαθε γι' αυτόν τίποτα.

Κώστας Πετρουτσόπουλος

Στην Αθήνα της Κατοχής υπήρχε και ένα πλήθος από τυχοδιώκτες και καιροσκόπους Έλληνες που ασχολούντο με τις πλέον ύποπτες υποθέσεις,όπως μαύρη αγορά, παραχάραξη νομισμάτων, διπλή κατασκοπεία κ.ά.. Ένας γνωστός τυχοδιώκτης της εποχής ήταν ο Κώστας Πετρουτσόπουλος. Εμφανίσιμος και πάντα καλοντυμένος, κυκλοφορούσε με ένα ακριβό αυτοκίνητο μάρκας Opel έχοντας μαζί του την ταυτότητα της γερμανικής μυστικής αστυνομίας.
Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, ο Πετρουτσόπουλος υπηρέτησε στο Β’ Γραφείο του Α’ Σώματος Στρατού λίγο έξω από το Αργυρόκαστρο. Φεύγοντας οι Άγγλοι τον Απρίλιο του 1941, άφησαν πίσω τους ορισμένους πυρήνες για να κάνουν σαμποτάζ και κατασκοπεία εναντίον των Ιταλών και των Γερμανών. Προσποιούμενος τον αγγλόφιλο δέχθηκε να φιλοξενήσει στο πολυτελέστατο διαμέρισμα του, στην οδό Σκαραμαγκά, απέναντι από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο τους δύο Άγγλους αξιωματικούς, τον υπολοχαγό Μακ Ναμπ και τον ανθυπολοχαγό Ρίκετ. Την επόμενη μέρα τους κατέδωσε στους Ιταλούς με αποτέλεσμα να τους συλλάβουν  και να τους εκτελέσουν αργότερα με την κατηγορία της δολιοφθοράς και της κατασκοπείας. Με τους δύο αξιωματικούς συνελήφθησαν άλλοι 32 Άγγλοι στρατιωτικοί και αρκετοί  Έλληνες που συνεργάζονταν μαζί τους. Μεταξύ αυτών, ήταν ο υπολοχαγός Πρέστον που τον σκότωσαν Ιταλοί καραμπινιέροι στην συμπλοκή που έγινε στην οδό Ακομινάτου, όταν πήγαν να τον συλλάβουν.
Ο Πετρουτσόπουλος, που είχε διαφύγει στην Ιταλία, καταδικάστηκε ερήμην εις θάνατο από το 3ο Δικαστήριο Δοσίλογων της Αθήνας, στις 3 Δεκεμβρίου 1945, για εσχάτη προδοσία. Για την τύχη του διαβόητου δοσόλογου υπάρχουν δύο εκδοχές: Η μία αναφέρει ότι ο Πετρουτσόπουλος γύρισε στην Ελλάδα λίγο πριν την Απελευθέρωση  και έμεινε για 15 χρόνια στις φυλακές της Καλλιθέας. Η δεύτερη  εκδοχή υποστηρίζει ότι το 1944, Βρετανοί πράκτορες ανακάλυψαν τον Πετρουτσόπουλο στην Ρώμη και τον εκτέλεσαν ως κοινό προδότη και εγκληματία.

Θωμάς Αποστολίδης

Ένας ιδιαίτερα επικίνδυνος πράκτορας των SS ήταν ο  Θωμάς Αποστολίδης, που εργαζόταν στο γνωστό επί της οδού Σταδίου πρατήριο του Λουμίδη. Ήταν εφοδιασμένος με γερμανική ταυτότητα και διέθετε φωτογραφίες Ελλήνων αντιστασιακών και Άγγλων πρακτόρων. Είχε ως αποστολή την αναγνώριση τους -αφού το πρατήριο ήταν "κέντρο διερχομένων"- και την τακτική ενημέρωση των γερμανικών αρχών.
Προϊστάμενος της υπηρεσίας του ήταν τότε ο δαιμόνιος αντισυνταγματάρχης Σβέρμπελ, που με χρήματα και άλλου είδους κίνητρα είχε στρατολογήσει δεκάδες Έλληνες πράκτορες.
Στο πρατήριο του Λουμίδη εργαζόταν ένας άλλος Έλληνας, συνειδητός πατριώτης και μέλος αντιστασιακής οργάνωσης, ο Ιωάννης Σακελλαρίου. Ο Σακελλαρίου είχε την πληροφορία από τον αστυνομικό Σπύρο Κώτση (της ομάδας Τσιγάντε) ότι ο Αποστολίδης ήταν πράκτορας των Γερμανών.
Ένα βράδυ του Απριλίου του 1943 ο Αποστολίδης είχε πιει λίγο παραπάνω. Προσποιούμενος τον φίλο ο Σακελλαρίου του πρότεινε "συνεργασία".
"Δε μου δίνεις τις φωτογραφίες Θωμά, να ρίξω κι εγώ μια ματιά μήπως αναγνωρίσω κανέναν από τους καταζητούμενους για να βγάλω κι εγώ τίποτα ψιλά;". Αμέσως ο Θωμάς έβγαλε από έναν φάκελο 100 περίπου φωτογραφίες καταδιωκόμενων, μεταξύ των οποίων ο Σακελλαρίου αναγνώρισε τον τέως αστυνομικό Τζαβέλλα της οργάνωσης Τσιγάντε, τον Κώστα Μπούρα και τον υπάλληλο της ΑΑγροτικής Τράπεζας Γ. Κατσημήτρο, που καταζητούσαν οι αρχές Κατοχής. Ο Σακελλαρίου, φοβούμενος τη σύλληψή των, ειδοποίησε την οργάνωση μέσω του Κώτση. Για το δικηγόρο Κ. Μπούρα ήταν πολύ αργά όμως. Ο κλοιός είχε στενέψει και ένα πρωί, την ώρα που ο άτυχος δικηγόρος βρισκόταν σε ένα καφενείο στο θέατρο Σαμαρτζή, σταμάτησε έξω ένα γερμανικό αυτοκίνητο. Από το ανοικτό Volkswagen κατέβηκαν τρεις Γερμανοί και ένας διερμηνέας με προτεταμένα όπλα. Λίγες στιγμές αργότερα ο Μπούρας οδηγείτο στις φυλακές Αβέρωφ, όπου τουφεκίσθηκε στις 19 Ιουνίου 1943.
Ο Θωμάς Αποστολίδης συνελλήφθη από την αστυνομία λίγο μετά την Απελευθέρωση και κλείστηκε στις φυλακές της Καλλιθέας. Στις αρχές του 1952 αποφυλακίσθηκε και εργάσθηκε ως ξενοδοχο- ϋπάλληλος στο ξενοδοχείο "Ρουαγιάλ", απέναντι από τη Μητρόπολη.


Κωνσταντίνος Τσίμπας

Μια άλλη μυστηριώδης φυσιογνωμία της Κατοχής ήταν ο Κεφαλλονίτης Κωνσταντίνος Τσίμπας. Ο Τσίμπας, έχοντας υπηρετήσει το 1918 στον Βρετανικό Στρατό, ταξίδευσε κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Μιλώντας με ευχέρεια τρεις γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά) απέκτησε πολύ σύντομα τη φήμη του κοσμικού και του τυχοδιώκτη. Το 1923 πλαστογράφησε πιστοποιητικό ανώτερου αξιωματικού του Ναυτικού και εμφανιζόταν με την ιδιότητα αυτή αποσπώντας διάφορα χρηματικά ποσά από ανύποπτους πολίτες.
Στην Αθήνα έμενε στην οδό Σόλωνος 108 και εργάστηκε επί ένα μικρό χρονικό διάστημα ως ανταποκριτής ξένων εφημερίδων. Περιπετειώδης τύπος, του άρεσε να έχει σχέσεις με γυναίκες του ελαφρού κόσμου και των dancing cafe. Τελικά παντρεύτηκε την ηθοποιό Αγγελική Κοτσάλη.
Από πολύ νωρίς ήλθε σε επαφή με τη γερμανική κατασκοπεία και εκδηλώθηκε καθ΄ υπόδειξη ως αγγλόφιλος. Αμέσως μετά όμως, με την είσοδο των Γερμανών, έδειξε την πραγματική του ιδιότητα. Μεταξύ του 1941 και του 1942 υπηρετούσε στη Γερμανική Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία (GFP) και διετέλεσε ένας από τους πιο ικανούς συνεργάτες του λοχαγού Σμιτ, προϊστάμενος της υπηρεσίας GFP στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου.
Αποστολή του Τσίμπα ήταν η ανακάλυψη όσο το δυνατόν περισσοτέρων Άγγλων πρακτόρων ή αξιωματικών που είχαν παραμείνει στην Ελλάδα και η παράδοσή τους στις γερμανικές αρχές. Ήταν τόσο πανούργος ώστε είχε φθάσει στο σημείο να ναυλώσει ιστιοφόρα και άλλα πλεούμενα για τη δήθεν μεταφορά των Ελλήνων και των Άγγλων που ήθελαν να φυγαδευθούν στη Μέση Ανατολή. Μεταξύ των ετών 1943 και 1944 ο Τσίμπας εκπαιδεύτηκε μαζί με δέκα άλλους Έλληνες πράκτορες από μια Ειδική Γερμανική Υπηρεσία στη ρωσική γλώσσα και σε τακτικές ανορθόδοξου πολέμου, με σκοπό να αποσταλεί στο Ανατολικό Μέτωπο. Εξαιτίας των ραγδαίων εξελίξεων όμως η αποστολή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ και ο Τσιμπάς μαζί με τη γυναίκα του Αγγελική αναχώρησαν για τη Γερμανία τον Σεπτέμβριο του 1944.
Ο Τσίμπας εγκαταστάθηκε στη Βαϊμάρη, ενώ η σύζυγος του μετέβη στο Βερολίνο, όπου ανέλαβε υπηρεσία στην ελληνόφωνη εκπομπή του Κυριάκη στο γερμανικό ραδιόφωνο. Τον Απρίλιο του 1945 ο Τσίμπας συνελήφθη από τα αμερικανικά στρατεύματα λίγο έξω από το Βισμπάντεν. Τη στιγμή της σύλληψης του έφερε πάνω του το ποσόν των 145.000 δολαρίων, όπως ο ίδιος κατέθεσε αργότερα στον ανακριτή. Τα χρήματα αυτά κατασχέθηκαν από τις αμερικανικές αρχές κατοχής. Αφού παρέμεινε επί έναν περίπου χρόνο στις αμερικανικές στρατιωτικές φυλακές μεταφέρθηκε στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 1946 και παραδόθηκε στην ελληνική δικαιοσύνη. Καταδικάσθηκε τρεις φορές σε θάνατο, αλλά δεν εκτελέσθηκε. Κλείστηκε στις φυλακές της Καλλιθέας μαζί με τους άλλους "ομοϊδεάτες" του και απελευθερώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του '50. Μέχρι την τελευταία στιγμή παρέμεινε πιστός στις ιδέες του, αφού θεωρούσε πως "το συμφέρον της Ελλάδος ήταν να σταθεί στο πλευρό της Γερμανίας στον Πόλεμο" (από επιστολή που έστειλε το 1947 στον Πρόεδρο της Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Πολίτου, κ. Νινατσιό).

Ο μακρύς κατάλογος των Ελλήνων που υπηρέτησαν με φανατισμό και συχνά με δουλικότητα τη γερμανική Νέα τάξη δεν έχει τέλος. Εκτός από τους δύο γνωστούς δοσίλογους (Ν. Έξαρχο και Γ. Πούλο) που εκτελέσθηκαν μετά τον πόλεμο, οι υπόλοιποι -μικρά και μεγάλα "ψάρια"- πλήρωσαν το τίμημα της ιδεολογίας και της δράσης τους με μερικά χρόνια φυλακή. Κάποιοι άλλοι φρόντισαν έγκαιρα να αλλάξουν στρατόπεδο υπηρετώντας εξίσου πιστά τη μεταπολεμική τάξη πραγμάτων. Η ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους ήταν η απαλλαγή από την κατηγορία της συνεργασίας με τον κατακτητή και η επανένταξη τους στη μεταπολεμική ελληνική κοινωνία, πολλές φορές με το φωτοστέφανο του "αντιστασιακού" και τις ανάλογες ευεργετικές συνέπειες.

Λάσκαρης Παπαναούμ

Καταγόταν από το Μοναστήρι της Σερβίας. Για ένα διάστημα ζούσε και δούλευε στο Αμβούργο, όπου παντρεύτηκε μια Γερμανίδα. Το 1934 επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε την αντιπροσωπεία μιας σερβικής εταιρείας ακατέργαστων δερμάτων. Το 1938 έγινε πράκτορας της Ειδικής Ασφάλειας.
Τον καιρό που οι δυνάμεις του Άξονα είχαν σαν στόχο τους την κατάληψη της Ελλάδας, ο Παπαναούμ διοχέτευε πληροφορίες στους Γερμανούς για τα σχέδια της Θεσσαλονίκης, κάνοντας ευκολότερη την κατάληψή της από τον εχθρό. Την ημέρα που μπήκε ο γερμανικός στρατός στη Θεσσαλονίκη, αυτός ανέβηκε σε ένα γερμανικό τανκ και πανηγύριζε. Οι Γερμανοί τον τοποθέτησαν στην GFP, στην SD και στη διεύθυνση του μυστικού γραφείου προστασίας των κατοχικών στρατευμάτων. Κατάφερε να αποκτήσει όχι μόνο την εμπιστοσύνη των κατακτητών, αλλά και μεγάλα χρηματικά ποσά. Όταν δύο αστυνομικοί ανακάλυψαν μέσα στις αποθήκες του 8.000 οκάδες ελαιόλαδου, οι Γερμανοί αρνήθηκαν να του απαγγείλουν κατηγορίες για μαύρη αγορά και να κατασχέσουν το ελαιόλαδο. Σύντομα έδειξε τα ρατσιστικά αισθήματά του για τους Εβραίους, τους οποίους εκμεταλλεύτηκε στο μέγιστο βαθμό. Χάρη στις διώξεις εναντίον των Εβραίων, πέρασαν στα χέρια του διάφορες εβραϊκές επιχειρήσεις από τις οποίες κέρδισε χιλιάδες λίρες. Όταν είδε ότι οι Γερμανοί θα έφευγαν από την Ελλάδα, αποφάσισε να τους ακολουθήσει και αυτός, βρίσκοντας στη χώρα τους φιλόξενο έδαφος και μια νέα υπηκοότητα. Με αυτόν τον τρόπο μπόρεσε να ξεφύγει από την ελληνική δικαιοσύνη, η οποία τον καταδίκασε ερήμην το 1945 σε δις ισόβια. Έζησε στη Γερμανία μέχρι το 1971, όπου πέθανε και δεν εκδόθηκε ποτέ στην Ελλάδα.

******


Σημειώσεις

 1 Η ΠΕΑΝ  ιδρύθηκε το φθινόπωρο του 1941, από τον Κώστα Περρίκο, απότακτο αξιωματικό της Πολεμικής Αεροπορίας, καθώς και τους Αθανάσιο Σκούρα, Ιωάννη Κατεβάτη, Διονύσιο Παπαβασιλόπουλο, Γεώργιο Αλεξιάδη. Οι αρχηγοί της προέρχονταν από το Εθνικό Ενωτικό Κόμμα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Αν και διατήρησαν επίζηλα την οργανωτική αυτονομία της ΠΕΑΝ, οι ιδέες που εξέπεμψε η τελευταία (όπως και η «αδελφή» οργάνωση, η πρώτιστα φοιτητική Ιερή Ταξιαρχία) συνδέονταν με τον «ενωτισμό» του κανελλοπουλικού κύκλου: αντιφασιστικός και απελευθερωτικός αγώνας· αδιαπραγμάτευτη εμμονή στη δημοκρατική ιδέα· μετά τον πόλεμο και την ήττα του φασισμού, γενναία μεταρρύθμιση του αποστεωμένου πολιτικού συστήματος· αναμόρφωση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας μέσω μιας αναπτυξιακής παρέμβασης στην οικονομία, της κατοχύρωσης ισότητας ευκαιριών για όλους τους πολίτες, της ανάδειξης της «νέας γενιάς». Εως το καλοκαίρι του 1942, η ΠΕΑΝ είχε προσελκύσει την υποστήριξη πολλών νέων ανθρώπων. Η παράνομη εφημερίδα της, η «Δόξα» είχε αναδειχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα αντιστασιακά έντυπα.
Παράλληλα, ο Περρίκος συγκρότησε το ένοπλο σκέλος της οργάνωσης. Από τον Μάρτιο του 1942, μια ομάδα της ΠΕΑΝ είχε ξεκινήσει σαμποτάζ, κυρίως στο λιμάνι του Πειραιά. Ωστόσο, μια άλλη ομάδα, ο Ουλαμός Καταστροφών, επίσης υπό την ηγεσία του, στόχευσε τις δωσιλογικές οργανώσεις.


2 Η Υπηρεσία Επισιτισμού ιδρύθηκε το 1942 με το Ν.Δ. 1395/19423 και διαδέχτηκε την προηγούμενη Επισιτιστική Υπηρεσία, τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Επισιτιστικών Αναγκών (Γ.Δ.O.E.Α.) που υπαγόταν στη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας και είχε συσταθεί μετά τη γερμανική κατοχή, τον Ιούνιο του 1941. Η έδρα της βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη και στεγαζόταν στο κτίριο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης. Στόχος της Υπηρεσίας ήταν να καλύψει τις επισιτιστικές ανάγκες που δημιουργήθηκαν στη Θεσσαλονίκη και γενικότερα στο χώρο της Μακεδονίας μετά την επιβολή της γερμανικής κατοχής. Για την εξυπηρέτηση του στόχου αυτού, δημιουργήθηκε στην Υπηρεσία Επισιτισμού ένα ευρύ πλέγμα τμημάτων, υπηρεσιών και γραφείων, η διάρθρωση των οποίων άλλαξε αρκετές φορές κατά την περίοδο λειτουργίας της και επανδρώθηκε με ένα σημαντικό αριθμό 500 περίπου υπαλλήλων.
Η Υπηρεσία κάλυψε γεωγραφικά όλες τις περιοχές της Μακεδονίας, εκτός από εκείνες που βρίσκονταν υπό βουλγαρική ή ιταλική κατοχή, με τη δημιουργία περιφερειακών επισιτιστικών γραφείων σε όλες τις πρωτεύουσες των νομών και των επαρχιών.Τον Ιούλιο του 1943 λειτουργούσαν 21 τέτοια γραφεία στην περιφέρεια.
Το κύριο επισιτιστικό έργο της Υπηρεσίας αφορούσε τη συγκέντρωση της παραγωγής,τη μεταφορά και τη διακίνηση ή διανομή των αγαθών, με το σύστημα των δελτίων, στον πληθυσμό της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας. Η Υπηρεσία δεν λειτουργούσε βέβαια ανεξάρτητα ή «αυτόνομα», όπως όριζε ο τίτλος της, αλλά πάντα σε συννενόηση και συχνά κατ' επιταγήν των γερμανικών αρχών, ιδιαίτερα ό,τι αφορούσε τις διανομές των αγαθών. Συνεργαζόταν ακόμη στενά με τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό,τα φιλανθρωπικά ιδρύματα, την Εκκλησία και άλλους φορείς που μπορούσαν να βοηθήσουν στο έργο της.
Οι δραστηριότητες της αυτές συνεχίστηκαν και μετά την απελευθέρωση ως τον Ιούλιο του 1945, οπότε καταργήθηκαν όλες οι υπηρεσίες που είχαν συσταθεί στην Κατοχή. Οι αρμοδιότητες της μεταβιβάστηκαν τότε στη νεοϊδρυθείσα «Υπηρεσία Εφοδιασμού-Διανομών Ε' Διαμερίσματος» που λειτούργησε ως τα 1954.



3 Ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης ήταν απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων ως ανθυπολοχαγός του Μηχανικού. Συμμετείχε σ' όλες τις μετέπειτα στρατιωτικές επιχειρήσεις και στη Μικρασιατική εκστρατεία. Στη διάρκεια της στρατιωτικής του καριέρας είχε επιδείξει ένα ιδιαίτερο ταλέντο στη διείσδυση και τη συλλογή πληροφοριών που ήταν ευρύτατα γνωστό στους στρατιωτικούς κύκλους. Όταν ο Ιωάννης Μεταξάς στις 4 Αυγούστου του 1936, με επίφαση τη νομοθετική εξουσιοδότηση, κήρυξε δικτατορία, περιέλαβε τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη στη λεγόμενη τότε "εθνική κυβέρνησή" , διορίζοντάς τον υφυπουργό Δημοσίας Ασφαλείας, θέση από την οποία και αναδείχθηκε τελικά το δεύτερο -μετά τον Μεταξά- πιο σημαντικό πρόσωπο του καθεστώτος και της κυβέρνησης της 4ης Αυγούστου.
Έμεινε ιδιαίτερα γνωστός και παροιμιώδης στις επερχόμενες δεκαετίες για τις βάναυσες μεθόδους που εφάρμοσε τότε εναντίον των μελών και των οπαδών του ΚΚΕ. Οι ομαδικοί εκτοπισμοί, η χρήση των δηλώσεων μετανοίας, η δημιουργία δεύτερου ΚΚΕ, αλλά και η έκδοση πλαστού Ριζοσπάστη, με σκοπό τον αποπροσανατολισμό και τη διάσπαση των κομμουνιστών, αποτέλεσαν κάποιες από τις τακτικές του καθεστώτος και ήταν εμπνεύσεις του Μανιαδάκη.



4 Ο Ιταλός στρατηγός Άμος Παμπαλόνι, υπήρξε λοχαγός, διοικητής της 1ης πυροβολαρχίας του 33ου Συντάγματος της Μεραρχίας Acqui και ο μόνος επιζών από την μονάδα του, όταν οι γερμανοί εκτέλεσαν τους αιχμαλώτους Ιταλούς. Υπήρξε ένας από τους πολλούς Ιταλούς αντιφασίστες που πολέμησαν μαζί με το ΕΑΜ ενάντια στους Γερμανούς. Η ζωή ενέπνευσε το συγγραφέα Λουί ντε Μπερνιέρ για το βιβλίο του ''Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι'', το οποίο ο Παμπαλόνι χαρακτήρισε ως ρατσιστικό λεκέ στην ελληνική Αντίσταση. ''Είμαι Αριστερός, δεν είμαι όμως κομμουνιστής. Εντούτοις η εικόνα που ο Ντε Μπερνιέρ δίνει για τους Έλληνες κομμουνιστές αντιστασιακούς είναι απαράδεκτη και παντελώς λαθεμένη. Εζησα ανάμεσά τους για 14 μήνες και αυτό το διάστημα ήταν για μένα μια αξέχαστη εμπειρία λόγω των σταθερών αισθημάτων καλοσύνης, αλτρουισμού και αδελφοσύνης που διέθεταν. Τα μέλη του ΕΛΑΣ και πολέμησαν και σκοτώθηκαν μαζί με τους Ιταλούς το Σεπτέμβρη του '43. Ο Μπερνιέρ ισχυρίζεται ότι σκότωναν χωρικούς αν δεν τους έδιναν φαγητό, κάτι που είναι εντελώς αναληθές. Από την εμπειρία μου, το 90% του τοπικού πληθυσμού τους βοήθησε εθελοντικά''είχε δηλώσει στην εφημερίδα Γκάρντιαν.




Ενδεικτική βιβλιογραφία

Αρχεία Εθνικής Αντίστασης, εκδόσεις ΔΙΣ/ΓΕΣ
Λάζαρος Αρσενίου, «Η Θεσσαλία στην Αντίσταση»
Α. Βολταιράκης, «Εις την υπηρεσίαν της Γκεστάπο»
Δημήτριος Γατόπουλος, «Ιστορία της Κατοχής»
Woodhouse, «Το μήλος της Έριδος. Η ελληνική αντίσταση και η πολιτική των μεγάλων δυνάμεων»

Στράτος Δορδανάς, «Έλληνες εναντίον Ελλήνων», εκδόσεις Επίκεντρο
Στράτος Δορδανάς, «Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη. Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στη Μακεδονία, 1945-1974», εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Στράτος Δορδανάς, «Το αίμα των αθώων. Αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία, 1941-1944», εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Γιάννης Δουατζής, «Οι Ταγματασφαλίτες», εκδόσεις αδελφών Τολίδη
Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, «Η ελληνική αντίσταση 1941-44 μέσα από τα μυστικά αρχεία της Βέρμαχτ»
Δημήτρης Ιωάννου, «Τάγματα Ασφαλείας. Όλη η αλήθεια», εκδόσεις Ελεύθερος Κόσμος
Νίκος Καρκάνης, «Οι δοσίλογοι της κατοχής. Δίκες - παρωδία», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή
Ι. Κολιόπουλος, «Λεηλασία φρονημάτων», εκδόσεις Βάνιας
Τάσος Κοντογιαννίδης, «Ήρωες & προδότες στην κατοχική Ελλάδα», εκδόσεις Πελασγός
Δημοσθένης Κούκουνας, «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή», εκδόσεις Ερωδιός
Δημοσθένης Κούκουνας, «Ιστορία της Κατοχής», εκδόσεις Λιβάνη
Δημοσθένης Κούκουνας, «Οι Γερμανοί στην Κρήτη 1941-1945», εκδόσεις Μέτρον
Τάσος Κωστόπουλος, «Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη», εκδόσεις Φιλίστωρ
Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, «Ιδού η αλήθεια»
Mark Mazower, «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Νίκος Μαραντζίδης, «Οι άλλοι καπετάνιοι. Αντικομμουνιστές ένοπλοι στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου», εκδόσεις Εστία
Ι. Μιχαηλίδης-Η. Νικολακόπουλος-Χ. Φλάισερ, «Εχθρός εντός των τειχών», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
Γεώργιος Μόδης, «Πόλεμος και κατοχή»
Σταύρος Παπαγιάννης, «Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσης. Τα Τάγματα Ασφαλείας της Θεσσαλίας» εκδόσεις Σοκολη
Σταύρος Παπαγιάννης, «Τα παιδιά της λύκαινας. Οι επίγονοι της 5ης Ρωμαϊκής Λεγεώνας κατά τη διάρκεια της Κατοχής (1941-1944)», εκδόσεις Σόκολη
Βασίλειος Σταυρογιαννόπουλος, «Η ζωή της κατοχής και τα Τάγματα Ασφαλείας», εκδόσεις Λόγχη
Γεώργιος Τσολάκογλου, «Απομνημονεύματα»
Χάγκεν Φλάισερ, «Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της κατοχής και της Αντίστασης 1941-1944», εκδόσεις Παπαζήση
Χάγκεν Φλάισερ, Νέα στοιχεία για τη σχέση γερμανικών αρχών κατοχής και Ταγμάτων Ασφαλείας (Μνήμων, τχ.8, 1980-82)
Μενέλαος Χαραλαμπίδης, «Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα», εκδ. Αλεξάνδρεια
Τάσος Χατζηαναστασίου, «Οι εθνικιστές οπλαρχηγοί στη βουλγαροκρατούμενη Μακεδονία και Θράκη»
Ιάκωβος Χονδροματίδης, «Δοσίλογοι της Κατοχής», εκδόσεις Περισκόπιο
Ιάκωβος Χονδροματίδης, «Η μαύρη σκιά στην Ελλάδα», εκδόσεις Περισκόπιο
Αθανάσιος Χρυσοχόου, «Η κατοχή εν Μακεδονία : Οι Γερμανοί εν Μακεδονία, 1941-1944»
Περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη», τεύχος 540, Ιούνιος 2013


Συνεχίζεται...


 Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν  τις πηγές, οι οποίες παρατίθενται, ως ελάχιστο σεβασμό στους συγγραφείς των θεμάτων. Το αν θέλουν να σεβαστούν και τούτο το ιστολόγιο ως πηγή τους, αυτό είναι θέμα αξιοπρέπειας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου