Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

Μίκης Θεοδωράκης Β΄ μέρος

«Παιδί μου υπόγραψε, είναι κανίβαλοι, θα σε σκοτώσουν». «Δεν υπογράφω, όχι γιατί είμαι κομμουνιστής, αλλά γιατί είμαι Κρητικός».

Ενας από τους μετρημένους στα δάχτυλα διάσημους παγκοσμίως Ελληνες της σύγχρονης μεταπολεμικής εποχής, ο Μελωδός της Ιστορίας μας, ο αιρετικός Ελληνας που έχει κονταροχτυπηθεί και έχει συνδιαλλαγεί με όλους, αυτός που ο Κωνσταντίνος Γλύξμπουργκ είχε αποκαλέσει «εθνικό μίασμα» και η νεότερη Ελλάδα «Εθνικό Κεφάλαιο»

ΤΟ ΕΡΓΟ


Το συμφωνικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη

Μέσα από το συμφωνικού του έργο, ο Μίκης Θεοδωράκης απαντάει σε ερώτημα που θέτει στον εαυτό του: «Από πού έρχεσαι;» και «Πού πας;». Το πιανιστικό του έργο, οι συμφωνίες του, τα «Πάθη» «Κατά Σαδδουκαίων», οι όπερες περιέχουν τις απαντήσεις. Όλα αυτά τα έργα συνδέονται με την ελληνική παράδοση. Αποκαλύπτουν το σεβασμό του Θεοδωράκη και την πλούσια μουσική της Ελλάδας, με την μεγάλη της ποικιλία τραγουδιών, χορών και μουσικών οργάνων. Στο συμφωνικό του έργο, ο Θεοδωράκης ασχολείται με τα πρώιμα χαρακτηριστικά αυτής της μουσικής - το συμφωνικό
χρώμα των οργάνων, τους διάφορους χορευτικούς ρυθμούς, τον μεγάλο αριθμό μελωδιών της βυζαντινής μουσικής και την αγροτική και αστική λαϊκή μουσική. Ο ηχητικός του παλμός γίνεται σφυγμός για τον Θεοδωράκη.
Αντίθετα με τους δυτικό-ευρωπαίους συνθέτες της avant-garde, ο Θεοδωράκης βάζει τον άνθρωπο στο κέντρο του έργου του. Παρότι, μάλιστα, και εκείνος διαβαίνει νέους και απαιτητικούς δρόμους, οι συναυλίες του παρακολουθούνται από ανθρώπους όλων των κοινωνικών τάξεων.
Οι συμφωνικές συνθέσεις του Θεοδωράκη δεν υπάρχουν ως αυτοσκοπός. Τα θέματα και το περιεχόμενο των έργων του είναι χειροπιαστά: στο κέντρο τους βρίσκεται η διαμαρτυρία εναντίον του υποτιθέμενου αμετάβλητου και το μέλλον της ανθρωπότητας.
Ο Θεοδωράκης χειρίζεται τα θέματα της εποχής του με τέτοιο τρόπο που μας γεμίζουν - εμάς ως ακροατές και μουσικούς - με επιτυχία και ελπίδα. Νιώθουμε πλουσιότεροι και δυνατότεροι. Το συμφωνικό έργο του Θεοδωράκη μας κάνει να σκεφτόμαστε και δημιουργεί μέσα μας μια δυνατή επιθυμία για ειρήνη και ελευθερία.
Ο Μίκης Θεοδωράκης συνέθεσε πάνω από χίλιες μελωδίες, εκ των οποίων κάποιοι κύκλοι, ανήκουν σήμερα στην πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας: «Επιτάφιος», «Αρχιπέλαγος», «Πολιτεία», «Επιφάνια», «Ένας Όμηρος», «Μικρές Κυκλάδες», «Ματχάουζεν», «Ρωμιοσύνη», «Ήλιος και Χρόνος», «Τα τραγούδια του Αντρέα», «Μυθολογία», «Νύχτα Θανάτου», «Οι Γειτονιές του Κόσμου», «Διόνυσος», «Φαίδρα», «Μια θάλασσα».

Συμφωνική μουσική

1953. Συμφωνία Νο 1. (Πρώτη Συμφωνία), 1981 Συμφωνία Νο 2. (Το τραγούδι της Γης, Ποίηση: Μίκη Θεοδωράκη, για παιδική χορωδία, πιάνο και ορχήστρα), 1983: Συμφωνία Νο 7 («Εαρινή», Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος, Γιώργος Κουλούκης) για 4 σολίστ, χορωδία και ορχήστρα, 1986/7: Συμφωνία Νο 4 («Των Χορικών») για σοπράνο, μέτζο, αφηγητή, χορωδία και συμφωνική ορχήστρα χωρίς έγχορδα. 3 Σουίτες, ένα κονσέρτο για πιάνο (1958), μουσική δωματίου.

Καντάτες και Ορατόρια

1960: «Άξιον Εστί» (Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης), 1967: «Επιφάνια Αβέρωφ» (Κείμενο: Γ. Σεφέρης), 1969: «Πνευματικό Εμβατήριο» (Ποίηση: Άγγελος Σικελιανός), «Κατάσταση Πολιορκίας» (Ποίηση: Ρένα Χατζηδάκη), 1971/82: «Canto General» (Ποίηση: Πάμπλο Νερούντα), 1981/2: «Κατά Σαδδουκαίων» (Ποίηση: Μιχάλης Κατσαρός) για τενόρο, βαρύτονο, μπάσο, χορωδία και ορχήστρα, 1982: Λειτουργία Νο 2. («Για τα παιδιά που σκοτώνονται στον Πόλεμο» Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης, Μίκης Θεοδωράκης) για χορωδία, 1982/3: «Λόρκα» για φωνή, σόλο κιθάρα, χορωδία και ορχήστρα, (βασισμένο στο «Romancero Gitan»), 1992: «Canto Olympico», για σόλο πιάνο, χορωδία και ορχήστρα.

Μπαλέτα

1953: «Ελληνική Αποκριά», 1958: «Le feu aux poudres», 1958: «Les amants de Teruel», 1959: «Αντιγόνη», 1963 «Ηλέκτρα», 1958: «Επτά Ελληνικοί Χοροί» (μπαλέτο: Μωρίς Μπεζάρ), 1987/88: «Ζορμπάς».

Όπερες

1984/85: «Κώστας Καρυωτάκης», 1988/90: «Μήδεια», 1992/93: «Ηλέκτρα», 1995/97: «Αντιγόνη».
 
Ήταν ακριβώς στον επιβλητικό χώρο της Arena di Verona, όπου πρωτοπαρουσιάσθηκε το μπαλέτο Zorba, όταν ο Μίκης Θεοδωράκης αποφάσισε να γράψει όπερες, μια Μήδεια προς τιμή του Βέρντι, μια Ηλέκτρα προς τιμή του Πουτσίνι και μία Εκάβη προς τιμή του Μπελίνι (τελικά τελευταίο μέρος της τριλογίας αποτέλεσε η Αντιγόνη). Ήδη από το 1960 ξεκινάει η επαφή του με το αρχαίο Ελληνικό δράμα, όταν έγραψε μουσική για παραστάσεις. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι αυτό, σε ότι αφορά τις όπερές του, αποτελεί βασική πηγή έμπνευσής. Η απόφασή του να συνθέσει όπερες πηγάζει, όπως γράφει ο ίδιος, «από την ανάγκη μου να εκμεταλλευτώ κυρίως τις δραματικές δυνατότητες που μου προσέφερε η είσοδος των προσώπων, και μάλιστα των τραγικών, στο χώρο των μουσικών μου αναζητήσεων».
Ο συνθέτης ορίζει το είδος αυτό της σύνθεσής του ως «Λυρική τραγωδία», για να το ξεχωρίσει από την όπερα της δυτικής μουσικής. Στα κείμενά του αναφέρει: «δεν έβλεπα το λόγο απομονωμένο-αποκομμένο, αλλά τον τοποθετούσα μέσα σ’ ένα γενικό πλαίσιο που επιδρούσε αποφασιστικά στην τελική διαμόρφωση του μελίσματος-μέλους.....το δικό μου ρετσιτατίβο δεν είχε τα χαρακτηριστικά ούτε της απλής μουσικής απαγγελίας, ούτε της άριας.....επειδή όμως εδώ δεν είχα ηθοποιούς αλλά τραγουδιστές με υψηλές δυνατότητες μουσικής τεχνικής, ήταν φυσικό να οδηγήσω τη μελωδική μου έμπνευση ελεύθερη στους δρόμους που εκείνη οδηγούσε το λόγο....»

Το εγχείρημα της Λυρικής Τραγωδίας έχει τον στόχο να προσφέρει στο ελληνικό κοινό τα νέα στοιχεία που το είδος αυτό συνεπάγεται. Τα μεγάλα αυτά έργα παρέχουν πολλά ερεθίσματα σε όλες τις αισθήσεις. Το ίδιο όμως προσπάθησε να κάνει ήδη από το 1960 με τον Επιτάφιο και το 'Αξιον Εστί όταν εισήγε στο ελληνικό κοινό την ποίηση με το στίχο, την χορωδία και την ορχήστρα.

Οι έντονες μουσικές του ανησυχίες έκαναν τον Μίκη Θεοδωράκη να αναζητήσει πολλούς τρόπους έκφρασης. Εμπνευσμένος, δημιουργικός και πολυγράφος, εκφράζεται με μουσική και λόγο (βλ. "Δισκογραφία", "Εργογραφία" και "Βιβλιογραφία" στην ιστοσελίδα www.mikistheodorakis.gr). Από το απλό Τραγούδι, περνάει στη Συμφωνική μουσική, στο «Λαϊκό ορατόριο», στο «Τραγούδι-ποταμό», στην Όπερα. Είτε χρησιμοποιεί μια φωνή και λαϊκή ορχήστρα, είτε χορωδία και συμφωνική ορχήστρα, οι μοναδικές του μελωδίες, οι άλλοτε διακριτικοί και άλλοτε πολύπλοκοι και δυναμικοί ρυθμοί του πάντα καταφέρνουν να «μιλάνε» άμεσα στο κοινό του και να του μεταδίδουν τη λυρικότητα και το δυναμισμό του

Μουσική για το θέατρο

Τραγωδίες

1979. «Ιππής» (Αριστοφάνη), 1986/88: «Ορέστεια»: «Αγαμέμνων» - «Χοηφόροι» - «Ευμενίδες» (Αισχύλου), 1987 «Εκάβη» (Ευριπίδη), 1990 «Αντιγόνη» (Σοφοκλή), 1992 «Προμηθέας Δεσμώτης» (Αισχύλου), 1960/61 «Το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού», μουσική τραγωδία ( Μίκη Θεοδωράκη).

Μοντέρνο Θέατρο

1961/62: «Όμορφη Πόλη», μουσική επιθεώρηση (Μποστ, Χριστοδούλου, Χριστοφέλης και άλλοι), 1963: «Η Γειτονιά των Αγγέλων», (Ιάκωβου Καμπανέλλη), 1963: «Μαγική Πόλη», μουσική επιθεώρηση (Θεοδωράκης, Περγιάλης, Κατσαρός), 1974: «Προδομένος Λαός», (Βαγγέλης Γκούφας), 1975: «Εχθρός Λαός», δράμα (Ιάκωβος Καμπανέλης), 1975: «Χριστόφορος Κολόμβος», (Νίκος Καζαντζάκης), 1976: «Καποδίστριας», (Νίκος Καζαντζάκης), 1977: «Ο Άλλος Αλέξανδρος», (Μαργαρίτα Λυμπεράκη), 1979: «Παπαφλέσσας», θέατρο (Σπύρος Μελάς).

Διεθνές θέατρο

1961 «Ένας Όμηρος», (Μπρένταν Μπήαν), 1975: «Sauspiel», (Μάρτιν Βάλσερ), 1978: «Πολίτες δεύτερης κατηγορίας», (Μπρένταν Φρίες), 1979: «Καλιγούλας», (Αλμπέρ Καμύ), 1980: «Περικλής», (Ουίλιαμ Σαίξπηρ), 1974: «Μάκβεθ», (Ουίλιαμ Σαίξπηρ).

Μουσική για κινηματογραφικές ταινίες

«I ll Met by Moonlight» (1960), «Honeymoon» (1960), «The Shadow of the Cat» (1961), «Five Miles to Midnight» (1961), «Ηλέκτρα» (1962), «Φαίδρα» (1962), «Les Amants de Teruel» (1964), «Ζορμπάς» (1964), «Ζ» (1969), «Κατάσταση Πολιορκίας» (1972), «Σέρπικο» (1973), «Ιφιγένεια» (1977/8) και το «Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο» (1980).




ΟΙ ΑΡΚΑΔΙΕΣ


Στον κατάλογο, που ακολουθεί, παραθέτουμε τους τίτλους των τραγουδιών που περιλαμβάνει η κάθε «Αρκαδία», καθώς και τις ημερομηνίες που γράφτηκε η κάθε μία. Επειδή ο Μίκης Θεοδωράκης πολλές φορές συνέθετε ταυτόχρονα περισσότερα από ένα έργα, οι ημερομηνίες που παρατίθενται είναι ενδεικτικές για την περίοδο σύνθεσης των έργων.

Αρκαδία I (σε ποίηση Μίκη Θεοδωράκη)
Σύνθεση: Δεκέμβριος 1968, Ζάτουνα
1. Ω, Βουνά
2. Είμαι Ευρωπαίος
3. Ψηλά στης Ρωσίας τα χιόνια
4. Η κοινωνία της καταναλώσεως (Στη Δύση)
5. Ο γιος μου είναι εννιά χρονών
Αρκαδία II (σε ποίηση Μάνου Ελευθερίου)
Σύνθεση: Ιανουάριος 1969, Ζάτουνα
1. Τρία ποτάμια
2. Ο χρησμός
3. Η επικήρυξη
4. Στο παζάρι του φονιά
5. Intermezzo (ορχηστρικό)
6. Ήρθαν οι άνθρωποι με τα μαύρα
7. Intermezzo (ορχηστρικό)
8. O άνεμος γέννησε τη νύχτα
9. Ο λόγος ο στερνός
10. Πήρα τους δρόμους του ληστή
11. Αυτοί που θα ‘ρθουν μια βραδιά
Αρκαδία ΙΙΙ (Για τη μάνα και τους φίλους)
(σε ποίηση Μάνου Ελευθερίου)
Σύνθεση: Φεβρουάριος 1969, Ζάτουνα
1. Μέσα σε κήπο κάθισα
2. Μάνα, το μάννα τ’ ουρανού
3. Του χάρου η μάνα
4. Σε λένε μάνα του Χριστού
5. Γλυκοφιλούσα Παναγιά
6. Ήσουν μπαξές
Αρκαδία IV (Ωδαί) (σε ποίηση Ανδρέα Κάλβου)
Σύνθεση: Μάρτιος 1969, Ζάτουνα
1. Τα ηφαίστεια
2. Εις Σάμον
3. Αι ευχαί
Αρκαδία V (Πνευματικό Εμβατήριο)
(σε ποίηση Άγγελου Σικελιανού)
Σύνθεση: Φεβρουάριος 1969, Ζάτουνα
1. Σαν έριξα και το στερνό δαυλί
2. Γιγάντιες σκέψες
3. Κι είπα
4. Μοίρα
5. Ομπρός βοηθάτε
6. Ομπρός οι δημιουργοί
7. Σιμώνει ο νέος Λόγος
8. Έτσι, σαν έριξα και το στερνό δαυλί
Αρκαδία VI (σε ποίηση Μίκη Θεοδωράκη)
Σύνθεση: Απρίλιος 1969, Ζάτουνα
1. Θούριον
2. Στον Άγνωστο Ποιητή
Αρκαδία VII (σε ποίηση Τάκη Σινόπουλου)
Σύνθεση: Ιούνιος 1969, Ζάτουνα
1. Ο επιζών
Αρκαδία VIII (σε ποίηση Μανώλη Αναγνωστάκη)
Σύνθεση: Ιούλιος 1969, Ζάτουνα
1. Μιλώ
2. Χάρης 1944
Αρκαδία IX (σε ποίηση Κώστα Καλατζή)
Σύνθεση: Αύγουστος 1969, Ζάτουνα
1. Η μητέρα του εξόριστου
Αρκαδία X (σε ποίηση Μίκη Θεοδωράκη)
Σύνθεση: Σεπτέμβριος 1969, Ζάτουνα
1. Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου
2. Είχα τρεις ζωές
Αρκαδία XI (σε ποίηση Νότη Περιγιάλη)
Σύνθεση: Οκτώβρης 1969, Ζάτουνα
1. Τρεις αντρειωμένοι βούλονται
2. Ήλιε μου, βγες
3. Αντισταθείτε (χορικό των γυναικών)

Επειδή είναι σχετικά αδύνατο να καταγράψουμε όλες τις εκδόσεις δίσκων στις οποίες κυκλοφόρησαν οι «Αρκαδίες», θα αναφέρουμε τις πρώτες εκδόσεις και κάποιες μεταγενέστερες που αξίζουν αναφορά. Επίσης, αναφερόμαστε μόνο σε δίσκους με ολοκληρωμένες ηχογραφήσεις αυτών των έργων, καθώς και κάποιους άλλους εξίσου σημαντικούς δίσκους.
Αρκαδία Ι - Ηχογραφήσεις
1973. Παρίσι, Πέτρος Πανδής, Μίκης Θεοδωράκης (στο τραγούδι "Ο γιος μου")
197?. Ολλανδία & Γαλλία, Songs from Zatouna (Chants de Zatouna), Christina Cunne (1 τραγούδι)
1997. Ελλάδα, Αρκαδίες I VII VIII - Άνοδος ΠΜΕ Α-148. Πέτρος Πανδής, Μίκης Θεοδωράκης
Αρκαδία II - Ηχογραφήσεις
1973. Παρίσι, Chante le ballades de Mikis Theodorakis - Delta 50014. Πέτρος Πανδής,(τέσσερα τραγούδια)
1974. Νέα Υόρκη, New Songs - Paredon Records - PAR01021. Μίκης Θεοδωράκης
1974. Ολλανδία, Τα τραγούδια της Ζάτουνας - CNR 35059. Ντόρα Γιαννακοπούλου (επτά τραγούδια)
197?. Ολλανδία & Γαλλία, Songs from Zatouna (Chants de Zatouna), Christina Cunne (2 τραγούδια)
1976. Ελλάδα, Αρκαδία ΙΙ & ΙΙΙ - Lyra 3298. Μίκης Θεοδωράκης (τέσσερα μόνο τραγούδια)
Αρκαδία III - Ηχογραφήσεις
1974. Νέα Υόρκη, New Songs - Paredon Records - PAR01021. Μίκης Θεοδωράκης
1976. Ελλάδα, Αρκαδία ΙΙ & ΙΙΙ - Lyra 3298. Μίκης Θεοδωράκης
Αρκαδία IV - Ηχογραφήσεις
1971. Λονδίνο, Τα τραγούδια του αγώνα - Polydor 2393024. Μαρία Φαραντούρη, Μίκης Θεοδωράκης
1974. Ελλάδα, Τα τραγούδια του αγώνα - Minos MSM 217. Μαρία Φαραντούρη, Μίκης Θεοδωράκης
Αρκαδία V - Ηχογραφήσεις
1970. Γαλλία, Πνευματικό Εμβατήριο - Ζωντανή ηχογράφηση από το Albert Hall του Λονδίνου - Polydor - 2490101. Μαρία Φαραντούρη, Αντώνης Καλογιάννης, Γιάννης Θεοχάρης. Παίζει η London Symphony Orchestra υπό τη διεύθυνση του συνθέτη.
2000. Ελλάδα, Πνευματικό Εμβατήριο - Ζωντανή ηχογράφηση από το ΑΠΘ. Έφη Σταμούλη, Μακαρία Ψιλιτέλλη, Παναγιώτης Καραδημήτρης, Κώστας Μιχαλακόπουλος, Ορχήστρα & Χορωδία του ΑΠΘ.
2002. Ελλάδα, Πνευματικό Εμβατήριο - Ζωντανή ηχογράφηση από το Ηρώδειο - Minos-Emi - 724358088625. Ανδρέας Κουλουμπής, Γιάννης Κότσιρας, Ιωάννα Φόρτη. Παίζει η ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης» μαζί με την Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ υπό τη διεύθυνση του
Ανδρέα Πυλαρινού.
2005. Γερμανία, Αυστρία, Ελλάδα, Resistance - Intuition - INT33782. Πνευματικό Εμβατήριο, Ντοκουμέντο σύνθεσης στη Ζάτουνα με το συνθέτη να τραγουδάει και να παίζει πιάνο.
Αρκαδία VI - Ηχογραφήσεις
1974. Ελλάδα, Αρκαδία 6-8 - Minos - MSM 219. Μαρία Φαραντούρη, Μίκης Θεοδωράκης
1974. Ολλανδία, Τα τραγούδια της Ζάτουνας - CNR 35059. Ντόρα Γιαννακοπούλου
197?. Ολλανδία & Γαλλία, Songs from Zatouna (Chants de Zatouna), Christina Cunne (2 τραγούδια)
Αρκαδία VII - Ηχογραφήσεις
1972. ΕΜI - Μαρία Φαραντούρη
1974. Μαρία Φαραντούρη, Πέτρος Πανδής, Μίκης Θεοδωράκης. Αφροδίτη Μάνου, Pathe Marconi
Αρκαδία VIII - Ηχογραφήσεις
1972. ΕΜI - Μαρία Φαραντούρη
1974. Ελλάδα, Αρκαδία 6-8 - Minos - MSM 219. Μαρία Φαραντούρη, Μίκης Θεοδωράκης
1974. Μαρία Φαραντούρη, Πέτρος Πανδής, Μίκης Θεοδωράκης, Αφροδίτη Μάνου, Pathe Marconi
Αρκαδία ΙΧ - Ηχογραφήσεις
Καμία (Ανέκδοτος κύκλος τραγουδιών)
Αρκαδία X - Ηχογραφήσεις
1998. Ελλάδα, Άσματα - Peregrina - 50131. Μαρία Φαραντούρη (μόνο το "Είχα τρεις ζωές")

Αρκαδία XI - Ηχογραφήσεις
Καμία (Ανέκδοτος κύκλος τραγουδιών)


Σκόρπιες εκτελέσεις

Να σημειώσουμε ότι στα τέλη του 1970, ο Μίκης Θεοδωράκης έστειλε κάποια τραγούδια από τις Αρκαδίες στο Μανώλη Μητσιά για να τα βγάλει σε δίσκο. Ο ίδιος όμως, λόγω της απαγόρευσης που είχε επιβάλει η στρατιωτική χούντα στα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, δεν έβγαλε τότε σε δίσκο αυτά τα τραγούδια. Κατά καιρούς όμως έχει δισκογραφήσει κάποια, όπως το "Ήσουν μπαξές" (1994 – Πολιτεία Γ, μαζί με τη Δήμητρα Γαλάνη), το "Στο παζάρι του φονιά" (2004 - Άγιος ο έρωτας) και το "Μιλώ" (2006 – «Κιβωτός», μαζί με το Μίκη Θεοδωράκη).

Το τραγούδι "Μιλώ" έχει δισκογραφηθεί και με τον Αντώνη Καλογιάννη στο δίσκο «Νύχτα Θανάτου» το 1974, αλλά και με τον ίδιο το Μίκη Θεοδωράκη. Το 1976 ο Πέτρος Πανδής στον δίσκο του «chante les ballades de Mikis Theodorakis» ερμηνεύει τα "Στο παζάρι του φονιά", "Τρία ποτάμια", "Ο χρησμός" και "Αυτοί που θα ’ρθουν" από την «Αρκαδία ΙΙ». Την ίδια περίπου περίοδο, η Ντόρα Γιαννακοπούλου αμέσως μετά το δίσκο
της «Τα τραγούδια της Ζάτουνας», ερμήνευσε στο δίσκο της «sings Mikis Theodorakis» τα τραγούδια "Γλυκοφιλούσα Παναγιά", "Ήσουν μπαξές" και "Του Χάρου η μάνα" από την «Αρκαδία ΙΙΙ». Το 1978 στο δίσκο «Οκτώβρης '78» συναντάμε το Γρηγόρη Μπιθικώτση σε δύο ακόμα τραγούδια από τις «Αρκαδίες II & III», το "Μέσα σε κήπο κάθισα" και το "Σε λένε μάνα του Χριστού". Το ίδιο έτος, στο δίσκο «Ταξίδι μέσα στη νύχτα» η Μαργαρίτα Ζορμπαλά ερμηνεύει το "Στο παζάρι του φονιά", το οποίο ερμήνευσε και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου στον ομότιτλό του δίσκο το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ενώ το 2001 ακούμε τον Δημήτρη Μπάση στο τραγούδι "Μάνα, το μάννα τ' ουρανού" στο δίσκο «Η αγάπη είναι φωτιά».

Τέλος, στον δίσκο «Μια ζωή Ελλάδα» (2004) ακούμε σε απόσπασμα την μοναδική ίσως επανεκτέλεση του τραγουδιού "Είμαι Ευρωπαίος" από την «Αρκαδία Ι», με την φωνή του Παύλου Ορκόπουλου. Φυσικά, δεκάδες είναι και οι επανεκτελέσεις τραγουδιών από τις «Αρκαδίες», από την βασική συνεργάτιδα του Μίκη Θεοδωράκη, την Μαρία Φαραντούρη.

Οι «Αρκαδίες» έχουν ταξιδέψει και στο εξωτερικό. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 η Christina Cunne στον δίσκο της «Songs from Zatouna» ηχογράφησε 6 τραγούδια από τις Αρκαδίες. Το τραγούδι "Αυτοί που θα 'ρθουν" ξεκίνησε το ταξίδι του στο εξωτερικό το 1979 στον δίσκο της Milva «La mia Eta». Το ίδιο τραγούδι το ακούμε και με την φωνή της Arja Saijonmaa στους ζωντανούς δίσκους της «Mikis & Arja» (1992) και «Paijaa Mua» (1993) καθώς και με την Αμερικανίδα Jocelyn B. Smith στο δίσκο «Margarita» το 2000. Ο κιθαρίστας Rainer Rohloff στον ορχηστικό του δίσκο με τραγούδια του Θεοδωράκη «Songs for Guitar» (2003) διασκευάζει μεταξύ άλλων και τα τραγούδια "Αυτοί που θα ‘ρθουν", "Μάνα, το μάννα τ' ουρανού", "Γλυκοφιλούσα Παναγιά", "Intermezzo", "Πήρα τους δρόμους του ληστή" από τις «Αρκαδίες II & III».
Η περίοδος της εξορίας του Θεοδωράκη στη Ζάτουνα ήταν από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής του συνθέτη, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος: “Το πέρασμά μου από τη Ζάτουνα ήταν γεμάτο... μουσική. Πράγματι το έργο που έκανα τότε κατέχει μια ιδιαίτερη θέση μέσα στο σύνολο της
μουσικής μου4”.

Αρκαδία Ι
Στη Ζάτουνα, παρόλα τα αυστηρά μέτρα περιορισμού του Μίκη Θεοδωράκη, του επέτρεψαν να έχει το πιάνο του. Αυτό ήταν και το πρώτο πράγμα που έφερε στο μικρό δωματιάκι που ονόμαζε νέο “σπίτι” του και θα “φιλοξενούσε” τον ίδιο, τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά τους. Παρόλα αυτά, όσο απίστευτο και αν ακούγεται, τους τέσσερις πρώτους μήνες, σχεδόν δεν άγγιζε το πιάνο. Ο κλοιός γύρω του ήταν ασφυκτικός. Τα μέτρα ηλίθια. Το να παίζεις τη μουσική του “κομμουνιστή Θεοδωράκη” ήταν αδίκημα που τιμωρούταν με βάση το Στρατιωτικό Νόμο, οπότε η ποινή της πολύχρονης φυλάκισης θα ήταν πολύ σκληρότερη από την ποινή της εξορίας. Σύντομα όμως ξεπέρασε τους φόβους του. Άρχισε να παίζει στο πιάνο τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Έπειτα είχε την ιδέα, να συνθέσει νέα δικά του τραγούδια, λέγοντας στον κόσμο ότι είναι τραγούδια του Χατζιδάκι. Για να το πιστέψουν, έβαλε σε τραγούδια του μικρά στιχάκια και μελωδίες από τραγούδια του Χατζιδάκι, π.χ. “Εκεί ψηλά στον Υμηττό” κ.α.
Οι καθημερινές συνθήκες διαβίωσής του, αλλά και το περιβάλλον στο οποίο ζούσε ο Μίκης Θεοδωράκης στην Ζάτουνα, τον ενέπνευσαν να γράψει τον πρώτο κύκλο τραγουδιών, που θα ονομάσει «Αρκαδία Ι».
Από τα βουνά της Ζάτουνας εμπνεύστηκε γράφοντας το πρώτο ποίημα και έπειτα τραγούδι. Ο λόγος του απόλυτα ποιητικός:

“Ω, Βουνά πανάρχαια, της Αρκαδίας βουνά,
Βουνά περήφανα, βουνά ανυπόταχτα, τίμια βουνά...”

Ολόκληρη η Ελλάδα είχε σκύψει το κεφάλι σε μερικούς παρανοϊκούς. Υπήρχαν στιγμές που έχανε την ελπίδα του για βοήθεια από τον κόσμο και από την απελπισία του έστρεφε τις ελπίδες του… στα έλατα:
“κι εγώ δεμένος κοιτάζω τα έλατα άλλη ελπίδα δεν έχω από τα δέντρα.”

Η βίαιη κακοποίηση του εννιάχρονου γιου του Γιώργου από τους χωροφύλακες ήταν η αφορμή για τη σύνθεση του ποιήματος:
“Ο γιος μου είναι εννιά χρονών εννιά χειμώνες εννιά καλοκαίρια
του βάλαμε στο βλέμμα κεραυνό τις θάλασσες κρατά στα δυο του χέρια.
Τα χέρια του τα σήκωσαν ψηλά την πλάτη του κολλήσανε στον τοίχο
μετράνε της ανάσας του τον ήχο κι ανασκαλεύουν τη μικρή του την καρδιά.”

Ενώ οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσε περιγράφονται γλαφυρά:
“Να ζούσαμε σε γκέτο εβραϊκό γύρω Γερμανούς φρουρούς θηρία
Ζάτουνα, χίλια εννιακόσια εξήντα οκτώ την τρίτη μου περνάμε εξορία”

Αρκαδία ΙΙ & III

Την ίδια περίοδο, κάτω από την πίεση της χούντας, ο Μάνος Ελευθερίου, θέλοντας να δώσει το στίγμα της εποχής εκείνης, έγραψε μία σειρά τραγουδιών. Αρχικά τα τραγούδια αυτά δεν προορίζονταν για τον Θεοδωράκη, αφού ο ίδιος ήταν απομονωμένος και χαμένος στη Ζάτουνα. Οι στίχοι του, όμως, δεν κατάφεραν να μελοποιηθούν από κανένα συνθέτη, αφού καμία εταιρία δεν έβγαζε αυτά τα τραγούδια. Έτσι, ύστερα από τρεις - τέσσερις μήνες και αφού τελειοποίησε τους στίχους του, αποφάσισε ότι ο Μίκης Θεοδωράκης είναι η μόνη λύση.
Παράλληλα, ένα αφιέρωμα του περιοδικού «Γυναίκα» στην Παναγία, τη μάνα του Χριστού, ήταν η αφορμή για να γράψει ο Μάνος Ελευθερίου μία ακόμα συλλογή τραγουδιών στο ίδιο θέμα, που ο ίδιος την ονομάζει «Τα τραγούδια για τη μάνα και τους φίλους».
Έπειτα από κάποιους μήνες στέλνει τα τραγούδια και από τις δύο συλλογές στο Μίκη στη Ζάτουνα. Χρειάστηκε να στηθεί ολόκληρη επιχείρηση ώστε να φτάσουνε με μυστικό τρόπο στα χέρια του Θεοδωράκη οι στίχοι του Μάνου Ελευθερίου. Χωρίς να χαθεί ούτε λεπτό, ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί μέσα σε λίγες μέρες τους στίχους και τους δίνει τον τίτλο «Αρκαδία II» και «Αρκαδία IIΙ». Ο ίδιος ο Θεοδωράκης αναφέρεται για το "Χρησμό" του Μάνου Ελευθερίου, από την «Αρκαδία ΙΙ»: “Είναι, από τα πιο σπαρακτικά τραγούδια μου, το πιο αγαπημένο”. Το πιο γνωστό όμως τραγούδι της «Αρκαδίας IIΙ», είναι το χασάπικο "Μέσα σε κήπο κάθισα", το οποίο είναι ένα συμβολικό τραγούδι στο οποίο ο Μάνος Ελευθερίου παρομοιάζει την Ελλάδα σαν έναν όμορφο κήπο στον οποίο καθόταν ελεύθερος ο ίδιος με την παρέα του. Όλα αυτά όμως αλλάξανε με το νέο καθεστώς της δικτατορίας και πλέον “ο κήπος χάθηκε”. Σπουδαίο τραγούδι όμως είναι και το ζεϊμπέκικο "Του χάρου η μάνα". Στο ποίημα αυτό, όταν “του χάρου η μάνα” ζητάει βοήθεια από την Παναγία, αυτή την αγνοεί καθώς “κεντάει πουλιά σε μαρμαρένια βρύση”. Η αίτηση για βοήθεια στην Παναγιά έπεσε στο κενό.
Να σημειωθεί οτι το "Του χάρου η μάνα" μαζί με το "Μάνα, το μάννα τ' ουρανού" είναι τα μοναδικά ζεϊμπέκικα απ' όλους τους κύκλους των Αρκαδίων και ο ίδιος τα χαρακτηρίζει ως «τα ζεϊμπέκικα της Ζάτουνας».

Αρκαδία IV
Η αγάπη του Μίκη για τους κλασικούς Έλληνες ποιητές ήταν έκδηλη από τα παιδικά του χρόνια, όταν μελοποιούσε ποιήματα από τα σχολικά του βιβλία. Για να ισχυροποιήσει το αντιδικτατορικό φρόνημα και ξεσηκώσει τους όποιους απαθείς Έλληνες καταφεύγει στην ποίηση του Ανδρέα Κάλβου. Μελοποιεί αποσπάσματα από τις Ωδές του, που κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1826 με τον τίτλο "Τα λυρικά".
“Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία”
από την ωδή "Εις Σάμον"


“Tης θαλάσσης καλύτερα φουσκωμένα τα κύματα 'να πνίξουν την πατρίδα μου ωσάν απελπισμένην έρημον βάρκαν”
από την ωδή "Aι Ευχαί"
“Πώς, πώς της ταλαιπώρου πατρίδος δεν πασχίζετε 'να σώσητε τον στέφανον από τα χέρια ανόσια ληστών τοσούτων;”
από την ωδή "Tα Ηφαίστια"


Αρκαδία V
Μετά τα ποιήματα του Ανδρέα Κάλβου, ο Μίκης Θεοδωράκης αποφάσισε να μελοποιήσει το δημοφιλέστερο ίσως αντιστασιακό ποίημα του Άγγελου Σικελιανού, με σκοπό να αφυπνίσει τον κόσμο σε περίοδο “εθνικής ύπνωσης”. Το «Πνευματικό Εμβατήριο» το οποίο γράφτηκε από το Σικελιανό το 1948 την περίοδο του ελληνικού εμφυλίου πολέμου με νωπές ακόμα τις μνήμες της ναζιστικής κατοχής, μελοποιήθηκε από το Μίκη Θεοδωράκη και ενέπνευσε τους Έλληνες τον καιρό της δικτατορίας δίνοντας τους την δύναμη να παλέψουν μία ακόμα φορά για την ελευθερία και για τη δικαιοσύνη.
“Εμπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα” ήταν το “σύνθημα” που μετέφερε ο Θεοδωράκης στους Έλληνες μέσα από τα λόγια του Άγγελου Σικελιανού.
Εδώ έγκειται η μουσική ιδιοφυία του Μίκη Θεοδωράκη. Υπήρξε ο πρώτος Έλληνας μουσικός που συνέθεσε τραγούδια βασισμένα στην σύγχρονη Ελληνική ποίηση. Η ποίηση ένιωθε να τον καλεί και ο ίδιος κατάφερε να βγάλει την μουσική της ποίησης μέσα από το λόγο και να την κάνει νότες. Το αποτέλεσμα ήταν η σύγχρονη ποίηση να περάσει στον απλό Έλληνα, στο λαό. Το λαϊκό ορατόριο «Πνευματικό Εμβατήριο», το οποίο ανήκει στα Μετασυμφωνικά έργα του συνθέτη, είναι ίσως ο πιο γνωστός κύκλος από τις «Αρκαδίες» και μαζί με το «Άξιον Εστί», είναι έργα που ο ίδιος ο συνθέτης αποκαλεί “έργα-σύμβολα” της προσπάθειάς του για την παλλαϊκή κατάκτηση του έντεχνου.


Μετασυμφωνική Μουσική & Τραγούδι - Ποταμός




Από τα πρώτα δείγματα μουσικής σύνθεσης του Θεοδωράκη παρατηρούμε πόσο πολύπλευρος, δημιουργικός, αλλά και καινοτόμος συνθέτης είναι. Μία από τις καινοτομίες στην ελληνική μουσική πραγματικότητα που εισήγαγε ο Μίκης Θεοδωράκης, είναι η λεγόμενη “Μετασυμφωνική Μουσική” αλλά και το “Τραγούδι-ποταμός”.
Στη Ζάτουνα. θεμελιώνει θεωρητικά τη “Μετασυμφωνική Μουσική” και ολοκληρώνει τα πρώτα τραγούδια τα οποία ο ίδιος ονομάζει “Τραγούδια - Ποταμός”. Στην πρωτότυπη αυτή φόρμα εντάσσονται τα έργα Αρκαδία VI, VII και VIII. Τα τραγούδια αυτά, εξαίσια “χημεία” ποιητικού λόγου και μουσικής, γεννήθηκαν τον Απρίλιο - Ιούλιο του 1969.
Η νέα αυτή φόρμα ορίζεται από τη δύναμη και τις ανάγκες του κειμένου. Τα τραγούδια-ποταμοί μορφολογικά διαφέρουν από το κλασσικό τραγούδι γιατί δε βασίζονται στην εναλλαγή ρεφρέν και κουπλέ στους στίχους ούτε στη μουσική. Η φωνή του τραγουδιστή, με τον κυρίαρχο στίχο, κυλά παρασύροντας τη μουσική διαρκώς χωρίς επαναλήψεις. Η μελωδική γραμμή δεν ανακυκλώνεται, αλλά αναπαράγεται καθώς μεταφέρει την ατμόσφαιρα τού ποιητικού κειμένου. Το κείμενο όπως και η μουσική τρέχει σαν ποταμός. Το «τραγούδι-ποταμός» εντάσσεται στην κατηγορία των μετασυμφωνικών έργων του συνθέτη.

Αρκαδία VΙ
Απομονωμένος στη Ζάτουνα ο Μίκης Θεοδωράκης γράφει πολιτικά και θεωρητικά κείμενα, μουσική και ποιήματα. "To Θούριο" και "Στον Άγνωστο Ποιητή", στην «Αρκαδία VI», είναι μια κραυγή προς το ελληνικό πνεύμα, όπως εκφράστηκε από τους μεγάλους ποιητές Ρήγα Φεραίο, Διονύσιο Σολωμό, Ανδρέα Κάλβο, Κωστή Παλαμά, Νίκο Καζαντζάκη, Άγγελο Σικελιανό.5 Τα ποιήματα αυτά, κατά τον ίδιο, σηματοδοτούν με τον καλύτερο τρόπο το πέρασμά του από τη Ζάτουνα.

Αρκαδία VII
Ο "Επιζών" σε ποίηση του Τάκη Σινόπουλου, ήταν ένα μεγάλο (μακρύ) ποίημα το οποίο άγγιξε το Μίκη Θεοδωράκη από την πρώτη στιγμή. Ήταν μία κραυγή αγωνίας για τον άνθρωπο με αβέβαιο μέλλον. Όπως στην «Κατάσταση Πολιορκίας», έτσι κι εδώ, ο συνθέτης θεώρησε επιβεβλημένη τη μελοποίηση του ποιήματος του Σινόπουλου με βάση τη συνεχή ροή του λόγου και τη μετασυμφωνική του ενορχήστρωση. Έτσι ο "Επιζών" αποτέλεσε ένα ακόμη “τραγούδι-ποταμό”, το οποίο όμως είναι από τα πλέον ξεχασμένα. Η δύναμη του τραγουδιού, όμως, καθηλώνει τον ακροατή από την πρώτη ακρόαση του.

Αρκαδία VIII
Μία στιγμή που περίμενε χρόνια ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν η στιγμή που θα μελοποιούσε στίχους του Μανώλη Αναγνωστάκη. Στις 29 Ιουλίου του 1969, ημέρα γενεθλίων του ίδιου, αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα. Τα ποιήματα "Χάρης" και "Μιλώ" μιλούν για την Εθνική Αντίσταση και για τον Εμφύλιο Πόλεμο αντίστοιχα. Αποτελούν μάθημα ιστορίας για τη νέα γενιά στην οποία απευθυνόταν, κυρίως, ο Μίκης Θεοδωράκης. Η γλώσσα του Αναγνωστάκη ωμή, σκληρή και γλαφυρή. Σπάει κόκαλα. Παρόλη τη σκληρή γλώσσα του Αναγνωστάκη και τη σπαρακτική μουσική του Μίκη, η «Αρκαδία VIII» και κυρίως ο "Χάρης" ήταν τραγούδια που οι κάτοικοι της Ζάτουνας και ορισμένοι χωροφύλακες του Θεοδωράκη του ζητούσαν να παίζει συχνά στο πιάνο. Δεν ήταν τυχαίο αυτό.

Αρκαδία IX
Συναντώντας τυχαία το ποίημα του Κώστα Καλαντζή "Η μητέρα του εξόριστου" και έχοντας στη σκέψη του τη δική του μητέρα, θεώρησε αυτό το ποίημα ιδανικό μήνυμα προς τη μητέρα του. Δεν άργησε να το μελοποιήσει και με μια πρόχειρη ηχογράφηση του τραγουδιού με τη φωνή του ίδιου μεταδόθηκε το 1970 από ραδιοφωνικό σταθμό της Μόσχας, όταν ο ίδιος βρισκόταν πλέον στις φυλακές του Ωρωπού. Παρόλα αυτά έως και σήμερα
δισκογραφικά παραμένει ανέκδοτο.

Αρκαδία X

Τέλη του Σεπτεμβρίου του 1969 οι συνθήκες διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του είχαν αρχίσει να τους δημιουργούν ψυχολογικά προβλήματα. Λόγω αυτών των προβλημάτων ψυχικής υγείας, ιδίως του γιου του Γιώργου, ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης ζήτησε να μεταφερθεί η οικογένειά του στην Αθήνα παίρνοντας την απόφαση να περάσει τον χειμώνα μόνος του στη Ζάτουνα.
Λίγες ημέρες μετά, εγκρίθηκε η μεταφορά της οικογένειάς του από τη Ζάτουνα. Τη χαρά όμως της είδησης αυτής διαδέχτηκε ο φόβος και η ταραχή. Προτού φύγουν από τη Ζάτουνα, έφτασε διαταγή για εξονυχιστική έρευνα της γυναίκας του και των παιδιών του, που θα γινόταν στο σπίτι τους.
Την ημέρα της έρευνας η φρουρά στο σπίτι του Θεοδωράκη ενισχύθηκε. Ήταν προφανές ότι οι χωροφύλακες κάτι ετοίμαζαν. Οπλισμένοι με περίσσεια υπομονή δέχτηκαν τους χωροφύλακες μέσα στο σπίτι τους. Τον ίδιο τον περιόρισαν στον χώρο της κουζίνας, ενώ οι κραυγές της γυναίκας του και των παιδιών του φανέρωναν τις απάνθρωπες συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η σωματική έρευνα. Το κτήνος που υπέβαλε την αθώα του οικογένεια σε αυτό το βασανιστήριο έπρεπε να το πληρώσει. Σκέψεις για να τον σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια πέρασαν από το μυαλό του.
Ευτυχώς την κρίσιμη αυτή ώρα σκέφτηκε λογικά και αποφάσισε να τον σκοτώσει διαφορετικά. “Να σκοτώσω την τιμή του, την υπόληψή του. Να περνά αύριο στο δρόμο και να τον φτύνουν. Να μείνει το όνομά του πλάι στου Εφιάλτη.”, αναφέρει ο ίδιος.
Ο Κώστας Στεργίου ήταν ο υπομοίραρχος που ήταν υπεύθυνος για τις απάνθρωπες συνθήκες. Ο Βησιγότθος, όπως τον αποκαλεί ο ίδιος.
Κλεισμένος στην κουζίνα, λοιπόν, και καθώς τα βασανιστήρια και οι φωνές συνεχίζονται στο διπλανό δωμάτιο, ο Μίκης Θεοδωράκης γράφει ένα ποίημα για να προσβάλει την τιμή του Βησιγότθου. Το ποίημα αυτό είναι γραμμένο σε μία χαρτοπετσέτα και είναι από τα πιο συγκινητικά ντοκουμέντα που περιλαμβάνει το Αρχείο του Μίκη Θεοδωράκη, στη Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη». Το ίδιο βράδυ, γεμάτος μίσος και οργή, μελοποίησε το ποίημά του αυτό με τίτλο "Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου". Μαζί με το δεύτερό του ποίημα "Είχα τρεις ζωές" αποτελούν συμβολικά τραγούδια αυτής της ηλίθιας και βίαιης δικτατορίας.
Αρκετά είναι τα τραγούδια που συντέθηκαν την περίοδο εκείνη και δείχνουν τον τρόμο των καταστάσεων που έζησε ο συνθέτης, όπως ο «Ήλιος και ο Χρόνος», η «Αρκαδία I», η «Αρκαδία X», κλπ. Κυρίως στα τραγούδια της «Αρκαδίας X», οι στίχοι ήταν το κυρίαρχο στοιχείο παρά η μελωδία. Η σύνθεσή τους δεν είχε σαν στόχο να γίνουν μέρος του ρεπερτορίου του συνθέτη. Στόχος τους ήταν να περιγράψουν τις εναλλαγές της ψυχολογικής κατάστασης του συνθέτη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή της σύνθεσής τους.
Τα δύο τραγούδια της «Αρκαδίας Χ» πρωτοεκτελέστηκαν δημόσια σε συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στο Μενίδι το 1975. Επίσης σύμφωνα με το ηχητικό αρχείο που υπάρχει στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» και περιλαμβάνει ανέκδοτες ηχογραφήσεις του Μίκη Θεοδωράκη, η «Αρκαδία Χ» ακούστηκε και στις συναυλίες της Θεσσαλονίκης στις 12 & 13/4/1975 καθώς και στη Ν. Σμύρνη στο γήπεδο του Πανιωνίου στις 12/6/1975.

Το τραγούδι "Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου" δε δισκογραφήθηκε ποτέ σε καμία εκτέλεση, ενώ το τραγούδι "Είχα τρεις ζωές" δισκογραφήθηκε για πρώτη φορά στο δίσκο «Άσματα» της Μαρίας Φαραντούρη που κυκλοφόρησε το 1998.

Αρκαδία XI
Η μεταφορά του Μίκη στις φυλακές του στρατοπέδου του Ωρωπού συνέπεσε χρονικά με την περίοδο που ο συνθέτης είχε αρχίσει να μελοποιεί το ποίημα «Ήλιε μου βγες» του Νότη Περγιάλη του κύκλου τραγουδιών «Αρκαδία XI». Η ατυχής αυτή χρονική σύμπτωση είχε σαν αποτέλεσμα να μην ολοκληρωθεί ποτέ η σύνθεση της ενδέκατης Αρκαδίας. Δυστυχώς, τα προσχέδια που έχουν διασωθεί δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για την ηχογράφηση των τραγουδιών και έτσι η «Αρκαδία ΧΙ» παραμένει ανολοκλήρωτη και δισκογραφικά ανέκδοτη.

Μερικοί στίχοι από τα αδισκογράφητα τραγούδια της Ζάτουνας

Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου (ποίηση Μίκη Θεοδωράκη)

Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου / προέρχομαι από τους Βησιγότθους, / Οστρογότθους, Μαυρογότθους
Κατοικώ σε σπήλαια / λαξεύω ρόπαλα / πίνω νερό σε κρανία.
Επάγγελμά μου ο θάνατος.

Ομως προσωρινώς υπηρετώ / το μεγάλο Δράκο / που με έχει αποσπάσει στην Αρκαδία.
Πάνω απ’ το δέρμα μου / φορώ στολή
στους ώμους έχω αστέρια, / κρύβω το ρόπαλο επιμελώς / μέσα στη χλαίνη.

Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου / προέρχομαι από τους Μαμελούκους / Μαυρολούκους, Σουσουλούκους
είμαι διασταύρωση Νεάντερνταλ και λύκου.

Ομως σήμερα, προσωρινώς, / κυκλοφορώ με τζιπ, / τρομοκρατώ παιδιά και γυναίκες.

Εχω ειδικότητα στο ψάξιμο / ψάχνω ψυχές παιδιών
και σταλάζω το φόβο / επιβάλλω το Νόμο / το Νόμο του μεγάλου Δράκου
που μ’ έχει αποσπάσει προσωρινώς / στην Αρκαδία.

Μαρκ Μαρσώ (ποίηση Μίκη Θεοδωράκη)

Τι κι αν είμαι εξορία / να υπακούω στο φρουρό
έχω κάθε ελευθερία / το είπε ο κύριος Μαρσώ

Τι κι αν είμαι φιμωμένος / να μουγκρίζω όσο μπορώ
είμαι κατοχυρωμένος / το είπε ο κύριος Μαρσώ

Το ινστιτούτο Μπουμπουλίνας / ανεβάζει το ρυθμό
της Εθνικής Οικονομίας / το είπε ο κύριος Μαρσώ

Σκλάβος, ρές, δούλος, παρίας / είδατε άλλο λαό
σκλάβο της ελευθερίας; / το είπε ο κύριος Μαρσώ

Σημείωση: Ειρωνικό ποίημα για τον Γάλλο δημοσιογράφο Μαρκ Μαρσώ, ο οποίος την περίοδο της Ελληνικής Χούντας, έγραψε άρθρο στην γαλλική Λε Μοντ, το οποίο ήταν στην ουσία ένα εγκώμιο προς το χουντικό καθεστώς, αποκαλώντας το μάλιστα "αισθητά δημοκρατικότερο από το προηγούμενο". Τραγούδι γραμμένο στην Ζάτουνα, χωρίς όμως να μπει σε κάποια από τις Αρκαδίες. Παραμένει αδισκογράφητο.





 Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ

Ο «Επιτάφιος» γράφτηκε από το Γιάννη Ρίτσο το Μάη του 1936, όταν είδε στο Ριζοσπάστη τη φωτογραφία της μάνας που θρηνούσε δίπλα στο σκοτωμένο γιο της, τον Τάσο Τούση, ο οποίος έπεσε νεκρός στη μεγάλη διαδήλωση των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη. Η πανελλήνια απεργία τους, που ξεκίνησε τον Απρίλη, μετατράπηκε σε εξέγερση, που τελικά βάφτηκε με αίμα… Το 1958 ο Ρίτσος στέλνει τα ποιήματα του «Επιταφίου» στο Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος βρίσκεται στο Παρίσι για μουσικές σπουδές. Εκεί ο Μίκης γράφει τη μουσική και τον Αύγουστο του 1960, ηχογραφεί το έργο σε δυο εκτελέσεις. Στην πρώτη, που κυκλοφορεί από τη Fidelity, την ενορχήστρωση κάνει ο Μάνος Χατζιδάκις και τραγουδά η Νανά Μούσχουρη. Ο Θεοδωράκης δεν είναι απόλυτα ικανοποιημένος και ξαναηχογραφεί το έργο στην Columbia με το Γρηγόρη Μπιθικώτση και στα σεγόντα την Καίτη Θύμη. Μπουζούκια παίζουν ο Μανώλης Χιώτης, με το Γιάννη Καραμπεσίνη - σε κάποια τραγούδια - ενώ ηχολήπτης είναι ο Νίκος Κανελλόπουλος. Αυτή η εκτέλεση που κυκλοφορεί σε 45άρια, αλλά και σε 10ιντσο δίσκο 33 στροφών, αν και ικανοποιεί το συνθέτη, ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων από τον κόσμο της αριστεράς , γιατί η «ιερή» ποίηση του Ρίτσου δεν πρέπει να διασύρεται από μπουζούκια κλπ…
Ο Μίκης φυσικά δεν κάμπτεται και το καλοκαίρι του 1963 ηχογραφεί και τρίτη εκδοχή, με κορυφαίους το δίδυμο Μαίρη Λίντα και Μανώλη Χιώτη και μικρή ορχήστρα εγχόρδων. Παίζουν ο Δημήτρης Βράσκος, μαντολίνο, ο Δημήτρης Φάμπας, κιθάρα και ο Δήμος Μούτσης, φυσαρμόνικα.
Τα τραγούδια κυκλοφορούν σε 45άρια και το 1984 σε μεγάλο δίσκο και cd.

1) Πού πέταξε τ'αγόρι μου
2) Χείλι μου μοσχομύριστο
3) Μέρα Μαγιού μου μίσεψες
4) Βασίλεψες αστέρι μου 5) Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός
6) Στο παραθύρι στέκοσουν
7) Να' χα τ'αθάνατο νερό
8) Γλυκέ μου εσύ δεν χάθηκες .


Τι παράδοξο όμως… Το ποίημα του Ρίτσου, που δεν είναι τίποτα άλλο από το θρήνο της μάνας για το χαμένο παλικάρι, αν και τραγουδιέται στις πρώτες εκτελέσεις του από δυο σπουδαίες γυναικείες φωνές , γίνεται γνωστότερο και μένει στην ιστορία με μιαν αντρική και μάλιστα από τις πιο «σκληρές»… Ο Μπιθικώτσης δεν έχει τη «γλυκιά» φωνή που θα «παίξει» το ρόλο της μάνας ή τη μελωδικότερη φωνή κάποιων από τους τραγουδιστές που «χρησιμοποιεί» ο Μάνος Χατζιδάκις… Κι αν αναλογιστεί κανείς πως, ενδεχομένως, να μην καταλάβαινε αυτό το «άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης» , το γεγονός της παλλαϊκής αποδοχής του έργου με τη φωνή του, αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Ίσως η διαμαρτυρία που «ξεπηδά» μέσα από το θρήνο, να χρειάζεται, τελικά, μια τέτοια φωνή και μια τέτοια ενορχήστρωση… Από τις πρώτες νότες του «Γιέ μου σπλάχνο των σπλάχνων μου», ολόκληρο το έργο είναι «γροθιά στο στομάχι»… Είναι γνωστό, πως ο Μπιθικώτσης με το Χιώτη, σε κάποιο διάλειμμα της πρώτης πρόβας του «Επιταφίου», κλείστηκαν στην τουαλέτα και είπαν «Τι είναι αυτά; Πάμε να φύγουμε, θα ξεφτιλιστούμε…» κι αν ανάμεσα στα τραγούδια που τους έπαιξε ο Μίκης, δεν ήταν το «Μάνα μου και Παναγιά» και το «Μαργαρίτα Μαργαρώ» μάλλον θα είχαν φύγει.

Χιώτης, Θεοδωράκης, Μπιθικώτσης – Στην ηχογράφηση
του “Επιτάφιου” (φωτογραφία: Τάκης Πανανίδης)


Το 1966 το έργο ξαναηχογραφήθηκε από τη Χορωδία Τρικάλων της Τερψιχόρης Παπαστεφάνου και κυκλοφόρησε σε δίσκο από την Rca. Απήγγειλε η ηθοποιός Κάκια Παναγιώτου. Το 1974 ο δίσκος επανεκδόθηκε με το label της Olympic, ενώ από την έκδοσή του σε cd, που έγινε πολύ αργότερα, είχαν κοπεί οι απαγγελίες της ηθοποιού, που βρίσκονταν ανάμεσα στα τραγούδια. Ελάχιστα γνωστή έγινε μια μοναδική συνύπαρξη που πραγματοποιήθηκε το 1970-’71 στη Νέα Υόρκη στο διαμέρισμα του Μάνου Χατζιδάκι και, δυστυχώς, δεν πέρασε ποτέ σε δίσκο…. Τα μαγικά δάχτυλα του Χατζιδάκι στο πιάνο, συνόδευσαν τη Φλέρυ Νταντωνάκη , η οποία ερμήνευσε τα τραγούδια από τον «Επιτάφιο»… Η ερασιτεχνική ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε από τον ίδιο το συνθέτη…


Το 1977 κυκλοφόρησε από τη General Gramophone, μια έκδοση με ολόκληρο τον «Επιτάφιο», που έμεινε παντελώς άγνωστη, από συναυλία του Μίκη στο Βεάκειο θέατρο του Πειραιά, με τραγουδιστή τον Γιάννη Θωμόπουλο, ενώ απαγγέλει η Αλέκα Παΐζη. Μπουζούκια έπαιξαν ο Λάκης Καρνέζης με το Χρήστο Κωνσταντίνου. Η εκτέλεση αυτή, πολλά χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε και σε περιορισμένο αριθμό cd.

Το 2000 η Νένα Βενετσάνου, με τη συνοδεία του Σαράντη Κασσάρα στο πιάνο, ηχογράφησε τα οκτώ τραγούδια του «Επιταφίου» σε ένα cd που εκδόθηκε από τη Lyra με τίτλο «Η Νένα Βενετσάνου τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη». Το 2004 εκδόθηκε από τη Legend ο «Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο», με τη μοναδική διασκευή του Ξαρχάκου, με τη φωνή της Μαρίας Σουλτάτου και τη συνοδεία της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής, σε ζωντανή ηχογράφηση από το Ηρώδειο, από συναυλία που πραγματοποιήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 2000.

Το 2009 το έργο διασκευάσθηκε για κλασική κιθάρα από τον Ιάκωβο Κολανιάν και διανεμήθηκε από την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Αργότερα κυκλοφόρησε και στα δισκοπωλεία, σε μια έκδοση, μαζί με το «Romancero Gitano». Κατά καιρούς βεβαίως, αρκετά από τα κομμάτια του «Επιταφίου» ηχογραφήθηκαν μεμονωμένα από διάφορους τραγουδιστές, όπως τη Μαρία Φαραντούρη, με τη φωνή της οποίας υπάρχουν τέσσερα τραγούδια από ζωντανή ηχογράφηση στη Ρωσία το 1966 αλλά και πολλές ακόμα σκόρπιες εκτελέσεις, αλλά και μια εγγραφή τεσσάρων τραγουδιών με την Αφροδίτη Μάνου. Δεκάδες βεβαίως ήταν και οι φορές που το έργο παρουσιάστηκε ζωντανά, χωρίς να κυκλοφορήσει σε δίσκο…


Άξιον Εστί

 "Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του Αξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφθασα σ' ένα τέρμα, που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή". Με αυτά τα λόγια αρχίζει το σημείωμά του ο Μίκης Θεοδωράκης στην πρώτη δισκογραφική έκδοση του "Αξιον Εστί", ενός έργου που σημάδεψε όσο λίγα την ιστορία της νεοελληνικής έντεχνης μουσικής και που έμελλε να συμβάλλει αποφασιστικά στην εξέλιξή της. Το "Αξιον Εστί" είναι ο πρώτος σημαντικός σταθμός στην εκφραστική αναζήτηση που είχε ξεκινήσει ο συνθέτης πέντε χρόνια νωρίτερα. Πνεύμα ανήσυχο και διορατικό, προβληματιζόταν για το χάσμα που υπήρχε ανάμεσα στη λόγια, ευρωπαϊκού τύπου, μουσική και στη λαϊκή παράδοση. Το χάσμα δεν αφορούσε μόνο στα εκφραστικά μέσα, αλλά -κυρίως- στους αποδέκτες της κάθε μουσικής και στον ταξικό τους διαχωρισμό. Η λόγια ευρωπαϊκή μουσική απευθυνόταν αποκλειστικά σχεδόν στους κύκλους της αστικής ελίτ, ενώ στα λαϊκά στρώματα αναβίωνε η παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και της αστικής λαϊκής μουσικής.
Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε και την πολιτική θέση του Μίκη Θεοδωράκη. Μία από τις αρχές της σοσιαλιστικής ιδεολογίας είναι και η "πνευματική ανύψωση" των μαζών. Ως προς τη μουσική αυτό σήμαινε -σύμφωνα με τη σοσιαλιστική θεώρηση- να αποκτήσει το κοινό την ικανότητα να κατανοήσει το μεγαλείο της δυτικής έντεχνης μουσικής. Ένας έξυπνος -και ελκυστικός- τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι να χρησιμοποιηθούν στοιχεία της λαϊκής μουσικής και να ενταχτούν στις δυτικές φόρμες, ώστε, σταδιακά, να καλλιεργηθεί το αισθητήριο του κοινού. Η πρακτική αυτή εφαρμόστηκε τόσο στην πρώην Σοβιετική Ένωση όσο και στις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Ο Θεοδωράκης θα ήταν σίγουρα γνώστης των μουσικών εξελίξεων που διαδραματίζονταν στις χώρες αυτές. Παράλληλα, ως έντεχνος συνθέτης, βίωνε τον προβληματισμό και την εκφραστική Βαβέλ που επικρατούσε στο χώρο της έντεχνης μουσικής στη Δύση στις δεκαετίες του '50 και του '60. Δεν θα πρέπει, τέλος, να αγνοήσουμε το κοινό στο οποίο απευθυνόταν: Έναν -σε μεγάλο βαθμό- αγροτικό λαό, που έβγαινε από τη δοκιμασία ενός παγκόσμιου και ενός εμφύλιου πολέμου και διακατεχόταν από το αστικό όνειρο!
Έτσι αποφάσισε να αφήσει πίσω του τις αναζητήσεις των δυτικών συνθετών και να χαράξει τη δική του πορεία, στρεφόμενος προς τη λαϊκή μουσική. Πρώτος σταθμός ήταν ο "Επιτάφιος", σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου, το 1959. Φιλοδοξούσε να γράψει απλά και αυθόρμητα, όπως και οι λαϊκοί συνθέτες, αισθανόμενος τη δύναμη και τη λειτουργικότητα που είχαν διατηρηθεί σε αυτή τη μουσική. Η πορεία αυτή συνεχίστηκε με το "Αρχιπέλαγος", την "Πολιτεία" και αργότερα με το "Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού". Τότε προέκυψε το "Αξιον Εστί".
Το ζητούμενο για το συνθέτη και το όραμά του όμως ήταν οι μεγαλύτερες φόρμες. Για το σκοπό αυτό αναζητούσε συνεχώς ανάλογα ποιητικά έργα. Κατά παρόμοια, μάλιστα, ευτυχή συγκυρία ο Οδυσσέας Ελύτης βρισκόταν σε αντίστοιχη φάση αναζήτησης. Έχοντας γαλουχηθεί με τις αρχές του υπερρεαλισμού, είχε -στην αρχή της σταδιοδρομίας του- υπερβεί τις παραδοσιακές ποιητικές φόρμες. Ωστόσο το "Αξιον Εστί", λόγω της έκτασης και του ιδιαίτερου βάρους του, απαιτούσε τη δημιουργία μιας νέας φόρμας. Ο Ελύτης, ο οποίος βρισκόταν πλέον στην ώριμη φάση της πορείας του, άντλησε δομικά στοιχεία από τη μακραίωνη ελληνική γραμματεία. Οι αναφορές στα λειτουργικά κείμενα της εκκλησίας είναι πάμπολλες, ενώ η γλώσσα μετουσιώνει τα κείμενα που σημάδεψαν τον ποιητή: από τον Όμηρο και τη Σαπφώ ως τον Ρωμανό τον Μελωδό και τον Σολωμό. Έτσι λοιπόν όταν ένα μεσημέρι έλαβε ο Θεοδωράκης, στο Παρίσι, το φρεσκοτυπωμένο βιβλίο, ήταν σαν να το περίμενε καιρό. Ήξερε καλά πώς να το αντιμετωπίσει. Ο ίδιος σημειώνει χαρακτηριστικά ότι την ίδια μέρα κιόλας σχεδίασε τα δύο από τα τρία μέρη του έργου, το οποίο λειτούργησε ως "το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στο βράχο, για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων".
Δεν ήταν βέβαια δυνατόν να μελοποιηθεί όλο το έργο. Ο Θεοδωράκης πάντως ακολούθησε τη δομή του, τρεις δηλαδή ενότητες: Γένεσις, Πάθη και Δοξαστικόν. Μελοποίησε τα πλέον χαρακτηριστικά κομμάτια με τέτοιον τρόπο που να υπηρετεί το όραμά του: Χρησιμοποίησε έναν βαρύτονο (Θ. Δημήτριεφ), έναν αναγνώστη για τα πεζά μέρη του έργου (Μ.Κατράκης), χορωδία και ορχήστρα, κατά το πρότυπο της καντάτας, καθώς και έναν λαϊκό τραγουδιστή (Γρ.Μπιθικώτσης). Σε ό,τι αφορά τη μουσική γλώσσα, ο Κ.Γεωργουσόπουλος σημειώνει χαρακτηριστικά: "Κατόρθωσε να βρει την ανάσα της έμπνευσης του Ελύτη για καθεμία από τις ενότητες της σύνθεσης. Βιβλικός, δυτικότροπος, λειτουργικός στη Γένεση, συναξαριστής στα αναγνώσματα, λαϊκός στα Πάθη, δοξαστικός στην Έξοδο".
Σήμερα, σαράντα χρόνια μετά, το "Αξιον Εστί" παραμένει ένα ορόσημο της νεοελληνικής ποιητικής και μουσικής δημιουργίας. Φαίνεται ότι η πρόθεση του συνθέτη "να φέρει τη μεγάλη ποίηση στο στόμα του λαού" επιτεύχθηκε -τουλάχιστον ως ερέθισμα για περαιτέρω αναζήτηση. Στα αφτιά όλων ηχούν το "Ιδού εγώ λοιπόν", το "Της Δικαιοσύνης Ήλιε" και οι σπαρακτικές απαγγελίες του Κατράκη. Η επανέκδοση αυτή επιχειρεί να γνωρίσει και στους νεότερους αυτό, από με το οποίο γαλουχήθηκαν αρκετές παλαιότερες γενιές. Μια καλή αφορμή για να μελετήσουμε ξανά το κορυφαίο ποιητικό έργο του Ελύτη που, ιδιαίτερα σήμερα, είναι περισσότερο από κάθε άλλη φορά επίκαιρο.



Canto General

Ακρογωνιαίος λίθος του συνθετικού έργου του Μίκη Θεοδωράκη, το Κάντο Χενεράλ, ορατόριο σε 13 μέρη, γραμμένο για δύο σολίστ τραγουδιστές, μεικτή χορωδία και δεκαπενταμελή ορχήστρα (2 πιάνα, 3 φλάουτα, 3 κιθάρες, ένα κοντραμπάσο και έξι κρουστά), συγχωνεύει με τον πιο δημιουργικό τρόπο στοιχεία της λατινοαμερικάνικης και ισπανικής μουσικής με την ελληνική μουσική παράδοση.

Ύμνος στην ελευθερία των λαών και την ειρήνη,το Κάντο Χενεράλ, ταξίδεψε παντού και συνεπήρε εκατομμύρια ακροατές με την αυθεντικότητα και το πάθος του. Ο Μίκης Θεοδωράκης, ανέδειξε με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο το μεγαλείο της ποίησης του Νερούδα, κρατώντας το κείμενο του στην αυθεντική του μορφή, κατόρθωσε να ‘περάσει το μήνυμα’, την αγάπη του Χιλιανού νομπελίστα για την ελευθερία, την πατρίδα του και τον σκλαβωμένο λαό της, καταργώντας τα σύνορα με όπλο τη δύναμη της τέχνης του και να ‘σφραγίσει’ τις γενιές που ακολούθησαν με το έργο αυτό, που δεν έχει πάψει να είναι δραματικά επίκαιρο.



Το Canto General,το Γενικό Άσμα,μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1972 στο Παρίσι.
Ο Πάμπλο Νερούδα, που ήταν την εποχή εκείνη Πρέσβης της Χιλής στη Γαλλία, ήταν παρών στις πρώτες πρόβες του έργου που έγιναν σε Παρισινό στούντιο. Ένα χρόνο αργότερα, το 1973 το έργο προγραμματίστηκε να παρουσιαστεί στη Χιλή σε μια συναυλία αφιερωμένη στον αγώνα του ελληνικού λαού κατά της Δικτατορίας στην Ελλάδα, παρουσία του Σαλβαδόρ Αλλιέντε και του Πάμπλο Νερούδα.
Η συναυλία αυτή δεν έγινε ποτέ, το πραξικόπημα του Πινοσέτ αιματοκύλησε τη Χιλή, ο Νερούδα ‘έφυγε’ και το έργο παρουσιάστηκε με τεράστια επιτυχία σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο, και στην ελεύθερη Ελλάδα το 1975, σε συναυλίες αφιερωμένες στη μνήμη του Αλλιέντε, του Νερούδα και στον αγωνιζόμενο λαό της Χιλής, που πέρασαν στην ιστορία.





 Ασίκικο Πουλάκη

Το έργο γράφτηκε το 1995 και κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα. Ο ίδιος ο Μίκης τον χαρακτηρίζει ως ένα από τα ωραιότερα δώρα για τα 70 του χρόνια! Περιλαμβάνει 10 τραγούδια, τα 9 σε στίχους του Μ. Γκανά και ερμηνεία του Β. Λέκκα και το 1 σε στίχους και ερμηνεία  δική του, "Η κάθοδος των Δωριέων", τραγούδι παλιότερο από το δίσκο "Διόνυσος" 1985, με τον Θανάση Μωραΐτη.

Κοινό στοιχείο των περισσότερων τραγουδιών είναι ο ασίκικος  σκοπός, ένας ρυθμός – χορός δικής του φαντασίας. Η έμπνευση  του ρυθμού αυτού πρέπει να προκαλείται  στις αρχές της δεκαετίας του `80. Σε συνέντευξή του στον Βασίλη Αγγελικόπουλο ("Τα Νέα", 6 – 02 – 1984) αναφέρει σχετικά  ο Μ. Θεοδωράκης:

"Μ’ έχει ξετρελάνει αυτός ο ρυθμός! Πώς να περιγράψω αυτή τη λεβεντιά που έχει…Τον ονόμασα ασίκικο. Δεν είναι καρσιλαμάς ούτε χασάπικος ούτε καλαματιανός – είν’  απ’ όλ’ αυτά, αλλά είναι κάτι άλλο. Είναι ένας νέος μουσικός δρόμος, που οδηγεί σε άλλο ήθος. Έχει κάτι το καθαρά διονυσιακό". Και στο ένθετο του δίσκου συμπληρώνει: " Ο ρυθμός αυτός, παντρεμένος με τους Δρόμους, μας πηγαίνει κατ’ ευθείαν στα παράλια της  Μικρασίας, εκεί που κάποτε έλαμψε ο ελληνικός πολιτισμός, στη γλυκειά Ιωνία, τη ρίζα της μητέρας μου".

Η αναφορά στη μητέρα του συνθέτη αποτελεί τον δεύτερο συνδετικό κρίκο των τραγουδιών του δίσκου. Άλλωστε αυτό  δηλώνει και το όνομα του δίσκου που ονομάστηκε Πουλάκη, το -κη με ήτα από το επίθετο της οικογένειας της μητέρας του Μίκη, που ξεριζώθηκε με την Καταστροφή από τον Τσεσμέ. "Πράγματι για μένα είναι πολύ σημαντικό, γιατί οι  υπόλοιπες μουσικές ρίζες, η κρητική,  η λαϊκή, η  ευρωπαϊκή, κυριάρχησαν μέσα στη μουσική μου, έτσι  ώστε να αδικηθεί η μητρική που θα έπρεπε να είναι και η πιο δυνατή…Πρόκειται  λοιπόν  κατ’ αρχήν για την αποκατάσταση μιας αδικίας".

 Έτσι και οι στίχοι του Μ. Γκανά ακολουθούν αυτή τη θεματική. Είναι μάλιστα στιγμές που δίνεται η εντύπωση ότι μιλάει ο ίδιος ο Μίκης μέσα από  τα λόγια του στιχουργού. "Πότε σαν πουλάκι, πότε στα δεσμά / όλη η ζωή μου ένα ξάφνιασμα" ή  "χρυσά φτερά, βυζαντινό μου βλέμμα / αρχάγγελοι χορεύανε στο αίμα…" ή "καμένα σπίτια και μια σπίθα στην καρδιά /  μα η Ελλάδα όπως πάντα μακριά". Κάθε τραγούδι  δημιουργεί δυνατές και καθαρές εικόνες, τα λυρικά στοιχεία είναι δοσμένα  με μέτρο και η συγκίνηση αναδύεται ατόφια και ζωντανή χωρίς να ευκολίες και υπερβολές.

Πολύ καλή δουλειά έχει γίνει και από  τον ενορχηστρωτή Γιάννη  Σπάθα, ο οποίος  ήταν μάλιστα αυτός που  πρότεινε στο συνθέτη  την έκδοση του  συγκεκριμένου δίσκου. Ο Σπάθας κατάφερε, χωρίς να ξεφύγει από το γνώριμο ύφος του Θεοδωράκη, να το ανανεώσει και να το εμπλουτίσει με πιο "φρέσκιες"  ιδέες και πιο σύγχρονους ήχους. Ήταν η εποχή που ο Σπάθας συνεργαζόταν στενά με το Β. Λέκκα και φαίνεται πως έτσι προέκυψε η  επιλογή του τελευταίου. Και ο Λέκκας δικαιώνει την επιλογή  αυτή γιατί δίνει μεστές και ολοκληρωμένες ερμηνείες, με δυνατό τρόπο και πλούσιο (ίσως υπερβολικό σε κάποιες περιπτώσεις)  συναίσθημα.

 Τα δύο πρώτα τραγούδια του δίσκου ακούστηκαν πολύ και ξεχώρισαν: "Σημαδεμένος απ’ την  αγάπη" και "Κοίτα με στα μάτια". Αξιόλογα όλα τα υπόλοιπα και κυρίως το "Αϊβαλί", "Η κάθοδος των Δωριέων" και "Οι δρόμοι του Αρχάγγελου". Από αυτό το τελευταίο οι ακόλουθοι στίχοι, που  είναι πιστεύω και ο καλύτερος επίλογος γι’ αυτή την παρουσίαση:

"Γιάννενα και Τρίπολη και Κρήτη
ρίζα μου περηφάνεια Ψηλορείτη,
Ζάτουνα και νησιά της αγωνίας,
φλέβα μου  μυστική της Ιωνίας.

Χάλκινο το τραγούδι μας στο στόμα
Τίποτε δεν το φίμωσε ακόμα".

Υστερόγραφο συντάκτη: Τίποτα δε φίμωσε το τραγούδι και την καρδιά  του  Μίκη. Έτσι, με γενναίο και συνάμα δραματικό τρόπο, κάλεσε τον κόσμο και τις παρατάξεις  της αληθινής αριστεράς,επιτέλους,να  συσπειρωθούν. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει


* Το Τσεσμέ απέχει 85 χιλιόμετρα από τη Σμύρνη και είναι κτισμένο σε παραθαλάσσια πεδιάδα
  

****










Ο Μίκης Θεοδωράκης διευθύνει τη συναυλία που δόθηκε στις 13 Αυγούστου 1975 στο Στάδιο Καραϊσκάκη με το «Canto General», αφιερωμένη στα θύματα της χιλιανής δικτατορίας. Αριστερά του ο Πέτρος Πανδής και (με γυρισμένη την πλάτη) ο Μάνος Κατράκης


Με τον Pablo Neruda και την Matilde Neruda










Συνέχεια στο Γ΄μέρος





Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν τις πηγές, οι οποίες παρατίθενται, ως ελάχιστο σεβασμό στους συγγραφείς των θεμάτων. Το αν θέλουν να σεβαστούν και τούτο το ιστολόγιο ως πηγή τους, αυτό είναι θέμα αξιοπρέπειας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου