Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Πανέλληνες Μακεδονομάχοι

Η επιτυχής έκβαση κάθε ανορθόδοξου πολέμου βασίζεται στην αποτελεσματική συνεργασία του εντόπιου πληθυσμού. Η συνθήκη αυτή, που επαληθεύτηκε στην περίπτωση του Μακεδονικού Αγώνα, δεν πρέπει να οδηγήσει στην υποτίμηση της συμβολής εκατοντάδων εθελοντών από την ελεύθερη Ελλάδα, την Κρήτη, τη Μάνη, την Ήπειρο, τη Στερεά,τα νησιά του Αιγαίου, ακόμη και από την Κύπρο.
Πέρα από την αυτόνομη προσχώρηση ιδιωτών στον ένοπλο αγώνα, η ένταξη εθελοντών στα σώματα ακολούθησε κυρίως δύο δρόμους: Ιδιώτες οπλαρχηγοί και αξιωματικοί του ελληνικούστρατούπλαισιώνονταν είτε από άνδρες των μονάδων τους, ιδιαίτερα των παραμεθορίων ευζωνικών
μονάδων, είτε από συμπατριώτες τους, με πολεμικές εμπειρίες.
Καθώς οι Κρήτες και οι Μανιάτες αξιωματικοί αποτελούσαν το πιό ανήσυχο μέρος του στρατεύματος, ήταν επόμενο μεγάλη μερίδα των Μακεδονομάχων να προέλθει από τις δύο αυτές περιοχές. Ιδιαίτερα οι Κρήτες μαχητές, γνωστοί για τον ενθουσιώδη χαρακτήρα τους και τις πολεμικές αρετές τους, αναδείχθηκαν στην πολυτιμότερη δύναμη κρούσης του Αγώνα.
Τα σώματα των Κρητών Γιάννη Καραβίτη, Ευθύμιου Καούδη, Μανώλη Κατσίγαρη και του Γιάννη Βολάνη πρόσφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες στη δυτική Μακεδονία και αναδείχθηκαν σε σύμβολα πολεμικής δεινότητας και αυτοθυσίας.


Η συμβολή της Κρήτης στο Μακεδονικό Αγώνα

Η ήττα της Ελλάδας στον βραχύβιο ατυχή ελληνο-τουρκικό πόλεμο του1897 προκάλεσε σοβαρές και μακροχρόνιες αναταράξεις, τόσο στην εσωτερικήζωή όσο και στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας. Στον οικονομικό τομέα επιβλήθηκε Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος, στον πολιτικό στίβο πραγματοποιήθηκαν έντονες πολιτικές ζυμώσεις και κυριάρχησε ένα αντιβασιλικό ρεύμα, ενώ ο Ελληνικός Στρατός «γευόταν» το πικρό ποτήρι της ντροπιαστικής ήττας και την έντονη αμφισβήτηση από τον λαό.
Όμως αυτή η ήττα αποτέλεσε τοφάρο για την αναγέννηση της χώρας και την έναρξη νέων αγώνων.


Η εξέλιξη του Κρητικού Ζητήματος εισήλθε σε μια νέα φάση, κατά την οποία η Κρήτη απέκτησε πλήρη αυτονομία που ουσιαστικά άνοιγε το δρόμο για την υλοποίηση του προαιώνιου πόθου των Κρητικών, την ένωση με τη Ελλάδα. Η αναδιοργάνωση του στρατού αποτελούσε γενική απαίτηση και γι’ αυτό άρχισε μία προσπάθεια εκσυγχρονισμού. Ιδιαίτερα στον τομέα της εκπαίδευσης και του  εφοδιασμού, σημειώθηκαν θετικές εξελίξεις, αν αναλογιστούμε τα τεράστια οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα. Αυτές οι δύο σημαντικές προσπάθειες αποτέλεσαν τη θετική πλευρά της ήττας του 1897.
Την περίοδο αυτή παρατηρείται μια έντονη δραστηριοποίηση των σλαβικών κρατών της Βαλκανικής, και ιδιαίτερα της Βουλγαρίας που επιθυμούσε διακαώς την προσάρτηση της Μακεδονίας. Η ίδρυση της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (Ε.Μ.Ε.Ο) το 1893, η δράση ένοπλων σωμάτων κομιτατζήδων, ήδη από το 1895, και η ψευδεξέργεση του 1902, αποσκοπούσαν στην προσάρτηση της Μακεδονίας, είτε υπό τη μορφή αυτονομίας ως πρώτο στάδιο είτε απευθείας.
Η βουλγαρική εξέγερση του Ίλιντεν στις 20 Ιουλίου 1903 καταπνίγηκε από τον τουρκικό στρατό με θύματα χιλιάδες Έλληνες και καταστροφές ελληνικών χωριών.
Το επίσημο ελληνικό κράτος αδυνατούσε να ενισχύσει τον μακεδονικό ελληνισμό λόγω των σοβαρών προβλημάτων που ήταν απόρροια του πολέμου του 1897, και έτσι υιοθέτησε μια μετριοπαθή στάση απέναντι στα όμορα βαλκανικά κράτη και τις Μεγάλες Δυνάμεις. Η εξέγερση όμως του Ίλιντεν και οι θηριωδίες των βουλγαρικών και τουρκικών στρατιωτικών τμημάτων προκάλεσαν την έντονη αντίδραση του ελεύθερου ελληνισμού, που άσκησε πίεση στην ελληνική κυβέρνηση για τη λήψη δραστικών και αποτελεσματικών μέτρων με σκοπό την προστασία των Ελλήνων της Μακεδονίας.
Η αναδιοργάνωση των ελληνικών προξενείων της Μακεδονίας και η επάνδρωσή τους με ικανά στελέχη του στρατού αποσκοπούσε στην αρτιότερη οργάνωση και προετοιμασία του ένοπλου αγώνα. Παράλληλα άρχισαν να συγκροτούνται αντάρτικα σώματα από την ελεύθερη Ελλάδα με επικεφαλής αξιωματικούς, στελεχωμένα από γηγενείς Μακεδόνες και εθελοντές. Από διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπως η Ήπειρος, η Θεσσαλία, και κυρίως η Κρήτη, κατέφθαναν στη Μακεδονία, η παρουσία των οποίων  ανύψωσε το Μακεδονικό Ζήτημα σε εθνική υπόθεση, ξεπερνώντας τα χωροταξικά όρια της Μακεδονίας.
Οι εθελοντές αυτοί ονομάστηκαν Μακεδονομάχοι και πρωτοστάτες αυτού του κύματος εθελοντών ήταν οι Κρήτες Μακεδονομάχοι, οι οποίοι, μαζί με τους ντόπιους κατοίκους, σήκωσαν το βάρος του ένοπλου αγώνα. Δεν επρόκειτο μόνο για τους ντόπιους Κρητικούς, αλλά και για εκείνους που ζούσαν στην Αμερική, οι οποίοι άφησαν τις οικογένειες και τις περιουσίες τους για να πολεμήσουν στο πλευρό των συμπατριωτών τους. Οι αδελφοί Σπυριδογιάννη διοικούσαν το Σώμα Εθελοντών της Ομογένειας και πούλησαν τη μεγάλη περιουσία τους για να χρηματοδοτήσουν τον Μακεδονικό και Βορειοηπειρωτικό Αγώνα.

 Ήδη από το 1902  ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης γράφει στον Πρωθυπουργό τότε Ζαίμη:

«Στείλτε μου πενήντα παλικάρια, πενήντα Κρητικούς να τους ενώσω με τους δικούς μου. Θα καταρτίσω έτσι 20 Σώματα και θα μοιράσω από τον Αλιάκμονα ως το Μορίχοβο και το Μοναστήρι, τη Φλώρινα, το Όστροβο (Άρνισσα), Σέτινα, Βλάδοβο (Άγρας), Βοδενά (Έδεσσα) και Καρατζόβα. Ο καιρός είναι κατάλληλος για δράση. Ένα σωρό πρόκριτοι, ιερείς, και διδάσκαλοι είναι μυημένοι και οι οπλαρχηγοί περιμένουν ενίσχυση από την Ελλάδα. Ο ερχομός των παλικαριών από κάτω (Κρήτη) θα δώσει κουράγιο στους δικούς μου, θα εμποδίσει την αποσκίρτηση τους και θα φοβίσει τους Βουλγάρους….».

 Η απάντηση  στις 11 Ιουνίου 1903 από τον Παύλο Μελά, γράφει:

«Οι ένδεκα Κρήτες ους σας στέλλωμεν είναι τέλειοι τύποι πολεμιστών, γενναίοι, ευφυείς, τολμηροί, αποφασιστικοί, φιλόδοξοι και έχοντες αναπτυγμένο εθνικό αίσθημα, είμαι βέβαιος ότι θα ενισχύσωσι καταπληκτικώς τον αγώνα σας».

Η Κρήτη, λίγο πριν την έκρηξη του Μακεδονικού Αγώνα, βρισκόταν υπό καθεστώς αυτονομίας και στην εσωτερική ζωή της Μεγαλονήσου επικρατούσε ειρήνευση και ευημερία μετά από μία μακρά περίοδο συνεχών και αιματηρών επαναστάσεων (1869, 1895 και 1897). Το γεγονός αυτό όμως δεν εμπόδισε τους εμπειροπόλεμους Κρητικούς να απαρνηθούν τις εκκλήσεις του μακεδονικού ελληνισμού για να συνδράμουν στον αγώνα τους. Οι ιδιομορφίες του Μακεδονικού Αγώνα ταίριαζαν απόλυτα στον χαρακτήρα του Κρητικού πολεμιστή, αφού επρόκειτο για μία μορφή αντάρτικου αγώνα χωρίς τη συμμετοχή τακτικών στρατευμάτων. Οι συνεχείς επαναστάσεις και εξεγέρσεις κατά του Τούρκου δυνάστη δίδαξαν πολλά στον κρητικό λαό, όσον αφορά την τακτική των ανταρτών.Οι δεσμοί της Κρήτης και της Μακεδονίας έχουν τις ρίζες τους στην εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όταν ενσωματώθηκαν στον μακεδονικό στρατό οι περίφημοι για την επιδεξιότητα και τεχνική τους Κρήτες τοξότες. Και τώρα ο πολύπαθος μακεδονικός ελληνισμός, πάνω στον οποίο έχουν στραφεί τα βλέμματα ενός ολόκληρου έθνους, ζητάει τις υπηρεσίες, όχι μόνο των Κρητικών,αλλά κάθε Έλληνα που μέσα του καίει ο πόθος για την ελευθερία. Σε αυτή την πρόσκληση πρώτοι απάντησαν οι Κρητικοί, και παρά το γεγονός ότι η Κρήτη δεν είχε ενωθεί ακόμη με τη μητέρα Ελλάδα, έτρεξαν να προσφέρουν ακόμα και τη ζωή τους για να σωθεί ένα κομμάτι του ελληνισμού που κινδύνευε να αφελληνιστεί και να χαθεί.
Οι Κρητικοί, όπως και όλοι οι άλλοι εθελοντές Μακεδονομάχοι, δεν αποσκοπούσαν σε κάποιο προσωπικό όφελος ή κέρδος, ούτε ήταν μισθοφόροι, αλλά πήγαν με τη θέληση τους σ’ έναν τόπο μακριά από τον δικό τους, χωρίς εξαναγκασμούς. Γνώριζαν τί σημαίνει να είσαι υπόδουλος και να αγωνίζεσαι για να πιεις από το γλυκό νέκταρ της ελευθερίας. Ο Κρητικός λαός είναι εραστής της ελευθερίας, και αυτό που ώθησε τον απλοϊκό Κρητικό να εγκαταλείψει την οικογένεια και το σπίτι του για να πολεμήσει στη Μακεδονία, ήταν η άσβεστη φλόγα και το πάθος που καίει στην ψυχή του για την υπέρτατη ανθρώπινη αξία, την ελευθερία. Οι Κρητικοί είδαν την υπόθεση της Μακεδονίας σαν να ήταν δική τους και ένοιωσαν τα δεσμά της σκλαβιάς και της καταπίεσης να ματώνουν την ψυχή και την καρδιά τους, όπως των αδελφών τους Μακεδόνων. Η ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα κατείχε την ίδια θέση στην καρδιά του Κρητικού λαού με την απελευθέρωση του ελληνισμού της Μακεδονίας. Η επίλυση αυτών των δύο μεγάλων εθνικών υποθέσεων οδήγησαν στην αναγέννηση της Ελλάδας. Έτσι δικαιολογείται και το γεγονός ότι από τους 6000 εθελοντές Μακεδονομάχους, οι 3000 ήταν Κρητικοί και από τους τρεις γενικούς αρχηγούς οι δύο ήταν Κρητικοί.
Στις 11 Απριλίου 1903, τέσσερις Κρητικοί υπό τον Ανθυπολοχαγό Γεώργιο Τσόντο Βάρδα, επίσης Κρητικό, βρέθηκαν στο έδαφος της Μακεδονίας ως ομάδα αναγνώρισης και αποτέλεσαν τους πρωτοπόρους των Κρητικών Μακεδονομάχων. Η ομάδα του Τσόντου μετέφερε στην Αθήνα χρήσιμες πληροφορίες και έδωσε μία γενική εικόνα για την κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία. Αμέσως μετά συγκροτήθηκε μία δεύτερη 10μελής ομάδα, και πάλι μόνο από Κρητικούς, η οποία και αποτέλεσε το πρώτο ένοπλο αντάρτικο σώμα από την ελεύθερη Ελλάδα. Το ένοπλο αυτό σώμα συνενώθηκε με το σώμα του Καπετάν Βαγγέλη και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στον μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη. Από την ομάδα των δέκα Κρητικών έπεσε ο πρώτος νεκρός από τους εθελοντές Μακεδονομάχους, που ήταν ο Γεώργιος Σεϊμένης, τον οποίο είχαν συλλάβει και οδηγήσει σε μαρτυρικό θάνατο οι Βούλγαροι.
Λίγο μετά την εξέγερση του Ίλιντεν, στις 20 Ιουλίου 1903, οι άνδρες του πρώτου ένοπλου σώματος επέστρεψαν στην ελεύθερη Ελλάδα, μεταφέροντας πολύτιμες εμπειρίες που αποκόμισαν από τις συγκρούσεις τους με τους κομιτατζήδες, και αποτέλεσαν τον φάρο για τα επόμενα ελληνικά σώματα.Οι ωμότητες των Βουλγάρων και των Τούρκων κατά τη διάρκεια της εξέγερσης μετέβαλαν ριζικά την κυβερνητική πολιτική απέναντι στο ζήτημα της Μακεδονίας. Στο πλαίσιο της αρτιότερης οργάνωσης και προετοιμασίας του ένοπλου αγώνα, η ελληνική κυβέρνηση απέστειλε επιτροπή στη Δυτική Μακεδονία αποτελούμενη από τέσσερις αξιωματικούς για να εκτιμήσουν την κατάσταση. Οι αξιωματικοί συνοδεύονταν από ισάριθμους συνοδούς, από τους οποίους οι τρεις ήταν Κρητικοί. Μετά την επιστροφή των αξιωματικών στις αρχές Μαΐου 1904 οι Κρητικοί παρέμειναν στη Μακεδονία για δύο μήνες ακόμη, κοντά στους ντόπιους οπλαρχηγούς Κώττα και Βαγγέλη.
Παράλληλα, συστάθηκε το Μακεδονικό Κομιτάτο, το οποίο συντόνιζε τον αγώνα στη Δυτική Μακεδονία, ενώ το Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης ανέλαβε τη διεύθυνση του αγώνα στο Βιλαέτι Θεσσαλονίκης.
Το καλοκαίρι του 1904 η εξόντωση των σωμάτων του Βαγγέληκαι Κώττα κατέστησε επιτακτική την ανάγκη αποστολής αντάρτικων σωμάτωναπό την ελεύθερη Ελλάδα. Στις 18 Αυγούστου 1904, το Μακεδονικό Κομιτάτοαπέστειλε ένοπλο σώμα δύναμης 14 ανδρών με επικεφαλής τον Κρητικό ΕυθύμιοΚαούδη και ανάμεσα τους βρισκόταν και ο Ιωάννης Σεϊμένης, αδελφός τουπρώτου νεκρού εθελοντή Μακεδονομάχου. Η τολμηρή και δυναμική δράση του σώματος του Καούδη στην περιοχή της Καστοριάς θορύβησε τους Βουλγάρους και, παρά τη συντονισμένη δράση τους, δεν μπόρεσαν, να εξοντώσουν τη μικρή,αλλά γενναία ομάδα του Κρητικού οπλαρχηγού. Παράλληλα, στις 27 και 28 Αυγούστου 1904 σώμα με επικεφαλής τον Ανθυπολοχαγό (ΠΒ) Παύλο Μελά περνάει την ελληνοτουρκική μεθόριο, σηματοδοτώντας και επίσημα την ενεργό ανάμειξη του ελληνικού κράτους στον Μακεδονικό Αγώνα.
Στις 7 Οκτωβρίου το ένοπλο σώμα του Παύλου Μελά, δυνάμεως τριάντα ανδρών, εκ των οποίων δέκα Κρητικοί, ενώθηκε με τα σώματα του Καραλίβανου και των Κρητικών Ιωάννη  Πούλακα και Γεώργιου Βολάνη, ανεβάζοντας τη δύναμη του ελληνικού σώματος στους εβδομήντα άνδρες.
Η παρουσία και η δράση αυτού του ισχυρού σώματοςπροκάλεσε τον πανικό στις συμμορίες των κομιτατζήδων και ενίσχυσε το ηθικό του ελληνικού πληθυσμού.
Στις 12 Νοεμβρίου 1904 όμως, και ενώ ο Παύλος Μελάς βρισκόταν στο χωριό Στάτιστα, προδόθηκε από πράκτορες της ΕΜΕΟ στις τουρκικές αρχές, με αποτέλεσμα τον θάνατο του και τη διάσπαση του ελληνικού σώματος.
Η είδηση του θανάτου του Παύλου Μελά συντάραξε τις καρδιές των Ελλήνων, οι οποίοι έβλεπαν πλέον τον Μακεδονικό Αγώνα ως εθνική υπόθεση, αφού διακυβεύονταν τα συμφέροντα της χώρας. Το Μακεδονικό Κομιτάτο, μετά το θάνατο του Παύλου Μελά, όρισε ως γενικό αρχηγό του αγώνα,στη Δυτική Μακεδονία, τον Κρητικό Ανθυπολοχαγό (ΠΖ) Γεώργιο Κατεχάκη, Καπετάν Ρούβας, ο οποίος πέρασε τα ελληνοτουρκικά σύνορα την 1η Νοεμβρίου 1904,επικεφαλής σώματος με δύναμη 25 ανδρών και συναντήθηκε με τα σώματα του Καούδη. Η δράση αυτών των σωμάτων στη Δυτική Μακεδονία με επικεφαλής τους Κατεχάκη και Καούδη προκάλεσε ενθουσιασμό στα ελληνικά χωριά και κέρδισαν την εμπιστοσύνη και τη συμπαράσταση των ντόπιων. Το Μακεδονικό Κομιτάτο για να ενισχύσει και να επεκτείνει τον αγώνα στη Δυτική Μακεδονία απέστειλε νέο σώμα με επικεφαλής τον Τσόντο - Βάρδα, ο οποίος ανέλαβε και την γενική αρχηγία των ελληνικών σωμάτων στο Βιλάετι Μοναστηρίου με υπαρχηγό τον Κατεχάκη. Δείγμα της προσφοράς στην προετοιμασία και στη διεξαγωγή του αγώνα, αλλά και της ικανότητας των Κρητικών ήταν το γεγονός ότι ο Τσόντος παρέμεινε γενικός αρχηγός μέχρι τη λήξη του αγώνα. Υπό την ηγεσία του εξαρθρώθηκε το δίκτυο πληροφοριών των βουλγαρικών κομιτάτων,διευκολύνοντας έτσι την κίνηση των ελληνικών σωμάτων.

Στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία η έλλειψη προετοιμασίας και οργάνωσηςτου ένοπλου αγώνα είχε ως αποτέλεσμα να μην εξελιχθεί, κατά τα πρώτα στάδια,σε ταχείς ρυθμούς, όπως συνέβη στη Δυτική Μακεδονία. Ωστόσο, ο διορισμόςτου Λάμπρου Κορομηλά στο Γενικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης το Μάϊο του1904 σηματοδότησε την εντατικοποίηση του αγώνα σε αυτήν την περιοχή. Έτσι,οργανώνονται τα πρώτα ελληνικά αντάρτικα σώματα με επικεφαλής ντόπιους ήεθελοντές οπλαρχηγούς από την ελεύθερη Ελλάδα. Ανάμεσα τους ήταν και Κρητικοί οπλαρχηγοί, όπως οι Λεωνίδας Παπαμαλέκος και Εμμανουήλ Κατσιγάρης, ενώ παράλληλα οργανώνεται και μεταφορά οπλισμού.
Την άνοιξη του 1905 δημιουργήθηκε στη Βουλιαγμένη, με πρωτοβουλίατου Μακεδονικού Κομιτάτου, ειδικό κέντρο για τη συγκρότηση και εκπαίδευσητων σωμάτων με προορισμό τη Μακεδονία. Το πρώτο σώμα που εκπαιδεύτηκεήταν του Κρητικού οπλαρχηγού Ιωάννη Νταφώτη, δύναμης 80 ανδρών. Ωστόσο,απέτυχε να εγκατασταθεί στην περιοχή της Νιγρίτας, όπου είχε περιορισμό, γιατίτο εντόπισαν εύκολα οι τουρκικές αρχές, λόγω της μεγάλης δύναμης του και τουόγκου των μεταφορικών μέσων.
Στο μεταξύ στις 10 Μαρτίου 1905 ξέσπασε στηνΚρήτη η επανάσταση του Θέρισου με επικεφαλής τους Ελευθέριο Βενιζέλο,Κων/νο Φούμη και Κων/νο Μάνο, εξαιτίας της άστατης πολιτικής κατάστασηςπου επικρατούσε στη Μεγαλόνησο, λόγω του αδιέξοδου στο οποίο είχε περιέλθειτο Κρητικό Ζήτημα και της παράτασης του αρμοστειακού καθεστώτος.

Στις 15Απριλίου 1905, ισχυρό σώμα δύναμης 115 ανδρών με επικεφαλής τονΥπολοχαγό (ΠΖ) Νικόστρατο Καλομενόπουλο, με το ψευδώνυμο Νίδας, από τοΑμάρι Ρεθύμνου πέρασε τα ελληνοτουρκικά σύνορα, αλλά κατόπιν βουλγαρικήςπροδοσίας δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση από ισχυρές τουρκικές δυνάμεις, μεαποτέλεσμα τη διάλυση του ελληνικού σώματος και τη σύλληψη του Καλομενόπουλου και 45 ανδρών του. Μετά από τρία χρόνια φυλάκισης στοΜοναστήρι, ο Καλομενόπουλος δραπέτευσε, για να προσφέρει και πάλι τις υπηρεσίες του.
Συνεχώς νέα σώματα κατέφθαναν στη μακεδονική γη μεεπικεφαλής Κρητικούς οπλαρχηγούς, όπως ο Γεώργιος Δικώνυμος Μακρής, τουοποίου η δράση στη Φλώρινα ανάγκασε τους Τούρκους να τον καταδιώκουνασταμάτητα. Σε ολόκληρη τη Δυτική Μακεδονία τα σώματα του Τσόντου, του Βολάνη, του Γυπάρη, και άλλων Κρητικών Μακεδονομάχων συνέχισαν τη δράση τους παρά τις συνεχείς βουλγαρικές προδοσίες και μέχρι το τέλος του 1905 οι ελληνικές θέσεις στην περιοχή είχαν σταθεροποιηθεί.
Στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία ο αγώνας επεκτάθηκε με γοργούς ρυθμούς και από τιςαρχές του 1906 τοποθετήθηκε γενικός αρχηγός στην περιοχή της Νάουσας οΑνθυπολοχαγός (ΠΖ) Γεώργιος Κατεχάκης (με το ψευδώνυμο Ρούβας), καιανέλαβε την αρχηγία πέντε σωμάτων, από τα οποία τα τρία διοικούσαν Κρητικοί. Νέες ενισχύσεις κατέφθασαν στην περιοχή με επικεφαλής τον Κρητικό οπλαρχηγό Εμμανουήλ Μπενή, ο οποίος ανέπτυξε αξιόλογη δράση στη λίμνη των Γιαννιτσών, που αποτέλεσε το επίκεντρο των επιχειρήσεων για το 1906.
Παρά τις διαφωνίες και τις εσωτερικές έριδες για τη γενική διεύθυνση του αγώνακαι τις πιέσεις που ασκούσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις στην ελληνική κυβέρνηση γιατην απαγόρευση αποστολής νέων σωμάτων στη Μακεδονία, η δράση τωνελληνικών σωμάτων συνεχίστηκε αμείωτη κατά σε ολόκληρη τη Μακεδονία τοέτος 1907.Η συμβολή των Κρητικών δεν περιορίστηκε μόνο στο καθαρά ένοπλο αγώνα,αλλά επεκτάθηκε και σε άλλους τομείς, όπως στην οργάνωση δικτύουπληροφοριών σε διάφορες περιοχές της Μακεδονίας. Χαρακτηριστικό είναι τοπαράδειγμα του Ιωάννη Νιδάκη, ο οποίος οργάνωσε ένα άριστο δίκτυοπληροφοριοδοτών και ένα σύστημα κρυπτών στην περιοχή της Φλώρινας, πουέδινε τη δυνατότητα στα ελληνικά σώματα να κινούνται και να δρουν χωρίς ναεντοπίζονται από τις τουρκικές αρχές και τις βουλγαρικές συμμορίες.

Η ενίσχυση των ελληνικών σωμάτων συνεχίστηκε και κατά το έτος 1908,με αποτέλεσμα την εκτόπιση των βουλγαρικών συμμοριών από χώρο τηςΜακεδονίας. Στις 11 Ιουλίου 1908, το κίνημα των Νεότουρκων κατά τουαυταρχικού καθεστώτος του Αβδούλ Χαμίτ Β΄ έθεσε τέλος στο μακροχρόνιο καιεξοντωτικό, αλλά νικηφόρο για τα ελληνικά όπλα Μακεδονικό Αγώνα. Παρά τηναμνηστία που δόθηκε στους ένοπλους αγωνιστές, ορισμένα μόνο από ταελληνικά σώματα κατέθεσαν και τυπικά τον οπλισμό τους, ενώ όσοι είχαν έλθειαπό την ελεύθερη Ελλάδα, επέστρεψαν χωρίς να παρουσιαστούν στις αρχές.Χαρακτηριστικό παράδειγμα της περηφάνιας που διέκρινε τους Μακεδονομάχουςήταν το σώμα δύναμης 140 ανδρών με επικεφαλής τους Κρητικούς Βολάνη,Μακρή και Καραβίτη, και τους Τσίτσο και Μπραγιάννη, το οποίο κινήθηκεσυντεταγμένο μέχρι το Μοναστήρι και αφού ύψωσε τις ελληνικές σημαίες,πέρασε τα ελληνοτουρκικά σύνορα χωρίς να παραδώσει τον οπλισμό του.
Ο επικός αγώνας για τη Μακεδονία ανύψωσε το φρόνημα τουμακεδονικού ελληνισμού, και αναπτέρωσε το ηθικό και την ψυχή των ελεύθερωνΕλλήνων. Οι εθελοντές Μακεδονομάχοι, και ιδιαίτερα οι Κρητικοί συνέβαλανκαθοριστικά στην επιτυχή έκβαση αυτού του αγώνα που αποτέλεσε σταθμό στηνιστορία του Ελληνικού Έθνους. Το μεγαλύτερο φόρο αίματος στο βωμό τηςελευθερίας, μετά τη Μακεδονία, πλήρωσε η Κρήτη, αφού από τους 2000 νεκρούςΜακεδονομάχους, οι 700 ήταν Κρητικοί. Ο Μακεδονικός Αγώνας προετοίμασε το έδαφος για τους Βαλκανικούς Αγώνες 1912 – 1913 που έκριναν την τύχη τουελληνισμού της Μακεδονίας.Μακεδονομάχοι από την Κρήτη


 

Γεώργιος Κατεχάκης
Καπετάν Ρούβας
1881 - 1938

Ο Γεώργιος Κατεχάκης γεννήθηκε το 1881 στον Πλάτανο της Μεσαράς και ανατράφηκε μέσα σε μια οικογένεια που στην κυριολεξία είχε αφιερωθεί σε αγώνες προκειμένου να απελευθερωθεί η Κρήτη.

Παππούς του ήταν ο περίφημος Χατζή Μιχαήλ Κατεχάκης, οπλαρχηγός του 1821 ο οποίος έλαβε τα όπλα με την έναρξη της Επανάστασης στην Κρήτη 1866-1839, ανακηρύχθηκε αρχηγός της επαρχίας Καινουρίου και συμμετείχε υπό τη γενική αρχηγία του Μιχαήλ Κόρακα.

Πατέρας του ο Απόστολος Κατεχάκης.Ο Κατεχάκης Απόστολος γεννήθηκε το 1837 στον Πλάνατο της επαρχίας Καινουρίου της Μεσσαράς στην Κρήτη. Ήταν γιος του χατζή Μιχαήλ Κατεχάκη, οπλαρχηγού του 1821. Έλαβε τα όπλα με την έναρξη της Επανάστασης στην Κρήτη 1866-1839, ανακηρύχθηκε αρχηγός της επαρχίας Καινουρίου και συμμετείχε υπό τη γενική αρχηγία του Μιχαήλ Κόρακα.Τραυματίστηκε στην Πόμπια, στις 19 Αυγούστου 1868, θεραπεύτηκε και συνέχισε τον αγώνα μέχρι τέλους, μη καταθέτοντας τα όπλα.Μετά από εντολή της Αθήνας, συνθηκολόγησε με τους Τούρκους.
Κατά την επανάσταση του 1878, διατήρησε την αρχηγία της επαρχίας Καινουρίου και ανακηρύχτηκε γενικός αρχηγός του ιππικού του Νομού Ηρακλείου. Επίσης, συμμετείχε στις επαναστάσεις του 1889 και του 1896. Επανειλημμένως εξελέγη βουλευτής της Κρητικής Βουλής και διετέλεσε διοικητής της Χωροφυλακής Χανίων, Ρεθύμνου και Ηρακλείου, κατά την περίοδο της συνθήκης της Χαλέπας (1882-1889).
Κατά το 1896 και το 1897, συμμετείχε ως αρχηγός των τότε γενομένων πολεμικών ενεργειών. Μετά την κάθοδο στην Κρήτη του πρίγκιπα Γεωργίου, έγινε βουλευτής της Κρητικής Βουλής αριστίνδην (δηλαδή χωρίς να εκλεγεί από το λαό), αξίωμα που έφερε μέχρι το θάνατό του, το 1904.
Πεθερός του ήταν ο Ζαχαρίας Θειακάκης που εσφάγη στην Επανάσταση του 1898.

Ο Γεώργιος Κατεχάκης κατατάχτηκε στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε με βαθμό ανθυπολοχαγού το 1902.
Πήρε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα τα έτη 1904 και 1905. Ήταν αρχηγός του σώματος των Κρητών Εθελοντών και έφερε το ψευδώνυμο «Καπετάν Ρούβας», από το ομώνυμο οροπέδιο του Ψηλορείτη.

 H συνάντησή του Κατεχάκη  με τον Kαούδη στις 7 Νοεμβρίου του 1904, στο Kωσταράζι της Kαστοριάς, είναι συγκινητική. Tην παρακολουθούν, με δάκρυα, ο Mητροπολίτης Kαστοριάς Γερμανός Kαραβαγγέλης, ο Kαραλίβανος κ.α. O νεοφερμένος παραδίδει στον Kαούδη, την περγαμηνή με την “άκρα ευαρέσκεια” της Eπιτροπής του Eλληνικού Kομιτάτου, για την ως τώρα δράση του, κι ο τιμημένος Kαούδης, του εγχειρίζει με πολύ σέβας, την τελευταία πολύτιμη έκθεση “του πριν από λίγες μέρες θυσιασθέντος Π. Mελά”, για να την διαβιβάσει στο Kέντρο!...”.
Xωρίς καθυστερήσεις γίνονται σχέδια και ξαναρχίζει η δράση. O Kατεχάκης θα δράσει στις περιφέρειες Kαστοριάς, Mοναστηρίου, Nάουσας, και αλλού.Aπό κοντά του, οι οπλαρχηγοί: Kατσίγαρης, Σκουντρής, Σημανίκας, κ.α. με τα Σώματά τους.
Έδρασε κυρίως στις περιφέρειες Φλώρινας, Καστοριάς και Μοναστηρίου. Ο Κατεχάκης σημείωσε εντυπωσιακές επιτυχίες ενάντια στους Βουλγάρους, με αποκορύφωμα την περίφημη ενέδρα στο Σκλήθρο.

“...Eνας Tούρκος φιλέλληνας, από το χωριό Σκλήθρο, φτάνει στο Λέχοβο, που είναι ο Kατεχάκης με τους άντρες του, και τον πληροφορεί πως την Kυριακή 12 Nοεμβρίου 1904, θα γίνει στο Σκλήθρο ένας γάμος όπου θα παρευρίσκονταν κι οι αρχικομιτατζής Kόλε, μ’ άλλους έντεκα, καθώς και δύο Bούλγαροι αξιωματικοί.
O Kατεχάκης αποφασίζει να χτυπήσει τους κομιτατζήδες, στη διάρκεια του γάμου. Tα Σώματα κινούνται νύχτα και με χιονόνερο αθόρυβα σχεδόν, ως το χωριό. Πλησιάζουν το σπίτι.Πρώτος ο Kαούδης, τοποθετεί σ’ επίκαιρες θέσεις σκοπούς. Πίσω του ο Πούλακας, πιο ‘κει ο Nικολούδης, ο Σκαλίδης και δίπλα ο Kατεχάκης με τους άντρες του. Oλοι μαζί τριάντα πέντε!Tο σπίτι του γάμου θεοσκότεινο, θόρυβος κανείς. Oι κομιτατζήδες είχαν πάρει τα μέτρα τους. O μανδρότοιχος ψηλός. H μεγάλη αυλόπορτα σφιχταμπαρωμένη.
Πρώτος πηδά στην αυλή ο Δούκας κι ανοίγει την αυλόπορτα. Oρμούν με προφυλάξεις: ο Kλειδής, ο Kαραβίτης, ο Kαλογεράκης μέσα στο σπίτι και προτείνουν τα όπλα στους διασκεδάζοντες κομιτατζήδες, ντόπιους και Tούρκους.Tο τι επακαλούθησε δεν περιγράφεται. Oι κομιτατζήδες ξεφεύγοντας πέφτουν στα πυρά του Kατεχάκη και των άλλων. Πυροβολισμοί, μάχη που γενικεύεται, αναστατώνει το χωριό.
Kατορθώνει να διασωθεί ο Kόλε, που γι’ αντίποινα, κατακρεουργεί τους Kοζανίτες που συναντά καθώς γύριζαν με τα κάρα τους από το Mοναστήρι. ..''


Το 1912-1913 ως λοχαγός έλαβε μέρος στους βαλκανικούς πολέμους ως γενικός αρχηγός των εθελοντικών σωμάτων της Μακεδονίας και ως επιμελητής της μεραρχίας Ηπείρου.

Το 1916, ως ταγματάρχης τότε, διορίστηκε επιτελάρχης της 9ης Μεραρχίας στη Θεσσαλονίκη και πήρε μέρος στο εθνικό κίνημα της Θεσσαλονίκης. Διορίστηκε προσωπάρχης της Υπουργείου Στρατιωτικών, και το επόμενο έτος επιτελάρχης του σώματος στρατού εθνικής αμύνης. Απεστάλη με την υπογραφή ανακωχής στην Κωνσταντινούπολη, όπου και ανέπτυξε πλούσια δράση σε θέματα πληροφοριών και δολιοφθοράς.

O Γεώργιος Κατεχάκης έφθασε στον βαθμό του Στρατηγού σε ηλικία 39 ετών, ο νεότερος στρατηγός από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους.

Αποστρατεύτηκε το 1920 παραμένοντας σε αποστρατεία μέχρι το 1922, όταν επανήλθε ως Γενικός Διοικητής Θράκης. Αποστρατεύτηκε εκ νέου το 1923 με τον βαθμό του υποστράτηγου και εκλέχτηκε βουλευτής Ηρακλείου γινόμενος το 1924 Υπουργός των Στρατιωτικών στην Κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη 1924.

Εκλέχτηκε δύο φορές Γερουσιαστής Ηρακλείου, διορίστηκε Διοικητής Κρήτης από την Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη το 1928 καθώς και από τον Ιούνιο 1929 στην Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου Ιουνίου 1929 και για δυο εβδομάδες περίπου το Δεκέμβριο του 1929 στην Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου Δεκεμβρίου 1929, η οποία τελικά τον διόρισε Υπουργό Στρατιωτικών. Το υπουργείο Στρατιωτικών ανέλαβε για τρίτη φορά στην Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 1933. Κατά το Μεσοπόλεμο, ο Κατεχάκης δημιούργησε μαζί με τον Γεώργιο Φεσσόπουλο τις μυστικές υπηρεσίες του ελληνικού κράτους.
Το πολεμικό του θάρρος ήταν μεγάλο και η γνώση περί της τέχνης του πολέμου μοναδική. Εξάλλου δεν ήταν τυχαία η κάθε έκβαση στις πολεμικές επιχειρήσεις που ο ίδιος συμμετείχε και κατηύθυνε.
Αρνήθηκε να συμμετάσχει στο μοιραίο κίνημα του ‘35, η αποτυχία του οποίου σήμανε την αποστράτευση των δημοκρατικών αξιωματικών και την ενίσχυση της συντηρητικής παράταξης με την επαναφορά του έκπτωτου βασιλιά Γεωργίου Β’ και στη συνέχεια με την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936.

Στην στρατιωτική ιεραρχία ανήλθε πολύ γρήγορα αφού πολέμησε για την απελευθέρωση της βόρειας Ελλάδας και με αίτησή του αποστρατεύτηκε νεώτατος, μόλις 39 χρονών με το βαθμό του υποστράτηγου.
Έδωσε πολλές νικηφόρες μάχες και αναδείχθηκε μέσα απ’ αυτές η σπάνια πολεμική του αρετή. Eίχε την ικανότητα να εμπνέει εμπιστοσύνη και σιγουριά στους συνεργάτες του, να γνωρίζει τις προθέσεις του αντιπάλου ή να αντιλαμβάνεται τις διαθέσεις του. Για τον καπετάν Pούβα δεν υπήρχαν δυσκολίες. Aκόμα και σ’ ένα ανορθόδοξο πόλεμο, είχε μέσα του βαθιά την γνώση της πολεμικής τέχνης κι έκανε χρήση της πολεμικιής τακτικής του αιφνιδιασμού.


Στρατιωτική και πολιτική δράση


• Τον Ιούλιο του 1902 κατεγάγη στο στράτευμα με το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Στη συνέχεια ηγήθηκε ανταρτικών σωμάτων στα Γρεβενά, στην Καστοριά, στο Μοναστήριο.

• Το 1908 επανήλθε από τη Μακεδονία στην Κρήτη με σκοπό την διοργάνωση πολιτοφυλακής στο νησί μας.

• Το 1912 τον βρίσκει λοχαγό και με το βαθμό αυτό διορίζεται αρχηγός των Μακεδονικών εθελοντικών σωμάτων που έδρασαν στη Μακεδονία αφενός και αφετέρου στην Ήπειρο.

• Στα 1914 ταγματάρχης, τοποθετείται επιτελάρχης στη Θεσσαλονίκη με τον αείμνηστο Ζυμβρακάκη.

• Το 1916 υπηρετεί προσωπάρχης του υπουργείου Στρατιωτικών της προσωρινής κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης.

• Το 1917 ως επιτελάρχης του καταρτισθέντος σώματος Στρατών Εθνικής Αμύνης μετέχει του αγώνα του μακεδονικού μετώπου μέχρι της συνθηκολόγησης των Βουλγάρων.

• 1919 Ο Ελευθέριος Βενιζέλος του αναθέτει υψίστη υπηρεσία και τον διορίζει αρχηγό της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής στην Κωνσταντινούπολη θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι την 1η Νοεμβρίου 1920.

• 1919-1920 Διετέλεσε  αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη,  για μικρό χρονικό διάστημα

• Το Νοέμβριο του 1920 αποστρατεύθηκε και κατά την περίοδο της Μικρασιατικής καταστροφής ανακλήσθηκε η αποστρατεία του και διορίστηκε Γενικός Διοικητής Θράκης με ειδική αποστολή στην Πόλη.

• Το 1923 εκλεγεται πρώτος πληρεξούσιος του Νομού Ηρακλείου. Είναι η στιγμή που οι συμπολίτες βρήκαν την ευκαιρία να αναγνωρίσουν τον μεγάλο αυτό άνδρα.

• Στα 1924 διετέλεσε υπουργός των Στρατιωτικών για λίγο χρονικό διάστημα.

• Το 1928 του ανατέθηκε η θέση του Γενικού Διοικητή Κρήτης.

• Το 1929 εκλέγεται Γερουσιαστής στο Νομό μας και αργότερα γίνεται υπουργός των στρατιωτικών ξανά στην κυβέρνηση του Βενιζέλου



 

Καπετάν Στυλιανός Κλειδής
 1870 - 1912

 Ο Καπετάν Στυλιανός Κλειδής, γεννήθηκε στο χωριό Αγκουσελιανά της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου το 1870. Το 1904-1905 ιδρύει δικό του εθελοντικό σώμα, πηγαίνει στη Μακεδονία και δρα εύστοχα κατά των Οθωμανών και των Βουλγάρων Κομιτατζήδων σε τέτοιο βαθμό, που οι αντίπαλοί του ακόμη και στην υποψία πως ήταν δυνατόν να αιφνιδιασθούν από τον Καπετάν Κλειδή να καταλαμβάνονται από θανατική αγωνία! Αργότερα, ύστερα από προδοσία, συνελήφθη από τους εχθρούς την ώρα που κρυβότανε σ’ ένα φιλικό σπίτι, και επρόκειτο να εκτελεσθεί.
Στο μεταξύ όμως έγινε το Τουρκικό σύνταγμα και ο Σουλτάνος πριν παραιτηθεί και φύγει έδωσε γενική αμνηστία και έτσι αφέθηκε ελεύθερος! Στη συνέχεια επέστρεψε στο Ρέθυμνο όμως η φωνή της πατρίδας και των αλύτρωτων αδελφών μας τον καλούσε. Έφυγε με το Σώμα του με προορισμό την Ήπειρο. Πέρασε από την Αθήνα και κατέλυσε με τα πρωτοπαλλήκαρά του στο ξενοδοχείο «Μέγας Αλέξανδρος» στην ΟΜΟΝΟΙΑ στο ισόγειο του οποίου υπήρχε μέχρι πρότινος το γνωστό σε όλους τους Κρήτες των Αθηνών ομώνυμο καφενείο. Συγκεντρώθηκαν και άλλοι Κρήτες των Αθηνών, μεταξύ των οποίων και ο Υφηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Χρίστος Μακρής και συνεχίζουν για το Μέτσοβο.
Ο Καπετάν Κλειδής, πανύψηλος, θαρραλέος, αποφασιστικός, γενναίος αγωνίζεται με το Σώμα του και μαζί με τα άλλα εθελοντικά Σώματα των Κρητών αλλά και του τακτικού Ελληνικού Στρατού ελευθερώνουν το Μέτσοβο. Πανηγυρίζουν για την μεγάλη αυτή επιτυχία και σύμφωνα με το γενικότερο Σχέδιο ετοιμάζονται να συνεχίσουν για τα θρυλικά Γιάννινα.
Στις 10 Νοεμβρίου 1912 πληροφορούνται ότι εχθρικές δυνάμεις αντεπιτίθενται και βρίσκονται στα ύψωμα «Προφήτης Ηλίας» βόρεια του Μετσόβου. Ανεβαίνει ο Καπετάν Κλειδής με το Σώμα του και ζώνει το ξωκκλήσι. Απόλυτη σιωπή βασιλεύει σαν να μην υπήρχε άνθρωπος. Σηκώνεται τότε όρθιος ο πανύψηλος Κλειδής και φωνάζει στα Τούρκικα να παραδοθούν, όσοι ήταν κλεισμένοι μέσα στην εκκλησία και δεν θα πάθουν τίποτα. -Πέσε κάτω, αρχηγέ! Πέσε κάτω, αρχηγέ! του φωνάζουν τα παλληκάρια του. Αλλά ο αρχηγός επαναλαμβάνει -Παραδοθείτε! Δεν θα πάθετε τίποτα. Μόλις κι είχε τελειώσει την τελευταία φράση και δύο πυροβολισμοί από τη θυρίδα του ιερού τον έρριξαν κάτω. Και ο γενναίος έπεσε «μέγας μεγαλωστί» ώρα δειλινού την 10η Νοεμβρίου 1912.
Οι άνδρες του Κλειδή, αγριεμένοι από τον άδικο θάνατο του αρχηγού τους, πλημμυρίζονται από άγρια εκδίκηση, ορμών αυτόματα και απροφύλακτα, σπών την πόρτα της εκκλησίας και αρχίζουν να σφάζουν με τα μαχαίρια τους τους εντός του ναού στρατιώτες μάλιστα από τον σβέρκο -από τον καφά όπως λένε στην Κρήτη- επειδή από ‘κει ο θάνατος είναι πολύ οδυνηρός. Τότε μπαίνει στη μέση ο Υφηγητής Χρίστος Μακρής και ως ακαδημαϊκός δάσκαλος δεν μπορούσε να βλέπει αυτή την εικόνα και τους φωνάζει: -Αφήστε, μωρέ, τα μαχαίρια!! Δεν θα γενούμεν εμείς σαν κι αυτούς!
Έτσι έσωσε τη ζωή των υπολοίπων πέντε αιχμαλώτων.
Την επαύριο 11 Νοεμβρίου μεταφέρθηκαν στο Μέτσοβο οι ηρωικοί νεκροί. Τους είχαν τοποθετήσει στο Σχολείο και τη σορό του Κλειδή είχαν ξαπλώσει σε 2 σχολικά θρανία. Η κεφαλή του ανεπαύετο σε προσκεφάλι που έφεραν οι αρχόντισσες του Μετσόβου, ενώ τα βαριά του υποδήματα προεξείχαν. Δύο μαθητικά θρανία ήταν πολύ μικρό φέρετρο για ένα τέτοιο λεβέντη. Η νεκρώσιμος ακολουθία εψάλη γύρω στις 10 το πρωί στον Ι. Ναό της Αγίας Παρασκευής, όπου συγκινητικούς επικήδειους λόγους, γεμάτους εθνικό παλμό και πατριωτική έξαρση, εκφώνησαν ο Χρ. Μακρής, ο αρχηγός Κριάρης και ο Θεολόγος Ιεροδιάκονος Μόδεστος Περτσαλής. Ένας πολεμιστής διέσωσε στη μνήμη του ένα ποίημα της Ηπειρώτικης Λαϊκής Μούσας που οι 2 πρώτες στροφές του λυρικά έλεγαν:
-Κρήτες αντάρτες κι Αρχηγοί και σεις οι στρατιώτες
που σπάσετε στο Μέτσοβο τις σιδερένιες πόρτες.
Κλαίτε τον Καπετάν Κλειδή απούταν η πρεπειά σας,
αλλά σκοτώθη κι άφηκε μαχαίρι στη καρδιά σας.



Μιχαήλ Αναστασάκης
 1871-1967

Ο Μιχαήλ Αναστασάκης γεννήθηκε το 1871 στη Σπηλιά Κισσάμου Χανίων.Καθώς ήταν γόνος επαναστατικής οικογένειας, δεν θα μπορούσε να μείνει έξω από το οικογενειακό, αλλά και ευρύτερο επαναστατικό κλίμα της εποχής.Από μικρός έδειξε τις αρετές του και τις ανησυχίες του, τον προβληματισμό του και τη δύναμη της σκέψης του.Πηγαίνει στα Χανιά, στο σπίτι του τότε Ρώσου Προξένου, όπου προστατεύεται, αλλά συγχρόνως πηγαίνει και στο Γυμνάσιο.
Μεγαλώνοντας στο σπίτι του Ρώσου Προξένου, βλέποντας και ακούγοντας πολλά, κάποια μέρα φεύγει και επιστρέφει στο χωριό του τη Σπηλιά Κισσάμου, γιατί θεώρησε ότι αν έμενε στο προξενικό σπίτι κάποια στιγμή θα του ζητούσαν υπηρεσίες αντίθετες στα συμφέροντα της πατρίδας του.Ο πατέρας του, Καπετάν Μακρονικολής, περιέπεσε σε μελαγχολία γιατί ο κίνδυνος για τη ζωή του γιου του ήταν εμφανής και από τους Γενίτσαρους και από τους Μουτήδες – συνεργάτες των ΤούρκωνΟ Μιχαήλ Αναστασάκης, έφηβος πλέον, φεύγει για την Αθήνα όπου συναντά γνωστούς της οικογένειας του, εξόριστους πρόσφυγες των Κρητικών Επαναστάσεων.
Στην Αθήνα φοιτά και τελειώνει το Γυμνάσιο. Εγγράφεται στην Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου, όπου καταξιώνεται με την απόκτηση του πτυχίου της Ιατρικής Σχολής.Ασκεί το επάγγελμα του Ιατρού κατά τον όρκον του Ιπποκράτη. Στην Αθήνα σαν φοιτητής οργανώνεται και δραστηριοποιείται σε όλες τις οργανώσεις εκείνες που έχουν σκοπό την απελευθέρωση της Κρήτης.

Γνωρίζεται με όλους τους εξόριστους αρχηγούς, οπλαρχηγούς και άλλους παράγοντες πολιτι­κούς και στρατιωτικούς των Κρητικών Επαναστάσεων, όπως Σκαλίδη, Χατζημιχάλη, Μυλωνογιάννη, Παρθένιο Περίδη, Νικολούδη, Καρτσώνη, Παρθένιο Κελαϊδή, κ.α.
Στην Αθήνα ζει, αλλά αισθάνεται ότι πρέπει να είναι στην Κρήτη. Μαζεύει χρήματα, όπλα, εφόδια και ο,τιδήποτε που μπορεί να βοηθήσει τον επαναστατημένο Νομό Χανίων την-Κρήτη.
Το 1896 κατεβαίνει στο νησί μαζί με άλλους εθελοντές φοιτητές και παίρνει μέρος σε όλες τις μεγάλες μάχες του 1896-97 του Νομού Χανίων. Γαλατά, Σταλού, Βουβών, Δρομονέρου, Καντάνου, Καστελλιού κ,λ.π. Το Γενικό Αρχηγείο Κισάμου του απονέμει τον τίτλο του Υπαρχηγού του Ανατολικού Τμήματος Κισσάμου της επανάστασης του 1896-97. Στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας ο Μιχ. Αναστασάκης είναι μια σεβαστή ακτινοβολούσα προσωπικότητα του Νομού Χανίων και όχι μόνον.
Το 1912 συγκροτεί σώμα εθελοντών, από 105 Κισσαμίτες, και κατευθύνεται με την καθοδή­γηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, προς τη Δυτική Μακεδονία.
Για τη Μάχη της Σιάτιστας, 4 Νοεμβρίου 1912, συνεργάζονται όλοι οι παρόντες εθελο­ντές και άλλων ταγμάτων, όπως του Λεωνίδα Παπαμαλέκου από τον Αποκόρωνα, με τον Τα­χτικό Στρατό και τους ντόπιους Σιατιστινούς. Ο Μιχαήλ Αναστασάκης πρωταγωνιστεί.Ο Μιχαήλ Αναστασάκης τραυματίζεται βαριά, αλλά η Σιάτιστα απελευθερώνεται.Ο Αρχηγός Αναστασάκης εμπνέει τους συντρόφους του, οι οποίοι στη συνέχεια της Σιάτιστας συμβάλλουν και στην απελευθέρωση των Γρεβενών όπως και της Χίου το Δεκέμβριο του 1912.
Στην ειρηνική περίοδο ο Μιχαήλ Αναοτασάκης διακρίνεται για την ξεχωριστή του δραστηριότητα. Αναμιγνύεται στα Δημοτικά και εκλέγεται Δήμαρχος Κολυμβαρίου. Αναμιγνύεται στα πολι­τικά και εκλέγεται βουλευτής Χανίων στο πλευρό του Ελευθερίου Βενιζέλου.Αναμιγνύεται στα αγροτικά συνδικαλιστικά και αναδεικνύεται πρόεδρος της Ένωσης Γε­ωργικών Συνεταιρισμών Κολυμβαρίου, με πρωτοποριακές ιδέες και οράματα.
Στα χρόνια της Μεταξικής δικτατορίας πρωτοστατεί σε συλλαλητήρια για αγροτικά θέματα.Είναι αθλητής με διακρίσεις σε ρίψεις, δρόμους και κολύμβηση.
Κατά τη Μάχη της Κρήτης βρίσκεται στην κόλαση του Μάλεμε - Ταυρωνίτη την πρώτη μέρα. Η δεύτερη μέρα της Μάχης τον βρίσκει οργανωτή αντιστασιακών ομάδων κατά των Γερμανών.
Ο Μιχ. Αναστασάκης αρθρογραφεί και συγγράφει:  Αι αξίαι της Κισσάμου, Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας και το Ημερολόγιο της Γερμανικής κατοχής, ανέκδοτο ακόμη.
Πέθανε στη γενέτειρα του Σπηλιά Κισσάμου το 1967 σε ηλικία 96 ετών. Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη και με όλες τις προσήκουσες τιμές.
Η μνήμη του παραμένει ζωντανή και η προσφορά του τιμάται κάθε χρόνο στη Σιάτιστα, 4 Νοεμβρίου, όπου υπάρχει η προτομή του, προσφορά του Συλλόγου Κισσαμιτών Αττικής Αναμφισβήτητα ο Μιχ. Αναστασάκης υπήρξε μιά, ξεχωριστη φυσιογνωμία της Επαρχίας Κισσάμου Χανίων.






Γεώργιος Δικώνυμος Μακρής
1883 - 1949

Ο Γεώργιος Δικώνυμος Μακρής εγεννήθηκε το 1883, στην περιοχή Ανωπόλη Χανίων  Κρήτης. Πολέμησε ως οπλίτης στο σώμα του Καούδη, στην περιοχή Φλώρινας και Καστοριάς και στο σώ­μα του Παύλου Μελά μαζί με άλλους Κρητικούς.
Το 1904 η παρουσία του ι­σχυρότατου σώματος του Μελά είχε προκαλέσει κλίμα τρόμου στις τάξεις των βουλγαρικών ομάδων. Το Φεβρουάριο του 1905 αναχώρησε για την Αθήνα, για να επιστρέψει λίγο αργότερα. Παρά τις δυσμενείς καιρικές συν­θήκες του 1905 και τις σημαντικές ελλείψεις που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες αντάρτες συνέχιζαν με ακαταπόνητο ζήλο την δράση τους, η οποία κορυ­φώθηκε στα τέλη του Μαρτίου με την φοβερή επιχείρηση της Ζαγορίτσανης (Βασιλειάδα Καστοριάς), όπου αιφνιδίασαν τους Βουλγάρους προκαλώντας τεράστιες απώλειες.
Ένας από τους πρωταγωνιστές της επιχείρησης και ο Ιωάννης Καραβίτης, ο οποίος στη συνέχεια προωθήθηκε ως αυτόνομος οπλαρχηγός στην περιοχή Μοριχόβου, όπου κατάφερε σημαντικά πλήγματα σε ανοιχτές αναμετρήσεις με βουλγαρικές συμμορίες. Τον Ιούλιο του 1905 μαζί με το σώμα Μακρή εκτέλεσαν 17 εξαρχικούς στο χωριό Κλαδοράχη, γε­γονός που προκάλεσε προστριβές με το Προξενείο Μοναστηρίου και καθο­δήγησε τελικά στην προσωρινή απομάκρυνσή του από την Μακεδονία.
Επανήλθε στη Μακεδονία και στο Μορίχοβο τον Ιούλιο του 1906 και μαζί με άλ­λους γενναίους και παράτολμους Κρητικούς ενσάρκωσαν την εμπροσθοφυ­λακή της Ελληνικής Αντίστασης στο Βόρειο Μακεδονικό χώρο. Από χωριό σε χωριό και από σπίτι σε σπίτι μετακινούνταν ακατάπαυστα, για να αποφεύ­γουν τα χτυπήματα του εχθρού και να τον αιφνιδιάζουν. Λίγες μέρες μάλι­στα μετά την επιστροφή του στη Μακεδονία επιτέθηκε με το σώμα του Νι­κολούδη εναντίον της Κέλλης.
Το χειμώνα του 1906 -1907 πέρασε στη Μα­κεδονία, συνεργάστηκε με τον Βάρδα και το Μάρτιο του 1907 επέστρεψε στην Αθήνα.
Τον Νοέμβριο επανεμφανίστηκε στην περιοχή Περιστερί­ου και αργότερα τον Μάρτιος του 1908 στο Μορίχοβο, όπου πέτυχαν μαζί με άλ­λες ομάδες της περιοχής ν' αποδυναμώσουν και να εξουδετερώσουν τους βουλγαρικούς πυρήνες σε διάφορα χωριά του βόρειου τμήματος του. Στο Μορίχοβο παρέμεινε ως γενικός διοικητής μέχρι το Νεοτουρκικό Κίνημα του 1908. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 8 Ιουλίου, κατανίκησε ενωμένες βουλγαρικές συμμο­ρίες στην μάχη της Πιπερίτσας. Το Νοέμβριο του 1908 αναχώρησε με το Βο­λάνη με το ατμόπλοιο "Θεσσαλία", με προορισμό την Μακεδονία. Το καλο­καίρι του 1909, όταν αναφέρθηκαν τουρκικές εκθέσεις, εισβάλλει με αντάρτες στη Μακεδονία και στις αρχές του Οκτωβρίου του 1912 δρα και πάλι στο χώρο της Δυτικής Μακεδονίας με άλλους Κρητικούς οπλαρχηγούς, όπως τον  Ευθύμιο Καούδη και τον  Ηλία Δεληγιαννάκη.
Πολέμη­σε και για την ανεξαρτησία της Β. Ηπείρου το 1914. Πέθανε στην Αθήνα την 29 Οκτωβρίου 1949 και κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού. Έξι μήνες πριν το θάνατό του εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων μάθημα ανορθόδοξου πολέμου, με τίτλο: "Τακτική Καραβίτη".





Παύλος Γύπαρης
1882-1966

Ο Παύλος Γύπαρης υπήρξε στρατιωτική προσωπικότητα της νεώτερης ελληνικής ιστορίας. Συμμετείχε σε διάφορες ένοπλες συγκρούσεις του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα: Μακεδονικό Αγώνα, Α' Βαλκανικό Πόλεμο, Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού, δημιούργησε και καθοδήγησε τα «Δημοκρατικά Τάγματα Ασφαλείας», ως απάντηση στους «Επίστρατους» του Ιωάννη Μεταξά. Τα Δημοκρατικά Τάγματα ήταν υπεύθυνα για τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη.

Γεννήθηκε στο χωριό Ασή Γωνιά του νομού Χανίων. Το 1904 και το 1905 έλαβε μέρος στον Μακεδονικό αγώνα, ως επικεφαλής ομάδας Κρητών. Συμμετείχε στην περίφημη ενέδρα στο Σκλήθρο της Φλώρινας (Ζέλενιτς), όταν οι Κρητικοί Μακεδονομάχοι κατόρθωσαν να εξοντώσουν τους περισσότερους αρχηγούς των κομιτατζήδων της Δυτικής Μακεδονίας, που είχαν συγκεντρωθεί εκεί λόγω ενός γάμου. Της επιχείρησης ηγήθηκε ο Γεώργιος Κατεχάκης. Αργότερα το 1912, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, οργάνωσε εθελοντικό σώμα και σε συνεργασία με τον Θεμιστοκλή Σοφούλη συμμετείχε στην απελευθέρωση της Σάμου καθώς και σε διάφορες άλλες επιχειρήσεις του πολέμου. Το 1914, επικεφαλής εθελοντικού σώματος ενισχύει τον αγώνα για την εδραίωση της προσωρινής κυβέρνησης της Βορείου Ηπείρου.

Όταν ξέσπασε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος συμμετείχε μαζί με Έλληνες εθελοντές, στο πλευρό της Αντάντ, κατά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Το 1916, ενώ κορυφώθηκε ο Εθνικός Διχασμός τάχθηκε με το πλευρό του Ελευθέριου Βενιζέλου, όπου και ονομάστηκε αξιωματικός στον στρατό της Κυβέρνησης Εθνικής Αμύνης. Με το πέρας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε ως διοικητής του τάγματος ασφάλειας Αθήνας (1918-1920) όπου ενεπλάκη (ως επικεφαλής του σχετικού αποσπάσματος) στην υπόθεση δολοφονίας του Ίωνα Δραγούμη. Το 1920, ακολούθησε τον Βενιζέλο, μετά την εκλογική του ήττα, στη Γαλλία.

Όταν κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανία εισέβαλε στην Ελλάδα το 1941, ο Γύπαρης έσπευσε στην Κρήτη, όπου και έλαβε μέρος στις μάχες στο νησί εναντίον των δυνάμεων του Άξονα. Με την κατάληψη της Κρήτης, κατέφυγε στη Αίγυπτο όπου υπηρέτησε στο ελληνικό φρουραρχείο Αλεξανδρείας και Καΐρου. Μετά την απελευθέρωση διορίστηκε φρούραρχος στα Χανιά (1944) όπου και ηγήθηκε του αντικομμουνιστικού αγώνα κατά του τοπικού ΕΛΑΣ και στη συνέχεια πολιτεύτηκε με το κόμμα του Σοφοκλή Βενιζέλου, με το οποίο και εκλέχτηκε βουλευτής Χανίων.

Κατά τα τελευταία έτη της ζωής του συνέγραψε σειρά έργων σχετικά με τα προσωπικά του βιώματα και τις απόψεις του για τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που έζησε.

****


Η συμβολή της Μάνης στον Μακεδονικό Αγώνα

Ο Μακεδονικός αγώνας ήταν ιδιόμορφος στη προπαρασκευή και στην οργάνωση και πολύμορφος στην ένοπλη δράση. Σε όλες τις φάσεις του μετέχουν Μανιάτες, που εθελοντικά πολέμησαν και στη Κρήτη τα έτη 1841, 1869, 1895, 1897), στη Θεσσαλία το1854 και στη Μακεδονία το1897.
Στη προπαρασκευή συνετέλεσαν δύο διαπρεπείς Μανιάτες, δημοσιογράφοι και διευθυντές εφημερίδων, ο Πέτρος Κανελλίδης της ΚΑΙΡΟΙ και ο Δημήτρης Καλαποθάκης, της ΕΜΠΡΟΣ.
Ο Π. Κανελλίδης διακρίθηκε ως εθελοντής στη Κρήτη το 1869 στο σώμα του μανιάτη Δημήτρη Πετροπουλάκη, ενώ ο Δ. Καλαποθάκης με την αρθρογραφία του για το Μακεδονικό ζήτημα, με το ψευδώνυμο «Μακεδονικός», επηρέαζε τη κοινή γνώμη και είναι αυτός που οργάνωσε το Μακεδονικό κομιτάτο.Από το γραφείο του Καλαποθάκη οργανώνονται τα εθελοντικά σώματα που εισέρχονται στη Μακεδονία, ο ανεφοδιασμός, η αλληλογραφία κλπ.

Στη περιφέρεια εργάζονται πολλοί Μανιάτες και ενδεικτικά αναφέρονται:

1. Ο Κυριάκος Ταβουλάρης, ανθυπασπιστής του πυροβολικού που υπηρετεί στο προξενείο Θεσσαλονίκης, από το Μάρτιο του 1906 έως το 1909, με το ψευδώνυμο «Κατσανός».
2. Δ. Ανδρουβιτσανέας, ως δάσκαλος σε διάφορα χωριά της Βέροιας και της Έδεσσας.
3. Ο Ιωάννης Ζαγοριανάκος (καπετάν Ζάγρας), ως πράκτορας στη Προσοτσάνη, Καβάλα, Δεδέγαετς και Κωνσταντινούπολη.
4. Ο Παρασκευάς Ζερβέας (καπετάν Παρασκευάς), ως γεωπόνος στη περιφέρεια Ρουμλουκίου.
5. Ο Μανούσος Καναβαράκος (καπετάν Μανούσος), ως δάσκαλος στους Αποστόλους (Πέλλα).
6. Ο Βασίλης Καραμούζης, κυβερνήτης εμπορικού πλοίου υπό Τουρκική σημαία μετέφερε πυρομαχικά.
7. Ο Γρ. Λαδακάκος, διευθυντής σχολείου στη Γουμένιτσα.
8. Ο Λεωνίδας Μπεχράκης, από την Αρεόπολη, ως πράκτορας στη Καβάλα.
9. Ο Παναγιώτης Παπατσανετέας (καπετάν Παναγιώτης) ως ταβερνιάρης, ζωέμπορος και διευθυντής σχολείου στη Καστοριά.
10. Ο Παναγουλάκος (Εμίλιος Εβρότας ή Χαριτωνίδης), ως επιθεωρητής σχολείων στη Καστοριά.
11. Ο Γαβριήλ Προκοπέας ως υπάλληλος εταιρείας στο Σουφλί.
12. Ο Μιχαήλ Αναγνωστάκος (καπετάν Ματαπάς), ως ηγούμενος στη Μονή Όσσιανης (Αρχαγγέλου) με το ψευδώνυμο Παπαχρήστος.
13. Ο Ιωάννης Δεμέστιχας (καπετάν Νικηφόρος), ως παραγγελιοδόχος στη Θεσσαλονίκη και προμηθευτής πολεμικού υλικού.
14. Ο Στυλιανός Μαυρομιχάλης στην ανατολική Μακεδονία και δυτική Θράκη με το ψευδώνυμο «Μαυρομάτης».
15. Στα Τρίκαλα ο ανθυπολοχαγός Παύλος Λαμπίρης από το Γύθειο και ο υπολοχαγός Γρηγόρης Προκοπέας από το Λεύκτρο.
16. Στη Καλαμπάκα ο ενωμοτάρχης Γ. Κουτρουβίδας.

Πολλοί από τους ανωτέρω όταν η ανάγκη του αγώνα το επέβαλε, ανέλαβαν ένοπλη δράση με τα αντάρτικα σώματα.Για τον εξοπλισμό και τη διακίνηση των αντάρτικων σωμάτων στη Μακεδονία, ενεργούσαν ως εκπρόσωποι του κομιτάτου μεταξύ άλλων οι Λαμπίρης, Προκοπέας και Κουτρουβίδας.
Τους Μανιάτες καπετάνιους πλαισίωσαν εθελοντικά πολλοί Μανιάτες υπαξιωματικοί, όπως και άλλους καπετάνιους μη Μανιάτες, ως υπαρχηγοί, οπλαρχηγοί ή ομαδάρχες όπως1: Οι οπλαρχηγοί Κ. Ταβουλάρης, Β. Μπουτσικάρης, Β. Στρατάκος, Π. Τζανάκος, Δ. Πιτσινίγγος, Π. Δρακουλάκος, Κούμανης Βραχάτης, Βασ. Τσιμπιδάρος (καπετάν Βάσος - Καρέα), Γ. Φραγκογιάννης (Μπουλαριοί), Φ. Κιτρινιάρης (καπετάν Λίβας – Καρδαμύλη), Στ. Σαμπατάκος.
Οι επιλοχίες Μ. Φουρίδης ή Φουριδάκος (καπετάν Λίμπερδος), Γ. Παναγιωτέας, Παν. Κουκής (Κάμπος Αβίας), Π. Μαλεύρης (Κουλούμι),
Οι λοχίες Δ. Αποστολάκος (καπετάν Καραβοστάσης), Δημ. Κουρέας (Μάλτα Αβίας), Ευάγγ. Μπαϊρακταρέας (καπετάν Ακίλλας - Καρδαμύλη), Τζ. Πιερρουτσάκος (Γέρμα), Γρηγ. Ρογκάκος, Ηλ. Χιονάκος (καπετάν Λιάς), Δ. Μιχαλέας, Π. Οικονομάκος,

Γνωστοί Μανιάτες που αγωνίσθηκαν στο Μακεδονικό αγώνα, ως απλοί στρατιώτες ή πολίτες

Ι. Αγγελάκος, Κυρ. Αντωναράκος (Γύθειο), Ν. Αποστολάκος, Κ. Αρναούτης, Ν. Βαβέας, Δ. Βαχαβιώλος, Π. Βορβολάκος, Π. Γκητάκος, Ν. Γκαζάκος, Π. Δαμιανάκος, Ν. Δαμιανέας (Σαϊδόνα), Η. Δικαίος (Μεγ. Μαντίνεια), Β. Δουκάκης, Δ. Δραγώνας (Βέργα), Ι. Θεοδωράκος, Α. Θωμόπουλος (Γύθειο), Ν. Καζάκος, Ν. Καλλιδώνης, Χαρ. Καμινέας (Καρδαμύλη), Εμμ. Καμπούρης (Προσήλιο), Πάν. Καπετανάκης (Μεγ. Μαντίνεια), Στ. Καχριμάνης, Γρηγ. Κοιλάκος (Αρεόπολη), Στρ. Κομπιλίρης (Προάστειο), Γ. Κορνάρος, Βασ. Κουζήγιαννης, Ι. Κουζιγιάννης (Γύθειο), Γ. Κουκουτσέας, Γ. Κουμουνδουρέας (Λαγκάδα), Ι. Κούμπαρης, Μ. Κουράκος, Ι. Κουρέας, Μ. Κριάλης, Βασ. Κωστάκος, Ξενοφών Κωστέας (Γούρνιτσα Καρδαμύλης), Γρ. Λαδακάκος, Παν. Μανακάκος, Π. Μαρινάκος, Α. Μανολαράκος, Π. Μεράκος, Μοτσάκος, Βασ. Μουτζουρίδης, Ι. Μπαλιτσάρης, Π. Μπομπάκος, Χ. Μπουραζάνης, Β. Μπουρζινάκος, Κ. Οικονομάκος, Ι. Οικονομάκος, Δ. Οικονόμου, Ανδ. Πατσαλέας ή Πετσάλης (Πλάτσα), Π. Πετροπουλάκης, Παύλος. Πιερράκος, Ν. Σαλιμίδης (Αρεόπολη), Π. Σκοντράκος, Γ. Σκοπετέας (Εξωχώρι), Σωτ. Σκοπετέας (Εξωχώρι), Κ. Σκορδάκος και ο αδελφός του Γ. Σκορδάκος, Β. Σταματάκος, Α. Σταυριανάκος, Παν. Στεφανάκος, Χ. Τασάκος, Α. Τζανέας, Δαμιανός Τζινάκος (Γύθειο), Η. Τσιριτέας, Γ. Χαλουλάκος,








Μιχάλης Αναγνωστάκος
Καπετάν Ματαπάς

1875-1912

Ο Μιχάλης Αναγνωστάκος από τη Χαριά του Πύργου Διρού, ήταν Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού του Ελληνικού Στρατού και τον Απρίλιο του 1905 εστάλη από το Μακεδονικό Κομιτάτο στη Κεντρική Μακεδονία με διερευνητική αποστολή, αφού οι κομιτατζήδες τρομοκρατούσαν και πίεζαν τον εκεί Ελληνικό πληθυσμό.

Διέσχισε τη κεντρική Μακεδονία ως ζωέμπορος, μελέτησε και ερεύνησε τη κατάσταση και ίδρυσε μικρούς πυρήνες εθνικής άμυνας σε διάφορα χωριά. Επειδή διαπίστωσε ότι μόνο ενόπλως υπήρχε η δυνατότητα βελτίωσης της κατάστασης, ζήτησε και ανέλαβε αρχηγός εθελοντικού σώματος στη περιφέρεια Λαγκαδά, ως καπετάν Ματαπάς.
Έδρασε ως καπετάν Ματαπάς ή Παπαχρήστος της μονής Όσσιανης στη Γευγελή ή ψαράς της λίμνης των Γιαννιτσών. Στη Κεντρική Μακεδονία είναι το πρώτο Ελληνικό αντάρτικο σώμα που άρχισε δράση και αποτελείτο από έμπειρους πολεμιστές στη πλειοψηφία τους Μανιάτες, μεταξύ των οποίων ήταν και ο συγγενής του Σταμάτης Σαμπατάκος.

Έφθασε στη Μακεδονία με ιστιοφόρο1, κοντά στη Ποτίδαια Χαλκιδικής και από εκεί κινήθηκε μέσω Βάβδου – Βασιλικών και έφθασε στη περιοχή του Λαγκαδά, όπου άρχισε να οργανώνει τα χωριά και να εξουδετερώνει πράκτορες της Βουλγαρικής προπαγάνδας. Είχε ως βάση τα περίχωρα της Μπάλτσας (Μελισσοχώρι) με αποστολή τη διάνοιξη των επικοινωνιών από τη Θεσσαλονίκη προς Γευγελή.

Λόγω της εξαιρετικής δράσης του οι Τούρκοι έλαβαν έκτατα στρατιωτικά μέτρα και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι υπέστη θλάση στο πόδι του, μετατέθηκε από το Λαγκαδά και μεταμφιέστηκε σε παπά με το ψευδώνυμο Παπά Χρήστος. Εγκαταστάθηκε στη Μονή Αρχαγγέλου Όσσιανης στη Γευγελή, όπου εργαζόταν με το Ευαγγέλιο και το όπλο κάτω από το ράσο για τον Εθνικό σκοπό, οργανώνοντας τις περιοχές της Γουμένιτσας και Καράτζοβας.

Τον Ιανουάριο του 1906 λαμβάνει εντολές και μεταβαίνει στη λίμνη των Γιαννιτσών όπου παρέμεινε μέχρι τον Ιούλιο. Οι συνεχείς μάχες του με τους κομιτατζήδες είναι θρυλικές και κατορθώνει να κατασκευάσει τη πρώτη Ελληνική καλύβα εντός της λίμνης, όπου ήδη είχαν εγκατασταθεί και εξαπλωθεί οι κομιτατζήδες. Βοηθούμενος από τον Μανιάτη υπαρχηγό του καπετάν Παναγιώτη (Παναγιώτης Παπατσανετέας) κατασκευάστηκαν και άλλες τις οποίες χρησιμοποιούσαν ως ασφαλή κρησφύγετα και ως βάση για τις επιδρομές που πραγματοποιούσαν, με αποτέλεσμα το περιορισμό της δράσης των αντιπάλων.

Το 1906 το Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης οργανώνει σχέδιο εξουδετέρωσης της Ρουμανικής προπαγάνδας, στο διαμέρισμα Ολύμπου – Πιερρίων, η οποία είχε εξαπλωθεί σημαντικά, ειδικά στο τομέα των Σχολείων, λόγω της παραμονής αρκετών Κουτσοβλάχων και δραστήριων Ρουμάνων πρακτόρων, τους οποίους βοηθούσαν οι Τούρκοι και το Βουλγαρικό κομιτάτο.

Η υλοποίηση του σχεδίου ανατέθηκε στο καπετάν Ματαπά, τον οποίο ανακάλεσε από τη λίμνη των Γιαννιτσών, όπου οι κακουχίες της ζωής του βάλτου και οι κακοήθεις πυρετοί είχαν κλονίσει την υγεία του. Αναλαμβάνοντας την αρχηγία του σώματος Ολύμπου – Πιερρίων, από τον Οκτώβριο του 1906 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1907, καταπολέμησε τη ληστεία, διέλυσε τη Ρουμανική προπαγάνδα, επανέφερε στην Ορθοδοξία τους παρασυρθέντες, οργάνωσε τα χωριά, συγκρότησε επιτροπές από ντόπιο πληθυσμό και ανταποκρίθηκε στην αποστολή του.

Ήταν μικρόσωμος, μεγάλος οργανωτής, πολυμήχανος και αεικίνητος, με σιδερένια θέληση αφού παρ’ όλο το τραυματισμό του και τη κλονισμένη υγεία του από τη παραμονή του στη λίμνη των Γιαννιτσών συνέχιζε τις μάχες στη λίμνη, στον Όλυμπο και στη Χαλκιδική. Κατά τη τετραετή παραμονή του εξόντωσε τους Ζαλτάν και Άγγελ Πέϊο, οι οποίοι ήταν οι ισχυρότεροι παράγοντες του Βουλγαρικού κομιτάτου, ενώ ξεκαθάρισε και τη περιφέρεια της Μονής Πέτρας, από διάφορους κομιτατζήδες που εμφανίζονταν ως εργάτες και χωρικοί.

Ο Γ. Αχ. Γιαννακάκος – Ραζέλος, στο βιβλίο του «Οι Εθελοντικοί Αγώνες της Μάνης δια την Ελευθερίαν (1840-1940)» αναφέρει σχετικό περιστατικό: «Ίνα επιτύχη δε και την εκμιδένησιν διαβοήτου στελέχους της Ρουμανικής Προπαγάνδας, δρώντος εις την περιφέρειαν της Βερροίας εις βάρος του Ελληνισμού, μετεμορφώθη εις ψαράν της Λίμνης των Γιαννιτσών και μετέβη εις την οικίαν του προσποιούμενος τον Ρουμανίζοντα και του προσέφερε φιλικώς ένα μεγάλο ψάρι εις την κοιλίαν του οποίου είχεν ένα τεμάχιον χάρτου επί του οποίου έγραφεν: «Ήλθον μόνος μου να σε γνωρίσω και να με γνωρίσης και σου συνιστώ να αλλάξεις δρόμον γιατί ο δρόμος που τραβάς σε φέρνει κατ’ επάνω μου και καλήν αντάμωσιν» Καπετάν Ματαπάς. Όταν ήνοιξαν την κοιλίαν του ψαριού ίνα την καθαρίσουν, εύρον το χαρτί και την επομένην ο φανατικός οπαδός της Ρουμανικής Προπαγάνδας εγκατέλειψε την Βέρροιαν, αναχωρήσας και μη επιστρέψας».

Η έκθεση του Γενικού προξενείου Θεσσαλονίκης2 αναφέρει: «Ο Ματαπάς υπήρξε το πρότυπον εντίμου, αφοσιωμένου και ικανού εργάτου της εθνικής ιδέας. Πάσχων τους οφθαλμούς σοβαρώς και χωλαίνων εκ κατάγματος του ποδός, ουδ' επί στιγμήν κατά την μακράν περίοδον της δράσεώς του επηρεάσθει υπό των σωματικών τούτων παθήσεων, ούτε υπό των ποικίλων του αγώνος περιπετειών εξ απογοητεύσεως (…).
Ο Γεν. Πρόξενος Λ. Κορομηλάς έγραψε: «Ο Ματαπάς αποτελεί σπάνιον παράδειγμα καρτερίας. Παρά το πάθημά του, ενέμεινεν εις τον Αγώνα, όπου διαπρέπει ως αρχηγός Σώματος, διατηρεί πειθαρχίαν και έχει το Σώμα του έτοιμον προς επιχειρήσεις. Πολυτιμότατος δια την προπαγάνδα».

Το όνειρό του να δει ελεύθερη τη πατρίδα του Μ. Αλεξάνδρου τον οδήγησε να παρουσιασθεί εθελοντικά στον Ελληνο-Βουλγαρικό πόλεμο το 1912, παρ’ όλο που ήταν σε τιμητική διαθεσιμότητα λόγω της πλούσιας Εθνικής δράσης του και της κλονισμένης υγείας του.

Ο ηρωικός αυτός Μανιάτης ήταν εκείνος που, ως εθελοντής και πάλι, μπήκε πρώτος στη Θεσσαλονίκη με σκοπό να καταλάβει την πόλη πριν το Βουλγαρικό στρατό. Ως υπολοχαγός πυροβολικού ηγούμενος λόχου, αντιμετώπισε επιτυχημένα τους κομιτατζήδες και επετέθη στη μάχη του Λαχανά κατά των Βουλγάρων που χρόνια είχε πολεμήσει. Απωθώντας τους έσωσε την Θεσσαλονίκη καθώς και την Ελληνική μεραρχία που θα δεχόταν ξαφνική επίθεση και έπεσε ηρωικά μαχόμενος, τη στιγμή μάλιστα που οι Βούλγαροι υποχωρούσαν.

'' ... Ο Ματαπάς έμεινε δυο χρόνια ως αρχηγός διαμερίσματος στη λίμνη των Γιαννιτσών και έδειξε τις ικανότητές του, την απαράμιλλη γενναιότητα και το οργανωτικό του πνεύμα. Ήταν σπάνιος άνθρωπος, κοντός, ζωηρός, ευκίνητος, άσχημος όσο παίρνει, με τραχώματα στα μάτια, παρ' όλη την ασχήμια του όμως, είχε κάτι το ευγενικό και επιβλητικό, Ήταν μορφωμένος, με γενικά ενδιαφέροντα, τίποτε δεν άφηνε ανεξέταστο. Ιδιαίτερα τον απασχολούσαν τα αρχαιολογικά ευρήματα και η λαογραφία.

Το αίσθημα του δικαίου ήταν στον υπέρτατο βαθμό ριζωμένο μέσα του. Ήταν δίκαιος και συνάμα σκληρός. Το Σώμα του απαρτίζονταν ως επί το πλείστον από Μακεδόνες και η πειθαρχία τους ήταν πρωτοφανής. Οι άνδρες αναγνώριζαν την αξία του, το ενδιαφέρον που είχε γι' αυτούς, του ήταν αφοσιωμένοι, αλλά και τον έτρεμαν. Είχε επιβληθή σ’ ολόκληρη την περιφέρεια, όπου είχε κυριολεκτικά καταργήσει τα τουρκικά δικαστήρια, γιατί όλες οι διαφορές μεταξύ Ελλήνων λύνονταν από τον ίδιο. Κατώρθωσε να εκγυμνάση στρατιωτικώς τους νέους της περιφερείας μεταξύ 20-25 ετών, κατήρτισε στατιστικές των προϊόντων της περιφερείας, κατέγραψε τους φούρνους και τους μύλους των χωριών, ώστε σε περίπτωση πολέμου το Ελληνικό Επιτελείο να γνωρίζη που να βασισθή για την τροφοδοσία του στρατού.

Ο Ματαπάς ενδιαφέρονταν και για τα ζητήματα της υγείας. Παρατήρησε ότι οι γυναίκες στα χωριά του κάμπου, δηλαδή στο Ρουμλούκι ως τους πρόποδες των Πιερίων, φορούσαν στο κεφάλι την λεγόμενη κατσούλα. Επειδή δεν μπορούσαν εύκολα να την δένουν και απαιτούσε ώρα πολλή το δέσιμο, δεν την έβγαζαν την νύκτα, με αποτέλεσμα το κεφάλι τους να είναι βρώμικο και γεμάτο ζωΐφια. Ο Ματαπάς στην αρχή συμβούλευσε τις γυναίκες να προτιμήσουν το μαντήλι στο κεφάλι ή ένα φακιόλι, οι γυναίκες όμως, επειδή ήταν πολύ όμορφες με την κατσούλα, δεν θέλησαν να συμμορφωθούν.

Ο Ματαπάς δεν αστειευόταν! Έβγαλε μια μέρα διαταγή, όλες οι γυναίκες της περιφερείας να πετάξουν την κατσούλα και αντ' αυτής να μεταχειρισθούν το μαντήλι ως κάλυμμα. Η διαταγή έπρεπε να εκτελεσθή μέχρι της 1ης Ιουλίου και εδήλωνε ότι δεν θα έδινε νέα προθεσμία. Όσες δεν συμμορφώνουνταν με τη διαταγή, θα τους έκοβαν τα μαλλιά, και σε περίπτωσι νέας αρνήσεως καθιστούσε υπεύθυνους τους άνδρες. Η διαταγή του εκτελέσθηκε σ' όλη την περιφέρεια την ίδια μέρα. Οι τουρκικές αρχές έμειναν κατάπληκτες! Ποιος ήταν αυτός πού έδωσε τέτοια διαταγή και πώς εκτελέστηκε απ’ όλες τις γυναίκες ανεξαιρέτως;

Άρχισαν να θορυβούνται και να λαμβάνουν σοβαρώς υπ' όψιν την οργάνωσι του Ματαπά, επειδή, ενώ τα δικαστήρια είχαν σχεδόν αδρανήσει, επικρατούσε ησυχία σ' όλη την περιφέρεια από απόψεως ληστών.

Κατά τα μέσα Ιουλίου, ενώ βρισκόμαστε οικογενειακώς στην Παλατίτσα, οι Τούρκοι διέταξαν ένα ολόκληρο σύνταγμα από 2.000 άνδρες να ξεκαθαρίση την περιφέρεια του Παλατιού από το Σώμα του Ματαπά. Ειδοποιηθήκαμε από την Βέροια ότι το σύνταγμα ξεκίνησε και ότι κατά πάσαν πιθανότητα θα έρχουνταν κατ' ευθείαν στην Παλατίτσα. Κατά σύμπτωσι εκείνες τις μέρες ήταν ο Ματαπάς πολύ άρρωστος, είχε αρπάξει πνευμονία και τον νοσήλευε ο πατέρας μου, που ευτυχώς έμενε μαζί μας. Δεν ταράχθηκε όμως ούτε έφυγε από το κτήμα ο Ματαπάς. Απλούστατα πήγε ντυμένος χωρικός και ξαπλώθηκε σ’ ένα χωριάτικο σπίτι, που απείχε μόλις 200 μέτρα από το κονάκι μας.

Το τουρκικό σύνταγμα έφθασε στις 11 το μεσημέρι στην Παλατίτσα. Ο πατέρας και ο θείος μου, που γνώριζαν τον συνταγματάρχη, τον εκάλεσαν, καθώς και τους περισσοτέρους αξιωματικούς του επιτελείου, στο πρόγευμα, που ήταν πλουσιώτατο. Ο συνταγματάρχης και οι αξιωματικοί, αφού έφαγαν και ήπιαν αρκετά, πήραν τον πατέρα μου κατά μέρος και του ανεκοίνωσαν τον σκοπό που επεδίωκαν. Την σύλληψιν δηλαδή του Ματαπά, που είχε δημιουργήσει κράτος εν κράτει.

Ζητούσαν επιμόνως οδηγούς και συμβουλές από τον θειο Σωτήρη Παπαγεωργίου. Αυτός, αφού σκέφθηκε, τους είπε πως καλά θα ήταν να συμβουλευθούν τους αγροφύλακες, που ήξεραν καλά τα μέρη και θα μπορούσαν να τους οδηγήσουν. Πράγματι λοιπόν οι Τούρκοι πήραν τους τρεις αγροφύλακες ως οδηγούς, ακολούθησαν την συμβουλή τους και τράβηξαν προς το χωριό Ράντιανη, πού απείχε περί τα 40 χλμ. από την Παλατίτσα με ένα ανηφορικό απαίσιο δρόμο. Ένα σωρό στρατιώτες έπαθαν από ηλίασι. Έφθασαν στην Ράντιανη, έκαναν έρευνες αλλά Ματαπάς γιόκ!

Αφού περιήλθαν έναν ολόκληρο μήνα την περιφέρεια Πιερίων, επέστρεψαν πίσω με την βεβαιότητα ότι ο Ματαπάς φοβήθηκε την καταδίωξη και έφυγε προς την Ελλάδα. '
'

Καπετάν Ματαπάς, απομνημονεύματα  Αλέξανδρου Ζάννα.




Λεωνίδας Πετροπουλάκης
Καπετάν Λεωνίδας
1880-1906

Ο Λεωνίδας Πετροπουλάκης, απόγονος της μεγάλης πολεμικής οικογένειας της Μάνης, από το Γύθειο γεννήθηκε το 1880, Το 1897 αν και μαθητής Γυμνασίου, προσπάθησε να μεταβεί ως εθελοντής στη Κρήτη, αλλά εμποδίστηκε από τους συγγενείς του. Σε ηλικία 22 ετών οργανώνει μικρό σώμα Μανιατών για να λάβει μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα, αλλά εμποδίζεται να εισέλθει στη Μακεδονία.

Τον Ιανουάριο του 1906 στο Γύθειο εκφωνεί λόγο κατά το μνημόσυνο του εθελοντή Ιωάννη Σκορδάκου που σκοτώθηκε στο Μορίχοβο. Ήταν τελειόφοιτος της Νομικής όταν πληροφορήθηκε τον ερχομό του συμπατριώτη και φίλου του καπετάν Λίτσα στην Αθήνα. Συναντήθηκε μαζί του και μετά από συνεννόηση αποφάσισε να ενισχύσει το σώμα του καπετάν Λίτσα με νέους εθελοντές Μανιάτες.

Για το σκοπό αυτό συγκρότησε εθελοντικό σώμα από 25 Μανιάτες το οποίο συντηρούσε ο ίδιος μετά τη πώληση μέρους της περιουσίας του. Αυτό αποτελούσε παράδοση στην οικογένειά του αφού και κατά τους Κρητικούς αγώνες άλλο μέλος της οικογενείας του είχε κάνει το ίδιο. Μεταξύ των εθελοντών ήταν και ο εξάδελφός του Παναγιώτης Ηλία Πετροπουλάκης, παλαίμαχος εθελοντής αγωνιστής και τραυματίας του πολέμου του 1897.

Κατά τα τέλη Μαρτίου του 1906 οι δυο αρχηγοί συναντήθηκαν στο Πειραιά και κατόπιν ταξιδεύοντας χωριστά συγκεντρώθηκαν στα Τρίκαλα. Εκεί υπηρετούσε ως έφεδρος υγειονομικός αξιωματικός στο στρατιωτικό Νοσοκομείο Τρικάλων, ο Γ. Γιαννακάκος – Ραζέλος, συγγραφέας του βιβλίου «Οι εθελοντικοί Αγώνες της Μάνης δια την Ελευθερίαν (1840-1940)» ο οποίος αναγράφει για την συνάντηση που είχε μαζί τους:

«…Ως φίλος δε και συμμαθητής του Λεωνίδα Πετροπουλάκη εδέχθη επίσκεψην τούτου, συνοδευομένου υπό του εξαδέλφου του Παναγιώτου Η. Πετροπουλάκη και του εμπίστου του Παναγ. Γκιτάκου. Η φιλική των επίσκεψις σκοπόν είχε να με αποχαιρετήσουν και συγχρόνως να προμηθεύσω εις αυτούς ολίγα αντισηπτικά είδη. Απεχαιρετήθημεν δια τελευταίαν φοράν, διότι πάντες έπεσαν ενδόξως υπέρ του ιερού αγώνος της Μακεδονίας κατά την μάχη της Οσνίτσανης την 7ην Μαΐου 1906, την δε θλιβεράν αγγελίαν μας διεβίβσεν ο εκ θαύματος διασωθείς Β. Γ. Κουζίγιαννης κατά την μάχην, όστις επιστρέφων διήλθεν εκ Τρικάλλων».

Ο Καπετάν Λεωνίδας σκοτώθηκε μαζί με τον καπετάν Λίτσα στη  μάχη της Οσνίτσανης και όταν το έμαθε ο εξάδελφός του Παναγιώτης Η. Πετροπουλάκης, που μαχόταν σε άλλο σημείο, έσυρε τη σπάθα και μαζί με άλλους πολεμιστές εφόρμησε προς το κλοιό του Τουρκικού στρατού, αλλά σκοτώθηκε κατά την ηρωική αυτή έξοδο.

Για το θάνατο του Καπετάν Λίτσα, του Καπετάν Λεωνίδα και των συμπολεμιστών τους θρήνησε όλη η Ελλάδα, αλλά ιδιαίτερα η Μάνη. Πραγματοποιήθηκαν παντού μνημόσυνα σε Ελλάδα και εξωτερικό και η θυσία τους αποτέλεσε αιτία για την εθελοντική δράση πολλών άλλων αγωνιστών Τα οστά τους φυλάσσονται στην εκκλησία του χωριού από τους κατοίκους, ενώ το χωριό Έζερετς προς τιμήν του μετονομάσθηκε σε Πετροπουλάκη.



Αντώνης Βλαχάκης
Καπετάν Λίτσας
1874-1906

Ο Αντώνης Βλαχάκης γεννήθηκε στη Μυρσίνη (Πάνιτσα) του Δήμου Γυθείου, στις 12 Οκτωβρίου του 1874. Το 1897 ως λοχίας πυροβολικού πολέμησε και τραυματίστηκε στα Φάρσαλα, στη μάχη του Δομοκού και τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Σωτήρα. Το Σεπτέμβριο του 1905 ήταν Ανθυπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού, απ’ όπου ζήτησε και έλαβε άδεια για σπουδές στη Γαλλία. Αντί όμως να χρησιμοποιήσει την άδεια για το σκοπό αυτό, συγκρότησε εθελοντικό σώμα από 48 άνδρες και εισήλθε στη Μακεδονία, όπου και έδρασε με το ψευδώνυμο «Καπετάν Λίτσας» στη περιοχή των Καστανοχωρίων, από το Σεπτέμβριο του 1905 έως το Μάρτιο του 1906.

Στο χωριό Σαρίστανη ο Καπετάν Λίτσας συγκρούσθηκε με τους κομιτατζήδες του διαβόητου Μήτρου Βλάχου, ο οποίος παρόλο που του είχε στήσει ενέδρα, βρέθηκε σε δεινή θέση, αφού αυτό έπεσε στην αντίληψη του Καπετάνιου, γλίτωσε όμως μέσω ενός υπονόμου και μετά τη παρέμβαση του Τουρκικού στρατού. Η ενέργεια αυτή του Καπετάν Λίτσα έδωσε κουράγιο στους χωρικούς της Σαρίστανης που ζήτησαν και επανήλθαν στο Πατριαρχείο, απαρνούμενοι την Εξαρχεία που τους είχε επιβληθεί με τη βία των κομιτατζήδων.

Στις 1 Ιανουαρίου 1906 επιτέθηκε στο χωριό Έζερετς, το οποίο ήταν κέντρο συγκέντρωσης κομιτατζήδων και εκεί είχε καταφύγει ο διαβόητος Μήτρος Βλάχος, ο οποίος τραυματίστηκε στη μάχη που ακολούθησε, κατά την οποία οι απώλειες των κομιτατζήδων ήταν μεγάλες. Τη κατάσταση έσωσε και πάλι ο ερχομός Τουρκικού στρατού, που καταδίωξε το σώμα του Καπετάν Λίτσα, ο οποίος αναζήτησε καταφύγιο στην Ήπειρο και επανήλθε στα Καστανοχώρια μετά από ένα μήνα.

Επιστρέφει στην Αθήνα για την αναδιοργάνωση του αντάρτικου σώματος και μετά από ένα μήνα, τον Απρίλιο του 1906, επανέρχεται στη Μακεδονία με 85 εθελοντές, όπου αρχίζει και πάλι τη δράση του.

Κατά τη μάχη της Οσνίτσανης (σήμερα Καστανόφυτο) στις 7 Μαΐου 1906 έπεσαν ηρωϊκά ο Καπετάν Λίτσας, ο Καπετάν Λεωνίδας, οι Μανιάτες εθελοντές Παναγιώτης Ηλία Πετροπουλάκης, Πάνος Στεφανάκος, Παναγιώτης Γκιτάκος, Νικόλαος Κατζάκος και Γ. Σκοπετέας, όπως και οι Δ. Οικονόμου, Σ. Μάνδαλος, Δ. Σκλαβούνος, Ι. Τριανταφύλλου, Δ. Χελάκης και Σ. Νιμάς, ενώ τραυματίσθηκαν πολλοί περισσότεροι. Εκ μέρους του Τουρκικού στρατού σκοτώθηκαν 6 αξιωματικοί και 130 στρατιώτες, από τους 1200 άντρες που επιτέθηκαν εναντίον των Ελλήνων.

Πρέπει να αναφέρουμε το γεγονός ότι η επίθεση του Ελληνικού σώματος έγινε κατά των κομιτατζήδων, αλλά κατά την πάγια τακτική τους, αυτοί ειδοποίησαν2 το Τουρκικό στρατό παριστάνοντας τους απλούς χωρικούς και ζητώντας προστασία από τους επιτιθέμενους Έλληνες.

Μετά από μερικές ημέρες οι διασωθέντες οπλαρχηγοί Λουκάς Κόκκινος και Βαγγέλης Βλάχος κινήθηκαν προς το χωριό Έζερετς, όπου είχαν καταφύγει οι προδότες της μάχης της Οσνίτσανης Βούλγαροι πράκτορες και επιτέθηκαν εναντίον τους, μετατρέποντας το χωριό σε στάχτες εντός δυο ωρών.




Νικόλαος Λυκούργου Τσοτάκος 
Καπετάν Γέρμας
1874-1907

Ο Ανθυπολοχαγός πεζικού Νικόλαος Τσοτάκος γεννήθηκε το 1874 στη Γέρμα Οιτύλου της Μάνης. Κατατάχθηκε στο Στράτευμα και στις1 Οκτωβρίου 1895 εξήλθε από τη Σχολή Εφέδρων Αξωματικών ως Λοχίας. Στις 1 Απριλίου 1899 έγινε Επιλοχίας και στις 29 Αυγούστου 1902 εξήλθε από τη Σχολή Υπαξιωματικών ως Ανθυπολοχαγός στο 1ο Σύνταγμα Ευζώνων. Το 1904 - 1906 διορίσθηκε Αστυνόμος και το 1907 οργάνωσε εθελοντικό σώμα με σκοπό να εκδικηθεί το θάνατο του καπετάν Λίτσα (Αντώνης Βλαχάκης) και των άλλων παλικαριών που έπεσαν ηρωικά στη μάχη της Οσνίτσανης.

Στις 22 Ιουνίου 1907 αναχώρησε σιδηροδρομικώς από Αθήνα για Τρίκαλα με τους παρακάτω1 υπαξιωματικούς του 9ου πεζικού συντάγματος (Καλαμάτας): Βασίλη Τσιμπιδάρο, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Γρηγόρη Ρογκάκο, Αριστείδη Κωστόπουλο, Παναγιώτη Οικονομάκο, Θεόδωρο Γεωργαλή και 19 άνδρες εκ των οποίων οι 12 ήταν Μανιάτες και οι άλλοι 7 ήταν οπλίτες που ακολούθησαν το Θεόδωρο Μαντούβαλο. Αυτοί ήταν οι: δεκανέας Αποστολόπουλος Ιωάννης (από την Ολυμπία) και οι στρατιώτες Μπίστουλας Διονύσης (από την Ολυμπία), Σεφερλής Αναστάσιος, Δρίλης, Χαριτόπουλος, Παπαδόπουλος και Τζανέας.

Το σώμα αποτελείτο από 50 άνδρες, στη πλειοψηφία τους Μανιάτες και όρισε υπαρχηγό τον επιλοχία Βασίλη Τσιμπιδάρο (καπετάν Τσιμπίδα) και οπλαρχηγούς το Θεόδωρο Μαντούβαλο (καπετάν Ταΰγετο), το Γρηγόρη Ρογκάκο, τον Αριστείδη Κωστόπουλο, τον Παναγιώτη Οικονομάκο και το Θεόδωρο Γεωργαλή.
Εισήλθε στη Μακεδονική γη στις 27 Ιουνίου 1907 και η αποστολή που ανέλαβε από το Μακεδονικό κομιτάτο ήταν να συναντηθεί με το καπετάν Ζάκα (Γρηγόρη Φαληρέα) τον οποίο θα αντικαθιστούσε στη περιφέρεια Βογαζικού – Καστοριάς.
Η συνάντηση έγινε στις 12 Ιουλίου στο χωριό Βογαζικό αλλά μετά από προδοσία Βουλγάρων πρακτόρων τα δύο αντάρτικα εθελοντικά σώματα, κυκλώθηκαν από το Τουρκικό στρατό στη θέση «Καλογερικό» (κοντά στο χωριό Λοσνίτσα, σήμερα Γέρμα) και ακολούθησε φονική μάχη (16 Ιουλίου 1907), κατά την οποία σκοτώθηκε ο καπετάν Γέρμας (Νικόλαος Τσοτάκος), ο υπαρχηγός του Βασίλης Τσιμπιδάρος και 23 από τους συμπολεμιστές του, ενώ αιχμαλωτίστηκαν 11 βαριά τραυματισμένοι, μεταξύ των οποίων και ο οπλαρχηγός Θεόδωρος Μαντούβαλος, που μετέφερε τον ημιθανή αρχηγό του.
Ο καπετάν Γέρμας υπήρξε μια ηρωική φυσιογνωμία που δεν πρόφτασε να δημιουργήσει Ιστορία αλλά οδήγησε τα παλικάρια του σε μια μοναδική πράξη θυσίας, αποδεικνύοντας την ιστορική καταγωγή τους.


Γεώργιος Φραγκάκος
Καπετάν Μαλέας

1879-1954
Η καταγωγή του ήταν από το Νύφι της Κάτω Μάνης (σήμερα Δήμος Ανατολικής Μάνης), όπου σήμερα διακρίνουμε τον οικογενειακό πύργο. Γεννήθηκε το 1879 στα Γιαννιτσάνικα - σημερινό προάστειο της Καλαμάτας, τότε περιοχή της Μάνης – και ήταν επιλοχίας στον Ελληνικό Στρατό, όταν το 1907 από τη Λάρισα όπου υπηρετούσε, πηγαίνει ως εθελοντής στα αντάρτικα σώματα στη Μακεδονία.
Ο καπετάν Μαλέας εντάσσεται στο σώμα του Καπετάν Ματαπά (Μιχ. Αναγνωστάκος) ως υπαρχηγός του και λαμβάνει μέρος σε πολλές μάχες στη περιοχή του Ολύμπου.
Διαδέχτηκε το καπετάν Ματαπά στην αρχηγία του σώματος Ολύμπου και Πιερρίων και παρέμεινε αρχηγός για ένα χρόνο (1907-1908), διάστημα κατά το οποίο ακολούθησε το επιτυχημένο σύστημα του πρώην αρχηγού του, καπετάν Ματαπά, με τον οποίο συνδεόταν με ιδιαίτερη φιλία και εκτίμηση.Το σώμα απαρτιζόταν από παλαιούς και νέους εθελοντές, στη πλειοψηφία τους Μανιάτες. Μεταξύ αυτών ήταν: Καπετάν Μανούσος (Μανούσος Καναβαράκος) ως υπαρχηγός, Τζανέτος Πιερρουτσάκος, λοχίας τότε, που καταγόταν από τη Γέρμα Οιτύλου και που αργότερα ως Λοχαγός του Ελληνικού Στρατού, δολοφονήθηκε από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες το Μάϊο του 1923, στο Σαχίνι έξω από το Ελμανλή,  ο Ιωάννης Κουζιγιάννης από το Γύθειο, ο Γρηγόρης Κοιλάκος και ο Ν. Σαλιμίδης από την Αρεόπολη.

Ο καπετάν Μαλέας αντιμετώπισε και διέλυσε μικτή Ρουμανική και Βουλγαρική συμμορία στις 4 Φεβρουαρίου 1908 και Ρουμανική συμμορία στις 29 Φεβρουαρίου 1908. Πολέμησε με το Τουρκικό Στρατό στο Λιτόχωρο τον Απρίλιο του 1907, κατά τη διάρκεια επιχείρησης υποστήριξης εισόδου Ελληνικού εθελοντικού σώματος.Μετά το ξεκαθάρισμα της περιοχής του από τους κομιτατζήδες, εξασφάλισε την επικοινωνία των Ελληνικών συνόρων και την ελεύθερη διάβαση των Ελληνικών εθελοντικών σωμάτων και στη μεταφορά πολεμοφοδίων. Μέχρι τότε η μεταφορά γινόταν μέσω θαλάσσης με μεγάλο κίνδυνο για την ασφάλειά τους.
Για τη δράση του είχε επικηρυχθεί από το σουλτάνο Χαμίτ με το ποσό των 5.000 λιρών. Η έκθεση του Γεν. Προξένου γράφει ότι «…είχεν εφελκύσει την εκτίμησην δια της εντιμότητος, της πειθαρχίας και της εις τον Αγώνα αφοσιώσεώς του. Λίαν ευδοκίμως υπηρετεί συνεχίζων και συμπληρών το οργανωτικόν έργον και μόνον ευαρεσκειών αφορμάς παρέχει τη υπηρεσία».
Μετά τη διάλυση των εθελοντικών σωμάτων του Μ.Α. επανήλθε στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού και έγινε μέλος του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Αποστρατεύθηκε με το βαθμό του αντιστράτηγου και πέθανε στην Αθήνα το 1954.


Κόλλας, Άγρας, Δεμέστιχας


Καπετάν Νικηφόρος

Ιωάννης Δεμέστιχας
1882 - 1960

Ο Ιωάννης Δεμέστιχας, γόνος των Δεμεστιχαίων, από τον Κότρωνα Μάνης,  γιος του Συνταγματάρχου Νικολάου Δεμέστιχα και της Αικατερίνης Grill, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1882. Εισήλθε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων το 1896, απεφοίτησε το 1900 ως μάχιμος σημαιοφόρος και λίγα χρόνια αργότερα έλαβε μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα, ως αρχηγός σώματος στη Λίμνη των Γιαννιτσών, με την επωνυμία Καπετάν Νικηφόρος. Μετέσχε στο κίνημα του Στρατιωτικού Συνδέσμου (1909) και ήταν ένας από τους πρωτεργάτες του κινήματος του υποπλοιάρχου Κ. Τυπάλδου (1909). Κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις της Μοίρας Ιονίου, κατόπιν δε διετέλεσε διοικητής του Ναυτικού Αγήματος, μετέχοντας στις χερσαίες επιχειρήσεις απελευθέρωσης των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, τραυματιζόμενος στη Χίο. Ακολούθως, έλαβε μέρος στις χερσαίες επιχειρήσεις του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου ως διοικητής λόχου του 29ου Ναυτικού Συντάγματος. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού, προσχώρησε στην Εθνική Άμυνα καταφεύγοντας στη Θεσσαλονίκη και, στη συνέχεια, μετέσχε στις ναυτικές επιχειρήσεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της Μικρασιατικής Εκστρατείας ως κυβερνήτης αντιτορπιλικών. Σε διαθεσιμότητα μετά την Μεταπολίτευση του Νοεμβρίου του 1920, έλαβε μέρος στην Επανάσταση του Σεπτεμβρίου του 1922 ενεργώντας από την Αθήνα. Το 1933, διατελώντας υπουργός των Ναυτικών και Αεροπορίας, τέθηκε εκ νέου σε διαθεσιμότητα για τη συμμετοχή του στο κίνημα Πλαστήρα, προφυλακίστηκε και, τελικά, αποστρατεύθηκε το 1934 με το βαθμό του υποναυάρχου ε.α. Το 1935, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο και έκπτωση από τον αποστρατευτικό βαθμό για τη συμμετοχή του στο αποτυχόν βενιζελικό κίνημα του Μαρτίου του ιδίου έτους. Ωστόσο, το επόμενο έτος αμνηστεύθηκε και ανέκτησε το βαθμό του. Το 1943, αν και απόστρατος, διέφυγε από την κατεχόμενη Ελλάδα στη Μέση Ανατολή, όπου ανακλήθηκε στην ενέργεια, προήχθη σε αντιναύαρχο και υπηρέτησε ως γενικός επιθεωρητής Ναυτικού. Επίσης, για λίγες μέρες τον Απρίλιο του 1944, χρημάτισε υπουργός Εσωτερικών και Παιδείας, καθώς και υφυπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας. Αποστρατεύθηκε το 1945 με το βαθμό του αντιναυάρχου ε.α. Στη διάρκεια της πολυκύμαντης σταδιοδρομίας του διετέλεσε κυβερνήτης πολλών πλοίων επιφανείας, περιλαμβανομένων των θωρηκτών Κιλκίς και Λήμνος, ανέλαβε δε σημαντικές διοικητικές θέσεις, όπως στρατιωτικού διοικητή Σάμου, αρχηγού της Μοίρας Γυμνασίων, διοικητή της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, ανώτερου διοικητή υποβρυχίων, δύο φορές γενικού διευθυντή του υπουργείου των Ναυτικών, γενικού διευθυντή του Ναυστάθμου Σαλαμίνας και δύο φορές αρχηγού του ΓΕΝ. Μεταξύ των πολλών τιμητικών διακρίσεών του, ξεχωρίζουν ανά ένας Πολεμικός Σταυρός Β΄ και Γ΄ τάξης. Είχε νυμφευθεί την Μαρία Μωραΐτου. Ανδριάντας του έχει στηθεί στα Γιαννιτσά και το χωριό Κότρωνας της Μάνης.

Ιωαννης Δεμέστιχας, ο Καπετάν Νικηφόρος


Νικόλαος Πύρζας



Καπετάν Λίτσας
Ο Καπετάν Γέρμας (όρθιος) από τη Γέρμα Οιτύλου Λακωνίας



Συνεχίζεται......


Πηγές -Βιβλιογραφία 

- Μακεδονικός Αγώνας, κείμενο Φ. Κ. Βώρο, διδάκτορα Φιλοσοφίας, επίτιμο Σύμβουλο του Παιδαγωγικού    Ινστιτούτου
- Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα ΙΜΜΑ
- Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού ΙΜΕ
-  "Από τον Μακεδονικό Αγώνα... στην απελευθέρωση της Δράμας" ΚΕΠΑΜ
- Η ηρωϊκή συμβολή των Κρητών στον Μακεδονικό Αγώνα - Η μάχη της Δοβίστας Darnakas
- Μακεδονομάχοι, Wikipedia, αλφαβητικός κατάλογος
-Απριλιανά 1903
- Μακεδονομάχοι  Ένωση Μακεδονων Κερκύρας
 - Γρηγόρη Γιοβανόπουλου, δάσκαλου, Η πυρπόληση του Νησιού κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, Ρουμλούκι
- Το Σπίτι του Καπετάν Κώττα, Πολιτιστικό Τρίγωνο Πρεσπών
- Μεγάλες Μορφές του Μακεδονικού Αγώνα: Καπετάν Κώττας
- Η νεότερη και σύγχρονη περίοδος,  Περιφερειακή Ενότητα Φλώρινας
- Αλφαβητικός κατάλογος Μακεδονομάχων με σχετικό βιογραφικό Wikippedia
- Μακεδονομάχοι, Ελληνικό Ημερολόγιο

- Γεωργίου Μόδη,Ο μακεδονικός αγών και η νεώτερη μακεδονική ιστορία,Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 2007 ΕΜΣ
- Οικογένεια Δεμέστιχα, ιστοσελίδα
- Καπετάν Γηδιώτης - Θεοχάρης Κούγκας, Ρουμλουκιώτικα Σημειώματα 1980 - 1988, Ρουμλουκιώτικα Σημειώματα 1989 - 1995, Τόμος 2ος, Γιάννης Μοσχόπουλος  pdf

- Η συμβολή της Κρήτης στο Μακεδονικό Αγώνα, Βασίλειος Αναστασόπουλος Ιστορικός
- Μιχαήλ Αναστασάκη, εγγονού, Μιχαήλ Αναστασάκης  Κίσσαμος
- Δημ. Σάββα. Ο στρατηγός Γιώργος Κατεχάκης. Πατρίς, Πρωινή Καθημερινή Εφημερίδα της Κρήτης
- Ρεθεμνιώτικα Νέα, Κρήτες αγωνιστές
- Πρόμαχοι
- Φθιώτες Μακεδονομάχοι, Φθιώτιδα
- Μακεδονομάχοι, entopios
 - Καπεταν Σκοτίδας, Wikipedia
- 7ο Γυμνάσιο Λάρισας
- Καπετάν Ματαπάς, απομνημονεύματα  Αλέξανδρου Ζάννα. Μάνη
- Μανιάτες στον Μακεδονικό αγώνα, βιογραφίες Μάνη




- Αργυρόπουλος, Περικλής Α. Ο Μακεδονικός Αγών- αποµνηµονεύµατα. Εκδότης Institute for Balkan Studies,1984

- Aδριανουπολίτης. 1902. «Οι Βούλγαροι εν Αδριανουπόλει και τη λοιπή Θράκη».
Ελληνισμός
- Γ. Μόδης, Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες αρχηγοί, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 1967
- Κωνσταντίνος Δούφλιας, Μακεδονία – Μακεδονικός Αγώνας, Εκδόσεις: Αιγαίο – Σ. Βάρφης και Σία Ο.Ε, Θεσσαλονίκη, 1992
- Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Αθήνα 1979
- Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Αφανείς, γηγενείς Μακεδονομάχοι, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2008 (επιστημονική επιμέλεια)

- Σταυρούλα Βαϊνά Αρβανιτάκη (2004). Ο καπετάν Γρηγόριος Βαϊνάς, Μακεδονικός Αγώνας, Ήθη και έθιμα της Μακεδονίας. Αθήνα: Μέδουσα – Σέλας Εκδοτική

- Αγγελόπουλος, Αθανάσιος Α.Επίσηµα εγγραφα περί της εν Μακεδονία οδυνηρας καταστάσεως.Εκδότης: Αφοί Κυριακίδη , 1993

- Ανδρεάδης, Χρήστος Γ. Ανέκδοτα έγγραφα των κατοίκων Μεγάροβου και Τυρνόβου: Άγνωστες πτυχές της ιστορία του Μακεδονικού Αγώνα.
Περιοδικό: Μακεδονικά: Σύγγραµµα περιοδικόν της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών,1981

- Ανεστόπουλος, Άγγελος Κ. Ο µακεδονικός αγών 1903-1908: και n συµβολή των κατοίκων εις την απελευθέρωσιν της Μακεδονίας. Τόµος Β’
Εκδότης Σύνδεσµος Γραµµάτων και Τεχνών Ν. Κοζάνης, 1969

- Σβορώνος, Ν. 1973.Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας. Αθήνα: Θεμέλιο

- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Νεότερος ελληνισμός, η επώδυνη πορεία (1774 -1833), Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Εθνοτική διαπάλη στη Μακεδονία (1894-1904), Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Ο ένοπλος αγώνας στη Μακεδονία (1904 - 1908), Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Το νεοτουρκικό κίνημα και ο ελληνισμός (1908 - 1912), Εκδόσεις Σταμούλης
- Νεοελληνική ιστορία 1204-1940, Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Οι Έλληνες της νότιας Βουλγαρίας και των παραλιών του Εύξεινου Πόντου, Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Ιστορία της μείζονος Μακεδονίας, Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Το νεοτουρκικό κίνημα και ο ελληνισμός 1908-1912, Εκδόσεις Ηρόδοτος

- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος -.Ιστορία Β. Ελληνισμού. Θράκη:Αφοι Κυριακίδη.2004.
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Ιστορία της Μείζονος Θράκης. Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Σταμούλης.2006.
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος -  Ο ενδιάμεσος ελληνικός κόσμος στο γεωπολιτικό χώρο των κυρίαρχωνιδεολογιών. Θεσσαλονίκη Σταμούλης. 2007.

- Παιδεία και Πολιτισμός στην Ανατολική Θράκη. Ο Φιλεκπαιδευτικός
Σύλλογος Αδριανουπόλεως.Θεσσαλονίκη: Αντ. Σταμούλης Βογιατζής, Γ. 1988.
- Η πρώιμη Οθωμανοκρατία στη Θράκη. Άμεσες δημογραφικέςσυνέπειες, Θεσσαλονίκη: Ηρόδοτος.
- Βούρη Σ. «Σχολικοί μηχανισμοί και εθνικοί ανταγωνισμοί στη Β.Δ. Μακεδονία
1870-1930», στο Τερζή Π. Ν. – Ζιώγου, Σ. (επιμ.). 1997.
- Η εκπαίδευση στη Μακεδονία κατά την Τουρκοκρατία. Πρώτη προσέγγιση και απογραφή
.Θεσσαλονίκη: Αφοι Κυριακίδη.
- Ιστορία των Βαλκανίων, 14ος-20ός αιώνας. Γκοβόστης.
- Η εκπαίδευση των γυναικών στις ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (19ος αι.-1922).Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής. Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη.
- Damjanov, I. – Nojkov, St. 1971. «To εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στη Θράκη,
1878-1903», παρουσίαση από Λαμψίδη, Ι. σεΒαλκανική Βιβλιογραφίατ.2ος, Παράρτημα 1973. Σόφια, σσ. 98-118.Ζακυθινός, Δ. 1965.
- Η πολιτική ιστορία της νεοτέρας Ελλάδος (Β ́ έκδοση). Αθήνα.Καρδαράς, Χ. 1996.
- Το οικουμενικό πατριαρχείο και ο αλύτρωτος ελληνισμός. Μετά το συνέδριο του Βερολίνου (1878)
. Αθήνα: Επικαιρότητα.
- Κωνσταντινίδης, Γ. 1944. «Η εν Αδριανουπόλει ελληνική κοινότης. Εκπαιδευτήρια και σωματεία».
Θρακικά 19, σσ. 39-71.
- Μπελιά, Ε. 1995. Εκπαίδευση και αλυτρωτική πολιτική. Η περίπτωση της Θράκης 1856-1912. Θεσσαλονίκη: ΙΜΧΑ.
- Νικολαΐδης, Ν. 1993.Η Αδριανού μας
- Σκοπετέα, Ε. 1988. Το «πρότυπο βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Αθήνα.

 Βιβλία

Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις και η οθωμανική αυτοκρατορία
Το πρόβλημα της κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο από τα μέσα του 15ου
ως τις αρχές του 19ου αιώνα
Ιωάννης  Κ. Χασιώτης. - 1η έκδ. - Θεσσαλονίκη : Βάνιας, 2005. - σελίδες 319

Πολιτική - Ιστορία - Ευρώπη
Μεταξύ οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης
Ο ελληνικός κόσμος στα χρόνια της τουρκοκρατίας
Ιωάννης  Κ. Χασιώτης. - 1η έκδ. University Studio Press, 2001, σελίδες 279


Οι Έλληνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και το Ανατολικό ζήτημα 1866-1881
Η μαρτυρία του "Νεολόγου" της Κωνσταντινούπολης
Ανδρέας Αθ. Αντωνόπουλος, Εκδόσεις Τσουκάτου
Νέος Κύκλος Κωνσταντινουπολιτών 2007, σελίδες 679

Μακεδονικός Αγών. Εκατό χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Μελά
Πρακτικά επιστημονικού συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 12-13 Νοεμβρίου 2004
Συλλογικό έργο, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 2006, σελίδες281

Μνημεία Μακεδονικής Ιστορίας, Κωνσταντίνος Δ. Μέρτζιος
Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 2007, σελίδες .585

Μακεδονικός αγών και Μακεδόνες αρχηγοί
Δημ. Ν. ΚάκκαβοςΕταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 2007
σελίδες 333

Αφανείς γηγενείς μακεδονομάχοι 1903 - 1913
επιμέλεια: Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου
University Studio Press
Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών 2008, σελίδες 191

Αγγελίδης, Σοφοκλής, Η συµβoλή  των Πελοποννnσίων στον µακεδονικό αγώνα.
Εκδότης: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1986, σελίδες 24

Αδαµίδης, Αλέξανδρος Κ., Ο µακεδονικός αγώνας στα Καστανοχώρια.
Τυπογραφείο: Μουρµούρης, Σ.,1976, σελίδες 139







Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν τις πηγές, οι οποίες παρατίθενται, ως ελάχιστο σεβασμό στους συγγραφείς των θεμάτων. Το αν θέλουν να σεβαστούν και τούτο το ιστολόγιο ως πηγή τους, αυτό είναι θέμα αξιοπρέπειας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου