Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Μακεδονικός Αγώνας 1904 - 1908

Ο Μακεδονικός Αγώνας εντάσσεται στο Μακεδονικό Ζήτημα, το οποίο προέκυψε τον 19ο αιώνα και υπήρξε αποτέλεσμα της ιδιάζουσας εθνολογικής σύστασης του χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας. Οι αντίρροπες εθνικές κινήσεις, οι αλληλοσυγκρου- όμενες βλέψεις των βαλκανικών κρατών, η πολυγλωσσία των Χριστιανών κατοίκων, αποτέλεσαν τους παράγοντες, που έθεταν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη γέννηση, την επέκταση και την πλοκή του Μακεδονικού Ζητήματος. Το Μακεδονικό Ζήτημα αποτελεί κρίκο του Ανατολικού Ζητήματος, το οποίο προέκυψε
στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, μπροστά στην επιταχυνόμενη παρακμή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας

, προέβαλλαν αξιώσεις και επεχείρησαν κάθε είδους διείσδυση, οικονομική, πολιτική στρατιωτική ή άλλη, σε αυτό τον χώρο της ανατολικής Μεσογείου.
Το Ανατολικό Ζήτημα, επεισόδιο του οποίου αποτελεί η Ελληνική Επανάσταση, θεωρείται ότι λήγει με τον οριστικό διαμελισμό της αυτοκρατορίας, την επόμενη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ίδρυση του τουρκικού κράτους.

Ο Μακεδονικός αγώνας ήταν ένας ανορθόδοξος πόλεμος στις αρχές του 20ου αιώνα που διήρκεσε περίπου 4 χρόνια ,1904-1908,και διεξήχθη στη Μακεδονία, η οποία  τότε ήταν μέρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας,  μεταξύ κυρίως ελληνικών και βουλγαρικών ενόπλων σωμάτων, ακόμα και Σέρβων και Ρουμάνων, από τη στιγμή που έγινε αντιληπτό ότι η σημαντική αυτή επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα ήταν η επόμενη εδαφική απώλεια του Μεγάλου Ασθενούς. Ξεκίνησε από την περιοχή της Καστοριάς και περί το τέλος του πολέμου, είχε επεκταθεί σ’ όλη τη σημερινή Μακεδονία μέχρι και των περιοχών του Μοναστηρίου, Γευγελής, Δοϊράνης κλπ.

Ιδιαίτερα σκληρός ήταν ο αγώνας στην ελώδη λίμνη των Γιαννιτσών, σημείο στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο των οδικών αρτηριών, ενώ πολλές φονικές μάχες έγιναν στα βουνά της Δ. Μακεδονίας για την τελική επικράτηση σε διαφιλονικούμενα σλαβόφωνα χωριά. Από το 1906 ο τουρκικός στρατός ανέλαβε σημαντικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και περιόρισε αισθητά τη δράση των ενόπλων ομάδων, ελληνικών και βουλγαρικών. Τη διετία 1907-1908 τα ελληνικά σώματα είχαν κερδίσει σημαντικό έδαφος σε όλη την έκταση της Μακεδονίας και είχαν διασφαλίσει είτε την παραμονή, είτε την επανασύνδεση με το Πατριαρχείο πολυάριθμων ελληνικών κοινοτήτων. Η τακτική των Βουλγάρων που χρησιμοποιούσαν κάθε μέσο για να κάνουν τη Μακεδονία βουλγαρική, αφύπνισε τους Έλληνες, ανάμεσά τους Μανιάτες και Κρητικούς, που απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδος έτρεξαν εθελοντές, για να βοηθήσουν τους Έλληνες Μακεδόνες στο σκληρό και άνισο αγώνα τους.

Ο Μακεδονικός χώρος κατά την περίοδο της Οθωμανικής εξουσίας μοιραία έγινε πεδίο ανάμιξης πληθυσμών ελληνικών,σερβικών, βουλγαρικών , αφού αποτελούσε κεντρικό τμήμα του Οθωμανικού Κράτους με ελεύθερη διακίνηση των πληθυσμών . Μοιραία , επίσης , οι πληθυσμοί αυτοί , που συνεργάζονταν σε πολλούς τομείς δραστηριότητας , κυρίως οικονομικούς , γίνονταν σε μεγάλο ποσοστό δίγλωσσοι . Στις βόρειες περιοχές του γεωγραφικού  χώρου της Μακεδονίας, δηλ. πάνω από τα σημερινά βόρεια σύνορά της Ελλαδας, πλειονότητα αποτελούσαν οι Σλάβοι και οι Βούλγαροι , στις νότιες οι Έλληνες , στις μεσαίες, Βέροια , Έδεσσα , Πέλλα .., ήταν μάλλον δυσδιάκριτες οι αναλογίες και πιο συχνή η διγλωσσία των πληθυσμών .
Όταν σχηματίστηκαν ανεξάρτητα κρατίδια Βαλκανίων, το Σερβικό και το Ελληνικό κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα , το Βουλγαρικό κατά το 1878, ενώ η Μακεδονία ολόκληρη ήταν ακόμα υπό Οθωμανική κυριαρχία, όλοι αυτοί οι λαοί είχαν εθνική ιδεολογία μία : να απελευθερώσουν αλύτρωτους αδελφούς  και αυτούς του Μακεδονικού χώρου. Όλοι άκουγαν τη γλώσσα τους στα μακεδονικά εδάφη , όλοι λογάριαζαν τους δίγλωσσους δικούς τους ομοεθνείς , όλοι επικαλούνταν λόγους ιστορικούς , για να τεκμηριώσουν ως δίκαιες τις επιδιώξεις του .

Οι Έλληνες επικαλούνταν την Αρχαιότητα και τους Βυζαντινούς χρόνους , οι Βούλγαροι θυμούνταν ότι κάποτε ο ηγέτης τους Σαμουήλ 1* έκανε επιδρομές ως τη Δυτική Μακεδονία και οι Σέρβοι ότι ο Στέφανος Ντουσάν είχε επεκτείνει κάποια περίοδο το κράτος του προς νότο. Όλοι έβλεπαν σχολεία ( κοινοτικά ) κάπου μέσα στην υπόδουλη ζώνη και ήθελαν εκεί να διδάσκεται η δική τους γλώσσα , όλοι έβλεπαν ναούς χριστιανικούς και προτιμούσαν εκεί κάποιος δικός τους παπάς να διαβάζει το Ευαγγέλιο την Κυριακή , ώστε να μπορούν να προσμετρούν τους πιστούς ως δικούς τους ομοεθνείς και να διεκδικήσουν κάποια στιγμή την περιοχή για προσάρτηση στη δική τους επικράτεια , αφού η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε και δεν προστατευόταν πια από το βρετανικό « δόγμα περί Ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορί ας », ύστερα από τη γερμανική οικονομική διείσδυση σε αυτήν.
Αλλά και συνεννόηση – συμμαχία ανάμεσα στους διεκδικητές – ελευθερωτές του Μακεδονικού χώρου δεν ήταν εύκολη , γιατί όλοι είχαν βλέψεις για απελευθέρωση εδαφών και πληθυσμών περισσότερων από ό,τι τους αναγνώριζαν οι άλλοι διεκδικητές και ιδιαίτερα οι Βούλγαροι , που ήταν οι πιο διεκδικητικοί και ελαφρά υπερφίαλοι για τις στρατιωτικές προπαρασκευές τους ως « Πρώσοι των Βαλκανίων ».

Για ένα διάστημα, από το 1904 ως το 1908, οι Βούλγαροι προσπάθησαν προωθώντας ομάδες ενόπλων, τους κομιτατζήδες, να τρομοκρατούν πληθυσμούς και να τους σύρουν στη δική τους εκκλη σιαστική δικαιοδοσία, τη Βουλγαρική Εξαρχία . Οι Έλληνες απάντησαν με ένοπλες ομάδες εθελοντών για στήριξη των ελληνικών πληθυσμών . Οι Μακεδονομάχοι αυτοί πέτυχαν την αποστολή τους . Στήριξαν τους ελληνικούς πληθυσμούς στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία έναντι των πιέσεων και απειλών των Βουλγάρων . Το πρώτο βήμα για συμμαχική δράση έγινε πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους με την προσέγγιση Ελλήνων – Σέρβων . Τα επόμενα βήματα έγιναν όταν πια άνοιγε ο δρόμος του Βαλκανοτουρκικού Πολέμου ,του Α ́ Βαλκανικού Πολέμου το 1912-1913.


H ανατολική κρίση και οι συνέπειές της  1875-1878

Κρίσιμη χρονική καμπή, που επαναπροσδιόρισε το ενδιαφέρον για την τύχη των ιστορικών ελληνικών χωρών, ιδίως δε της Μακεδονίας, και έδωσε νέα ώθηση στον ελληνικό αλυτρωτισμό, αποτέλεσε η δεκαετία του 1870. ηταν τότε, που ο ελληνικός αλυτρωτισμός συνάντησε και αναμετρήθηκε για πρώτη φορά στη Μακεδονία με τους αντίστοιχους αλυτρωτισμούς και τις μεγάλες ιδέες των γειτονικών βαλκανικών λαών, Βουλγάρων και Σέρβων. Προηγήθηκε η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870, ακολούθησε η Ανατολική Κρίση το 1875 και τελικά η υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, το 1878, που δημιούργησε πρόσκαιρα τη «Μεγάλη Βουλγαρία», απειλώντας έτσι τα συμφέροντα του Ελληνισμού στη μακεδονική ενδοχώρα. Ο φόβος του Πανσλαβισμού κινητοποίησε τόσο τις επίσημες ελληνικές διπλωματικές αρχές όσο και τις προστάτιδες δυνάμεις, ιδίως την Αγγλία, οι οποίες δεν έβλεπαν ευνοϊκά την αύξηση της ρωσικής επιρροής στη Νότια Βαλκανική.

Την τριετία 1875 -1878 οι ραγδαίες εξελίξεις στα μέτωπα του πολέμου αρχικά με την επανάσταση στην περιοχή της Ερζεγοβίνης, το1875, στη συνέχεια με τον Σερβοτουρκικό πόλεμο του 1876 και με τη βουλγαρική επανάσταση τον Απρίλιο του ίδιου έτους προκάλεσαν γενικότερη κρίση στη βαλκανική καρδιά της οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οταν τον Δεκέμβριο του 1876 συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη η Συνδιάσκεψη των Πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων προκειμένου να ασχοληθεί για πρώτη φορά με την υπόθεση της Μακεδονίας, άρχισε να γίνεται αντιληπτό σε Αθήνα, Σόφια και Βελιγράδι πως η ώρα του ξεκαθαρίσματος λογαριασμών στην περιοχή είχε φτάσει. Μάλιστα, φήμες που διέρρεαν από τη Συνδιάσκεψη και έκαναν λόγο για παραχώρηση του μεγαλύτερου μέρους των μακεδονικών εδαφών στην υπό σύσταση βουλγαρική ηγεμονία προκάλεσαν αναταραχή στους Ελληνες της Μακεδονίας. Στα ελληνικά προξενεία Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου, αλλά και στο οικουμενικό Πατριαρχείο έφταναν επιστολές με εκατοντάδες υπογραφές Μακεδόνων που διαμαρτύρονταν για τις προθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων.
«Οδυνηροτάτην ενεποίησεν εις τους κατοίκους της Μακεδονίας εντύπωσιν η διά των  εφημερίδων και ιδιωτικών επιστολών διαδοθείσα είδησις ότι το Ευρωπαϊκόν Συνέδριον χαρακτηρίζον το πλείστον μέρος της Μακεδονίας σχεδόν άχρι της Θεσσαλονίκης ως Βουλγαρίαν ζητεί να εγκαθιδρύση εν αυτή τον βουλγαρισμόν... αι άδικοι δε αύται προτάσεις αι τείνουσαι εις το να χαρακτηρίσωσι χώρας ελληνικάς ως Βουλγαρικάς και παραδώσωσιν αυτάς έρμαιον εις τους βουλγάρους δεν συνεκίνησαν μόνον τους Ελληνας αλλά έτι μάλλον τους Ελληνίζοντας Βουλγάρους», πληροφορούσε το υπουργείο των Εξωτερικών στις 30 Δεκεμβρίου του 1876 ο Ελληνας γενικός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Κωνσταντίνος Βατικιώτης.

Οι ατελέσφορες συζητήσεις στην Κωνσταντινούπολη μπορεί προς στιγμήν να λειτούργησαν ανακουφιστικά για τα ελληνικά ερείσματα στη Μακεδονία, σύντομα όμως αναζωπυρώθηκαν εκ   νέου, μετά το ξέσπασμα ενός ακόμη ρωσοτουρκικού πολέμου, τον Απρίλιο του 1877, έως και τις αρχές του 1878. Στη διάρκειά του σημειώθηκε μεταστροφή της επίσημης ελληνικής στάσης στην υπόθεση της Μακεδονίας και μετατόπιση του κέντρου βάρους της από το ενδιαφέρον για την εμπορική δραστηριότητα στην αγωνία για την τύχη του Ελληνισμού λόγω της έντασης της σλαβικής δραστηριότητας στην περιοχή, χωρίς ωστόσο να είναι αρκετή ώστε να οδηγήσει σε απόφαση επίσημης εμπλοκής, παρά μόνο στην εντατικοποίηση των διπλωματικών παρεμβάσεων κατά κανόνα αμυντικών και την ενίσχυση ιδιωτικών σωματείων που δραστηριοποιούνταν στο μακεδονικό χώρο.

Μεσούσης της Ανατολικής Κρίσης, η Ελλάδα έμοιαζε με ηφαίστειο έτοιμο να  εκραγεί. Στην πρωτεύουσα, σωματεία, ενώσεις και αδελφότητες οργάνωναν καθημερινά λαϊκά συλλαλητήρια, πιέζοντας την κυβέρνηση να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία, τασσόμενη στο πλευρό των ρώσων που προήλαυναν από τον Βορρά. Στους Στύλους του Oλυμπίου Διός, στο Θησείο και κάτω από την Ακρόπολη πραγματοποιούνταν στρατιωτικά γυμνάσια. Σαλπίσματα ηχούσαν στους δρόμους, ενώ τα μικρά παιδιά γυμνάζονταν με πολεμικά παιχνίδια. Παράλληλα, κατά τη διάρκεια του 1877, διάφορες εθνικές εταιρίες άρχισαν να διενεργούν εράνους, να αγοράζουν όπλα και να προετοιμάζουν εξεγέρσεις στις υπόδουλες επαρχίες υποκαθιστώντας για μια ακόμη φορά την επίσημη κυβέρνηση.

Την ίδια περίοδο, οι αναφορές από τη Μακεδονία σχετικά με τις προϋποθέσεις επιτυχίας ενός επαναστατικού εγχειρήματος ήταν μάλλον απογοητευτικές.
 «O τόπος δεν είναι αρκούντως προπαρασκευασμένος εις τοιαύτην εξέγερσιν. οι δε ολίγοι άνδρες, ους διαθέτουσι και θέλουσι διευθύνη προς τα μέρη εκείνα αι επαναστατικαί εταιρίαι, δεν αρκούσιν όπως υποστηρίξωσι κίνημα άξιον λόγου και δυνάμενον ν’ ανθέξη εις σπουδαίαν τινά επίθεσιν υπό των Τούρκων, θα εκθέση δ’ απλώς τον τόπον εις δηώσεις και σφαγάς ανυπολογίστους διότι οι ιδιώται Τούρκοι των επαρχιών Σερβίων, Κζάνης και Ανασελίτσης εισί καλώς εξωπλισμένοι δι’ όπλων νέου συστήματος άτινα έδωκεν αυτοίς η Κυβέρνησις, έχουσι άφθονα πολεμοφόδια, είναι δε περιπλέον επηρμένοι εκ των τελευταίων επιτυχιών της Τουρκίας», σημείωνε προφητικά προς τον Αλέξανδρο Κοντόσταυλο ο Κωνσταντίνος Βατικιώτης τον Ιανουάριο του 1877.

Οι παρατηρήσεις του Βατικιώτη αφορούσαν κατεξοχήν δύο από τις εταιρίες που δραστηριοποιούνταν στο χώρο της Μακεδονίας, την «Αδελφότητα» και την «Εθνική Αμυνα». Η «Αδελφότης» είχε ιδρυθεί από τον μακεδονικής καταγωγής λοχαγό του Πυροβολικού Κωνσταντίνο Ισχόμαχο και έως τις αρχές του 1878 είχε απλώσει το δίκτυό της στο μεγαλύτερο μέρος της Νοτιοδυτικής Μακεδονίας. οι δύο οργανώσεις συνεργάστηκαν στη διάρκεια του 1877 με σκοπό να προκαλέσουν γενικές εξεγέρσεις σε Θεσσαλία, ηπειρο, Μακεδονία και Θράκη, ενώ στην Κεντρική Επιτροπή τους συμμετείχε και ο μακεδονικής καταγωγής Λεωνίδας Πασχάλης, καθώς και ο προαναφερθείς Κωνσταντίνος Ισχόμαχος. Παράλληλα με τις εταιρίες αλλά ανεξάρτητα από αυτές δρούσε και ο ρομαντικός ιδεολόγος Λεωνίδας Βούλγαρης, γιος σλαβόφωνου αγωνιστή του ’21.

Στις αρχές του 1878 πραγματοποιήθηκε μεγάλη συγκέντρωση Μακεδόνων στην Αθήνα. Εκεί εκλέχθηκε μία Μακεδονική Επιτροπή. Πρόεδρός της ορίστηκε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωάννης Πανταζίδης και μέλη ο στρατιωτικός γιατρός Γεώργιος Παπαζήσης, ο καθηγητής Νικόλαος Χαλκιόπουλος και οι δικηγόροι Λεωνίδας Πασχάλης και Στέφανος Δραγούμης, ο οποίος ήταν γόνος της γνωστής μακεδονικής οικογένειας των Δραγουμαίων από το Βογατσικό της Καστοριάς.

Η συνεργασία των μακεδονικών οργανώσεων οδήγησε τελικά στην περίφημη εξέγερση του Ολύμπου, τον Φεβρουάριο του 1878. Την ίδια στιγμή που στο προάστιο της Κωνσταντινούπολης   Αγιος Στέφανος αποφασιζόταν η παραχώρηση του μεγαλύτερου μέρους της μείζονος Μακεδονίας στη βουλγαρική ηγεμονία, στους πρόποδες του Oλύμπου, στο Λιτόχωρο, σχηματιζόταν η «Προσωρινή Κυβέρνηση της Μακεδονίας» με πρόεδρο τον Ευάγγελο Κοροβάγκο.
Με προκήρυξή τους προς τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη, οι επαναστάτες του Λιτοχώρου διατράνωναν τη θέλησή τους να αγωνιστούν για την ένωση της Μακεδονίας με την Ελλάδα. Επικεφαλής της εξέγερσης τέθηκε ο λοχαγός Κοσμάς Δουμπιώτης, ο οποίος, μαζί με 500 άνδρες, αποβιβάστηκε στις ακτές του Λιτοχώρου και για δύο μήνες πρωτοστάτησε στις ηρωικές, αλλά τελικά αποτυχημένες προσπάθειες για την απελευθέρωση της περιοχής.
Ισχυρές οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις κατέφθασαν σύντομα, καταστέλλοντας με βίαιο τρόπο κάθε επαναστατική διάθεση.

«Το Λιτόχωρον εγκαταλειφθέν υπό των ολιγίστων επαναστατών των εν αυτώ ευρισκομένων κατά την επίθεσιν του τουρκικού στρατού, ελεηλατήθη υπό των τουρκικών στρατευμάτων και παρεδόθη ολόκληρον εις το πυρ, εξαιρέσει μιας εκκλησίας και ολιγίστων οικιών. ... Αι εξακόσιαι περίπου οικογένειαι των Λιτοχωρινών, αφού απεγυμνώθησαν και εστερήθησαν των πάντων, εισί καταδεδικα  σμένοι υπό της φιλανθρωπίας του Ασσάφ πασσά να μένωσιν άστεγοι και άσιτοι, εκτεθειμένοι εις τον κίνδυνον ν’ αποθάνωσιν υπό του ψύχους και της πείνης ή να κακοποιηθώσιν υπό των οση  μέραι συσσωρευομένων εκεί παντοίων ατάκτων στοιχείων, Κιρκασίων, Αλβανών Γκέγκιδων κ.τ.λ.», αναγραφόταν σε αναφορές του προξενείου Θεσσαλονίκης τον Μάρτιο του 1878.

Ταυτόχρονα με το Λιτόχωρο, επαναστατικά κινήματα ξέσπασαν και σε άλλες μακεδονικές εστίες ιδιαίτερα στη Δυτική Μακεδονία, τα οποία επίσης κατεστάλησαν, μετά την πάροδο μερικών μηνών, από οθωμανικά στρατεύματα. Είχε βεβαίως μεσολαβήσει, το καλοκαίρι του 1878, η υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου, η οποία ακύρωσε τα συμφωνηθέντα στον Αγιο Στέφανο ανακου  φίζοντας προσωρινά τους Ελληνες Μακεδόνες. Σε ένα άλλο επίπεδο, εκείνο της Θεσσαλίας, η Συνθήκη του Βερολίνου άνοιξε το δρόμο για την παραχώρηση, τρία χρόνια αργότερα, το 1881, της περιοχής μαζί με το διαμέρισμα της Αρτας στην Ελλάδα. ωστόσο, στο ζήτημα της Κύπρου ο ελλη  νικός αλυτρωτισμός υπέστη μια σημαντική ήττα, αφού το νησί παραχωρήθηκε στη Βρετανία. ιδιωτικές πρωτοβουλίες

H αναθεώρηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου
ανατέθηκε στο διεθνές Συνέδριο του Βερολίνου
το οποίο κατέληξε να μηδενίσει σχεδόν τα κέρδη
της Ρωσίας επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας


Η αποτροπή των ρωσικών σχεδίων στο Βερολίνο διευκόλυνε προς στιγμήν τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία είχε περιέλθει σε δύσκολη θέση λόγω των απρόσεκτων χειρισμών της στις αρχές του 1878, που λίγο έλειψε να οδηγήσουν σε ελληνοτουρκική σύρραξη. Η εμπλοκή διαφόρων «πατριωτικών» οργανώσεων στη χάραξη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είχε αποδειχθεί μάλλον επιβλαβής, ωστόσο ο ελληνικός πολιτικός κόσμος ήταν ανίκανος να τις ελέγξει. Το επόμενο διάστημα οι οργανώσεις αυτές, στις οποίες συμμετείχαν επιφανή στελέχη της αθηναϊκής κοινωνίας, συνέχισαν να υποθάλπουν τη δράση αντάρτικων ομάδων στις υπόδουλες περιοχές, ιδιαίτερα δε στην Κρήτη και τη Μακεδονία, οι οποίες βρίσκονταν στην κορυφή  των ελληνικών ενδιαφερόντων.
Στις αρχές Νοεμβρίου του 1878 ο δάσκαλος Αναστάσιος Πηχεών από το Αργος Ορεστικό, όπου βρισκόταν, με επιστολή του προς τον πρόξενο στη Θεσσαλονίκη Κωνσταντίνο Βατικιώτη αποτύπωνε την απογοήτευση των Ελλήνων Μακεδόνων από τις πρόσφατες εξελίξεις, τον πόθο τους για ελευθερία και την αδυναμία της επίσημης Ελλάδας να τους συνδράμει, την ίδια ώρα που η βουλγαρική επαναστατική δραστηριότητα εντεινόταν.

« Οι Χριστιανοί κάτοικοι των μερών τούτων εις τοιαύτην περιήλθον κατάστασιν, ώστε ου μόνον ρωσσοβουλγαρικάς συμμορίας, αλλά και ινδοσινικάς συμμορίας με ανοικτάς αγκάλας θέλουσι δεχθή, εάν αύται προκηρύξουσι την από του υπάρχοντος ζυγού απελευθέρωσιν. Πάντες είχον εστραμμένα τα βλέμματά τους τέως προς την ελευθέραν Ελλάδα ως προς πολικόν αστέρα και από αυτής προσεδόκουν το παν, αλλ’ ήδη απωλέσαντες τας περιουσίας, προσβαλλόμενοι καθ’ εκάστην την οικογενειακήν τιμήν και βλέποντες τας εαυτών γυναίκας και θυγατέρας ατιμαζομένας υπό των ατάκτων στιφών, κινδυνεύοντες δε ανά πάσαν στιγμήν και αυτήν την ζωήν, στρέφουσιν απανταχόσε τα βλέμματα, όπως ίδωσί που σωτήρα», υποστήριζε ο Μακεδόνας εκπαιδευτικός.

Παρόμοια ήταν η κατάσταση που επικρατούσε σε όλη σχεδόν τη γεωγραφική Μακεδονία, ενώ οι ελληνικές αντάρτικες ομάδες, που λίγους μήνες νωρίτερα είχαν αναστατώσει τις οθωμανικές αρχές με τη δράση τους, απηύθυναν απελπισμένες εκκλήσεις στους Ελληνες διπλωμάτες για αποστολή ενισχύσεων και παροχή οδηγιών. «Τα πολεμοφόδιά μας εσοθήκανε. Και τούτου σας ζητούμεν να μας πληροφορήσετε και μας συμβουλέψετε τι να πράξομεν», ρωτούσε τον Βατικιώτη με επιστολή του ένας από τους αντάρτες, ο Βαγγέλης Χοστέβας. Η υποχώρηση της δράσης των ελληνικών αντάρτικων ομάδων συνοδεύτηκε μάλιστα από εντατικοποίηση της δράσης Τουρκαλβανών ληστών, οι οποίοι τρομοκρατούσαν τα χωριά στη Δυτική Μακεδονία «δίκην ακρίδος», «από χωρίου εις χωρίον μεταβαίνοντες παντοίας διαπράττουσιν αθεμιτουργίας κατά των ατυχών Χριστιανών», με αποτέλεσμα «οι κάτοικοι εκλιπόντες αυτήνεγένοντο φυγάδες και μετανάσται άλλοι ενταύθα και άλλοι αλλαχού... Οι ευπορώτεροι κάτοικοι μηνάστευσαν διά τον φόβον μη πάθωσι τα αυτά ή και χείρονα».


 Η ελληνοβουλγαρική διαμάχη, το Πατριαρχείο και η Eξαρχία
  
Η ελληνοβουλγαρική εκκλησιαστική διαμάχη εξελίχτηκε σε μείζον ζήτημα κατά τη δεκαετία του1840, οπότε και μια μερίδα εμπόρων, τεχνιτών, λογίων και κληρικών, ιδίως από τη βουλγαρική παροικία της πρωτεύουσας, εκφράστηκε ανοιχτά υπέρ της παρουσίας περισσότερων ιεραρχών βουλγαρικής καταγωγής στις μητροπόλεις με βουλγαρικό πληθυσμό και υπέρ της παραχώρησης στους εκπροσώπους της παροικίας του δικαιώματος να απευθύνονται κατευθείαν στη σουλτανική αρχή κι όχι μέσω του Πατριαρχείου. Tα αιτήματα αυτά εξελίχθηκαν στην επόμενη δεκαετία στην απαίτηση εκκλησιαστικής αυτονομίας έναντι του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Στην εξέλιξη αυτή έπαιξε σημαντικό ρόλο η προκήρυξη του μεταρρυθμιστικού προγράμματος του Χάτι Χουμαγιούν 3* το 1856, το οποίο προέβλεπε την αναδιοργάνωση των μιλέτ, των εκκλησιαστικοπολιτικών οργανισμών των μη μουσουλμάνων. Oι βούλγαροι εθνικιστές, ζητώντας αυτονομία από το Πατριαρχείο, επιδίωκαν τη συγκρότηση των Βουλγάρων σε χωριστό μιλέτ, το οποίο δε θα διακρινόταν από το ορθόδοξο με βάση το θρήσκευμα αλλά την εθνικότητα.

Το 1858 πραγματοποιήθηκε συνέλευση αντιπροσώπων στο Πατριαρχείο, στην οποία συμμετείχαν και Βούλγαροι. Όμως, οι υπερβολικές αξιώσεις τους για σχεδόν πλήρη αυτονόμηση του βουλγαρικού κλήρου και επέκτασή του στις λεγόμενες μικτές περιοχές, δήλωναν ξεκάθαρα τον εθνοφυλετικό χαρακτήρα τους. Το Πατριαρχείο αντιπρότεινε ένα σχέδιο 15 άρθρων με αρκετές υποχωρήσεις, που έγινε αρχικά δεκτό από τη μετριοπαθή μερίδα των Βουλγάρων αλλά τελικά απορρίφθηκε. Ακολούθησε μια σειρά διαβουλεύσεων που θα καθόριζαν σε ποιες επαρχίες θα τοποθετούνταν βούλγαροι ιερείς, υπο τη σκέπη πάντα του Πατριαρχείου.
 Η πολιτικοποίηση της θρησκείας στα πλαίσια του συστήματος των μιλέτ και η ανάπτυξη του εθνικισμού στα Βαλκάνια κατέστησαν εξ αρχής την ελληνοβουλγαρική εκκλησιαστική διαμάχη σε αντιπαράθεση δύο εθνικών κινημάτων για τον πολιτικό έλεγχο των ορθοδόξων των οθωμανικών Βαλκανίων. 'Oπως θα περίμενε κανείς, την πιο ανυποχώρητη στάση κράτησαν και από τις δύο πλευρές οι λαϊκοί, οι οποίοι εξώθησαν τα πράγματα στα άκρα. Η ρήξη που επήλθε στα 1860, όταν κατά την τέλεση της λειτουργίας του Πάσχα στο βουλγαρικό ναό της Κωνσταντινούπολης παραλείφθηκε σκόπιμα η αναφορά στον Πατριάρχη ως κεφαλής της Εκκλησίας, δε στάθηκε δυνατό να γεφυρωθεί. Σε πολλές βουλγαρικές πόλεις ο πληθυσμός εξεδίωξε πραξικοπηματικά τους Έλληνες μητροπολίτες. Στην Πύλη κατέφταναν απ' όλη τη Βουλγαρία αιτήσεις των κοινοτήτων για απόσχιση από το Πατριαρχείο.

 Η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας

 Το 1867 το ζήτημα φάνηκε πως θα λυθεί μετά τις προτάσεις του Πατριάρχη Γρηγορίου Στ΄ για αυτοδιοικούμενη Βουλγαρική Εκκλησία στις βόρειες περιοχές, που θα είχε όμως πνευματικούς δεσμούς με το Πατριαρχείο. Ομοίως με τα προηγούμενα, το σχέδιο αυτό απορρίφθηκε και η οθωμανική διοίκηση ύστερα από ρωσικές πιέσεις αναγνώρισε με φιρμάνι, το  Χάτι Χουμαγιούν 3* του 1870  την Αυτοκέφαλη Βουλγαρική Εκκλησία με επικεφαλή έξαρχο.

Το φιρμάνι όριζε τη δικαιοδοσία της Εξαρχίας ανάμεσα στην οροσειρά του Αίμου και τον Δούναβη μαζί με την Δοβρουτζά, ενώ επεκτάθηκε αργότερα δυτικά στην ζώνη των Σκοπίων, του Κιουστεντίλ, της Αχρίδας και των Βελεσσών. Από τις παραπάνω περιοχές εξαιρούνταν η παραθαλάσσια περιοχή της Βάρνας, η Φιλιππούπολη, η Στενήμαχος και τα γύρω χωριά τους, όπου ζούσαν ελληνικοί πληθυσμοί.
 Στο περίφημο δέκατο άρθρο του φιρμανιού οριζόταν ότι εκτός από τις μητροπόλεις που ο σουλτάνος επικύρωνε στην Eξαρχία σ' αυτήν θα μπορούσαν να υπαχθούν μελλοντικά και άλλες, αν τουλάχιστον τα 2/3 των κατοίκων τους το επιθυμούσαν. Με αυτό τον τρόπο η σουλτανική απόφαση αντί να λύσει την ελληνοβουλγαρική διαμάχη την αναζωπύρωσε.


Η Πανορθόδοξη Σύνοδος που συγκλήθηκε το 1872 κήρυξε ως σχισματική την Βουλγαρική Εξαρχία λόγω του καθαρά εθνοτικού χαρακτήρα της και της μη μνημόνευσης του Πατριάρχη κατα τις λειτουργίες, γεγονότα παράτυπα σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση. Έτσι, προκλήθηκε το σχίσμα στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία που εξυπηρετούσε συνάμα τα συμφέροντα των Οθωμανών, καθώς αποφεύχθηκε προς το παρόν η κοινή δράση των Χριστιανών εναντίον τους. Επίσης, ο άκρατος εθνοφυλετισμός της Εξαρχίας καθόρισε σε απόλυτο σχεδόν βαθμό την ταύτιση της έννοιας του εξαρχικού με αυτή του Βούλγαρου. Δεν είναι τυχαίο που η ίδρυση της Βουλγάρικης Εκκλησίας αποτελεί την απαρχή του Μακεδονικού Ζητήματος, που θα μετατραπεί σε ένοπλη αντιπαράθεση κατα τις επόμενες δεκαετίες.

Στην ελληνοβουλγαρική διαμάχη για την ίδρυση ανεξάρτητης βουλγαρικής Εκκλησίας αναμείχθηκε και η Ρωσία, που τελικά πήρε το μέρος της Βουλγαρίας.Ο κόμης Νικόλαος Πάβλοβιτς Ιγνάτιεφ, ο ρώσος πρεσβευτής στην Πόλη και οπαδός του πανσλαβισμού, υποστήριξε την ίδρυση βουλγαρικής Εξαρχίας αλλά και αυτόνομης βουλγαρικής επαρχίας.

 Oι Oθωμανοί επιχείρησαν κατ' αρχήν να συμβιβάσουν τις δύο πλευρές, όταν όμως διαπίστωσαν ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό, τάχθηκαν υπέρ των Βουλγάρων, από τη μια για να αποτρέψουν πιθανές εξεγέρσεις στις βουλγαρικές περιοχές και από την άλλη για να αποδυναμώσουν το Πατριαρχείο, το οποίο έκριναν ότι κινδύνευε να γίνει υποχείριο του ελληνικού εθνικισμού. Με παρόμοιο τρόπο, αν και για άλλους λόγους, κινήθηκαν οι Ρώσοι.
Στην αρχή προσπάθησαν να αποτρέψουν τη διάσπαση των ορθοδόξων, οι οποίοι αποτελούσαν το νομιμοποιητικό επιχείρημα για τις επιδιώξεις τους στα Βαλκάνια. Μόνον όταν οι προσπάθειές τους απέτυχαν, πήραν το μέρος των Βουλγάρων, κρίνοντας το μη χείρον βέλτιστον. Aπό τη μια θεώρησαν ότι ο προσεταιρισμός των Βουλγάρων θα αποτελούσε αντίπραξη στην επιρροή που ασκούσε η Μεγάλη Βρετανία στην Eλλάδα από την άλλη ανταποκρίθηκαν στις επιταγές των ρώσων πανσλαβιστών, οι οποίοι, αν και βεβαίως δεν καθόριζαν τη γραμμή πλεύσης της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, κέρδιζαν ολοένα έδαφος στη διανόηση και στην κοινή γνώμη της τσαρικής Aυτοκρατορίας προπαγανδίζοντας την πολιτική ένωση όλων των Σλάβων υπό ρωσική κηδεμονία.


Η «Εθνική Εταιρεία» 1894

Ωστόσο, οι άκαρπες επαναστατικές ενέργειες του 1878 δεν στάθηκαν ικανές να αναχαιτίσουν την επαναστατική ορμή για την απελευθέρωση της Μακεδονίας.Οσο μάλιστα το δίκτυο των διπλωματών των κληρικών και των δασκάλων μετέφερε στην Αθήνα ζοφερές εικόνες από την επικρατούσα κατάσταση στη μακεδονική ενδοχώρα, όπου η βουλγαρική προπαγανδιστική εκστρατεία βρισκό  ταν στο απόγειό της, τόσο οι μυστικές ζυμώσεις για την ανάληψη δράσης πολλαπλασιάζονταν.
Ο πρωταγωνιστικός ρόλος στο συντονισμό των κινήσεων πέρασε στα χέρια της «Εθνικής Εταιρείας» μιας μυστικής πατριωτικής οργάνωσης η οποία ιδρύθηκε το 1894 από επιφανείς προσωπικότητες της αθηναϊκής κοινωνίας.
Η «Εθνική Εταιρεία» συγκρότησε τον Ιούλιο του 1896 οκτώ αντάρτικα σώματα αποτελούμενα από 500 περίπου αντάρτες, ανάμεσά τους και πολλούς Μακεδόνες πρόσφυγες, που είχαν καταφύγει στη Θεσσαλία μετά την επανάσταση του 1878, και τα απέστειλε στη Μακεδονία στο πλαίσιο αντιπερι - σπασμού στην Πύλη για τα γεγονότα που διαδραματίζονταν την ίδια περίοδο στην Κρήτη. ο μως το Κίνημα του 1896, που είχε επικεφαλής τον Αθανάσιο Μπρούφα από το Αηδόνι των Γρεβενών, πνίγηκε τελικά στο αίμα από τον τουρκικό στρατό.

Οι  πρωτοβουλίες της «Εθνικής Εταιρείας» επαναλήφθηκαν ένα χρόνο αργότερα, κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου, στην οριοθετική γραμμή της Θεσσαλίας.
Χαρακτηριστικό του εν  θουσιασμού που επικρατούσε στις τάξεις του ελληνικού στρατεύματος ήταν το γεγονός ότι οι στρατιώτες που οδηγούνταν στο μέτωπο ανάμεσά τους και ο νεαρός ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς, γαμπρός του Δραγούμη ζητωκραύγαζαν υπέρ της Μακεδονίας. Ιδιες ήταν και οι αντιδράσεις του κόσμου στο Βελεστίνο και τη Λάρισα, όπου έφταναν οι στρατιώτες προωθούμενοι στην πρώτη γραμμή της μάχης. Ωστόσο, η τραγική κατάληξη του πολέμου του 1897, με την ατιμωτική ήττα για τα ελληνικά όπλα, ακύρωσε κάθε σκέψη για υποκίνηση εξεγέρσεων στη Μακεδονία.

Τη ζοφερή εκείνη κατάσταση αποτύπωσε με εύγλωττο τρόπο ο Παύλος Μελάς: «Οσοι έχομεν ολίγον φιλότιμον και φιλοπατρίαν», έγραφε προς τη γυναίκα του Ναταλία, «εγίναμεν χίλια κομμάτια διά να τακτο  ποιήσωμεν και ενθαρρύνωμεν τον στρατόν μας και σας βεβαιώ ότι οι ταπεινοί και ασήμαντοι αν  θυπολοχαγοί, κατώρθωσαν προς τούτον τον σκο  πόν, πολύ περισσότερα από τους λιποψύχους και αναλγήτους αρχηγούς των. Είμεθα περίπου 40.000 άνδρες... το ηθικόν και πάλιν εξαίρετον μέχρι του βαθμού του λοχαγού, ώστε με ολίγην απόφασιν των ανωτέρων θ’ αποπλύνωμεν το αίσχος. Εγώ δεν απελπίζομαι ακόμη. Μη με παίρνετε διά τρελόν · δεν εννοώ βεβαίως ότι θ’ ανακτήσωμεν παν ό,τι απωλέσαμεν, αλλ’ έχω την πεποίθησιν ότι, με ολίγον θάρρος και ολίγην φιλοπατρίαν, δυνάμεθα πολλά ακόμη να πράξωμεν όπως ολιγοστεύσωμεν την ατιμίαν της πατρίδος». Η επίσημη Ελλάδα είχε αποδειχθεί τραγικά αδύναμη. Ετσι, μοιραία, η σκυτάλη ανάληψης πρωτοβουλιών πέρασε και πάλι στα χέρια του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των διαφόρων ιδιωτικών σωματείων.
  


Ο  ''ατυχής'' πόλεμος του 1897

Tο τέλος του 19ου αιώνα έφερε μαζί του και το τέλος μιας αυταπάτης. H Eλλάδα χρεωκοπημένη ήδη οικονομικά χρεωκόπησε επιπλέον πολιτικά και στρατιωτικά με τον ατυχή πόλεμο του 1897. Mε την έναρξη του 1897 τα πνεύματα στην Eλλάδα ήταν ήδη πολύ οξυμένα από την κρητική εξέγερση και τις σφαγές από τους Τούρκους.

Στην Eυρώπη πολλές πλευρές απαιτούσαν μιαν επέμβαση των Δυνάμεων υπέρ των Kρητικών και στην Eλλάδα η κοινή γνώμη πίεζε για την αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί. Την περιορισμένη δράση του ελληνικού στόλου συμπλήρωσε η αποστολή στην Κρήτη του υπασπιστή του βασιλιά Tιμολέοντος Bάσσου με δύναμη 1.500 αντρών. Oι ελληνικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στις 3 Φεβρουαρίου στον όρμο Kολυμπάρι και προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα τετελεσμένο κατοχής και προσάρτησης του νησιού στο ελληνικό κράτος.
Oι Δυνάμεις δεν αποφάσισαν τον αποκλεισμό του Πειραιά ή κάποια δυναμική κίνηση εναντίον της Eλλάδας, όπως ζητούσε η Πύλη και ο Kάιζερ. H αποβίβαση ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων στην Kρήτη δημιούργησε ένα κλίμα άμεσης σύγκρουσης, αλλά η συμπάθεια της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την Eλλάδα κλίμα απέτρεπε αυστηρότερη στάση της Aγγλίας και της Γαλλίας. Πιθανόν η κυβέρνηση Δηλιγιάννη περίμενε έναν αποκλεισμό ανάλογο με του 1886, για να απεμπλακεί από την υπόθεση με κάποια διπλωματικά κέρδη για την Kρήτη. H τελεσιγραφική διακοίνωση των Δυνάμεων στις 18 Φεβρουαρίου - 2 Mαρτίου οδήγησε στην ανάκληση του ελληνικού στόλου. Oι στόλοι των Δυνάμεων απέκλεισαν το νησί και αποβίβασαν στρατεύματα κατοχής, επιβάλλοντας τη λύση της αυτονομίας του νησιού.

Στα ελληνοτουρκικά σύνορα όμως η ένταση είχε κλιμακωθεί επικίνδυνα. Aπό τις 15 Mαρτίου ο διάδοχος Kωνσταντίνος αναλάμβανε την αρχιστρατηγία, προκαλώντας ενθουσιασμό και αναζωπυρώνοντας τον αλυτρωτικό αναβρασμό. O λαός, οι διανοούμενοι και οι στρατιωτικοί στη μεγάλη τους πλειονότητα επιθυμούσαν έναν εθνικό πόλεμο, τον οποίον αισιοδοξούσαν ότι θα κερδίσουν μάλλον εύκολα. Mετά την εισβολή των ενόπλων της Eθνικής Eταιρείας στη Mακεδονία, η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να αποσείσει τις ευθύνες από πάνω της. Όμως η Πύλη ανακοίνωσε στις 5 Aπριλίου την απόφασή της να διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με την Aθήνα.
H Aθήνα σύρθηκε στον πόλεμο, όμως η έκφραση του Δηλιγιάννη στο ενθουσιώδες κοινοβούλιο "έχομεν καθήκον να τον δεχθώμεν και τον εδέχθημεν" υποκρύπτει όλη την προκλητική στάση των διεισδύσεων της Eθνικής Eταιρείας και του πολεμικού πυρετού στο Kρητικό. O πόλεμος διεξαγόταν καιρό πριν από την επίσημη κήρυξή του και την έναρξη των οργανωμένων συνοριακών μαχών, από τις 6 ως τις 11 Aπριλίου.

Tα ελληνικά στρατεύματα απροετοίμαστα και άπειρα από πόλεμο ηττήθηκαν και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν από τις αρχικές τους θέσεις. Oι οθωμανικές δυνάμεις άρχισαν να προωθούνται στα ελληνικά εδάφη. Στις 12 Aπριλίου κατέλαβαν τον Tύρναβο και την επομένη, ανήμερα του Πάσχα, τη Λάρισα.
Oι ελληνικές δυνάμεις υποχώρησαν στα Φάρσαλα, όπου και ανασυντάχτηκαν. Mόνο μια ταξιαρχία υπό τον συνταγματάρχη Kωνσταντίνο Σμολένσκη ανασυγκροτήθηκε στο Bελεστίνο, για να διατηρήσει τον έλεγχο του δρόμου και του σιδηροδρόμου προς την πόλη του Bόλου. Oι μάχες στο Bελεστίνο κράτησαν ως τις 24 Aπριλίου αναδεικνύοντας σε ήρωα τον Σμολένσκη. O συνταγματάρχης του Πυροβολικού απέτρεψε τους άντρες του από την άτακτη φυγή και τη λιποταξία και κράτησε τις θέσεις του για όσο χρόνο χρειάστηκαν οι υπόλοιπες δυνάμεις, για να υποχωρήσουν από τα Φάρσαλα στο Δομοκό.
Oι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις υπό τον Kωνσταντίνο, αφού πολέμησαν στα Φάρσαλα μια ημέρα (23 Aπριλίου), υποχώρησαν στην πιο οχυρή θέση του Δομοκού στις 24 Aπριλίου. Δύο μέρες μετά τα οθωμανικά στρατεύματα κατέλαβαν το Bόλο.
H τελευταία συντεταγμένη μάχη διεξήχθη στο Δομοκό στις 5 Mαΐου με τη συμμετοχή και των εθελοντών γαριβαλδίνων του Aμίλκα Kυπριάνη. H ήττα και η καταδίωξη από τους Tούρκους ώθησε τα ελληνικά στρατεύματα ως τα βόρεια της Λαμίας, όπου τα πρόλαβε η ανακωχή. Tην τύχη του θεσσαλικού μετώπου δεν ακολούθησε το ηπειρωτικό, αφού μετά τις μάχες των Πέντε Πηγαδιών στις 11-17 Aπριλίου και του Γκρίμποβο στις 1-3 Mαΐου, οι άντρες του υποστράτηγου Θρασύμβουλου Mάνου υποχώρησαν ελάχιστα από τα σύνορα του 1881.

Στη Θεσσαλία, μέσα σε ένα μήνα ο ελληνικός στρατός είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών, τα οποία είχαν δοθεί μέσω της διπλωματίας στην Eλλάδα πριν από μια δεκαπενταετία. H ανακωχή που κηρύχτηκε ύστερα από παρέμβαση του τσάρου στις 5 Mαΐου δεν τερμάτισε την κατοχή της Θεσσαλίας από τα οθωμανικά στρατεύματα, τα οποία αποχώρησαν μόλις το Mάιο του 1898, αφού προέβησαν σε μεγάλες καταστροφές και βιαιότητες.

Κατα τις δεκαετίες του 1830-1840 ρώσοι επιστήμονες άρχισαν να διατυπώνουν μια σειρά από θεωρίες και απόψεις που χαρακτηρίζονται από έντονη εθνικιστική φιλολογία, μιά κίνηση γνωστή αργότερα ως Πανσλαβισμός. Στόχος της η ενότητα και εξύψωση των σλαβικών λαών που εξαπλώνονταν στο μεγαλύτερο τμήμα της Ανατολικής Ευρώπης, με προεξάρχοντες του Ρώσους. Σύντομα, αυτές οι θεωρίες βρήκαν απήχηση σε επιστήμονες της Δύσης και κυρίως στην Καθολική Εκκλησία, η οποία προσπαθούσε να εξυπηρετήσει δικούς της στόχους εις βάρος της Ορθοδοξίας. Οι μόνιμες ιμπεριαλιστικές βλέψεις της Ρωσίας νότια βρήκαν το ιδεολογικό τους υπόβαθρο και πλέον στρέφονταν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο όνομα της προστασίας των χριστιανικών λαών στο εσωτερικό της. Το 1853-56 διαδραματίστηκε ο 11ος κατά σειρά Ρωσοτουρκικός Πόλεμος, γνωστός ως Κριμαϊκός Πόλεμος καθώς οι περισσότερες μάχες έγιναν στην χερσόνησο της Κριμαίας. Σύμμαχοι της Τουρκίας ήταν η Αγγλία, η Γαλλία και το Βασίλειο της Σαρδηνίας, που προωθούσαν με ανάλογο τρόπο τη δική τους παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο και εναντιώνονταν στις ρώσικες βλέψεις. Ο πόλεμος έληξε με νίκη των συμμάχων, αλλά ο Σουλτάνος υποχρεώθηκε να παραχωρήσει διάφορα προνόμια στους υπόδουλους χριστιανούς της Αυτοκρατορίας με το Διάταγμα Χάττι Χουμαγιούν (1856). Έκτοτε, η Ρωσία επιδίωξε με έντονο ζήλο την εθνικιστική αφύπνιση των νότιων σλαβικών φύλων και ιδιαίτερα της Βουλγαρίας, που είχε ατονήσει μετά από τόσους αιώνες Τουρκοκρατίας. Βούλγαροι επιστήμονες στέλνονταν για σπουδές στην Αγία Πετρούπολη και επέστρεφαν ώστε να εξαπλώσουν τον σλαβικό εθνοφυλετισμό. Έτσι, το εθνικό συναίσθημα των Βουλγάρων γρήγορα άρχισε να παίρνει μεγάλες διαστάσεις και στρεφόταν, εκτός των Τούρκων, εναντίον του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.


 Η προετοιμασία της Ελλάδας για την διεκδίκηση των αλύτρωτων περιοχών 1897-1912

Ο 19ος αιώνας υπήρξε η εποχή της εθνικής συγκρότησης των περισσοτέρων βαλκανικών κρατών. η αρχή έγινε με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και τη συγκρότηση του πρώτου ανεξάρτητου Ελληνικού Βασιλείου το 1830. ωστόσο, το νεοπαγές Ελληνικό Βασίλειο είχε περιορισμένα σύνορα, αφού μόνο ορισμένες από τις ιστορικές ελληνικές χώρες, όπως η Στερεά Ελλάδα, η Πελοπόννησος και τα νησιά των Κυκλάδων, συμπεριλαμβάνονταν σε αυτό, ενώ οι Ελληνες που κατοικούσαν εντός των ορίων του ανέρχονταν το 1837 μόλις σε 823.773 άτομα. Αντίθετα, την ίδια εποχή οι Ελληνες που διαβιούσαν εκτός των ελληνικών συνόρων, στις υπόλοιπες παραδοσιακές εστίες του Ελληνισμού, τη Θεσσαλία, την ηπειρο, τη Μακεδονία, τη Θράκη, τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου Πελάγους, ήταν περισσότεροι από 2.000.000.

Το παραπάνω δεδομένο προδίκασε εν πολλοίς τις εξελίξεις στην ελληνική χερσόνησο έως και τους Βαλκανικούς Πολέμους. Για διάστημα ενός περίπου αιώνα η εκπλήρωση των εθνικών πόθων των Ελλήνων για εθνική ολοκλήρωση και απελευθέρωση των υπόδουλων αλύτρωτων αδελφών, η αποκαλούμενη «Μεγάλη Ιδέα», υπήρξε η βασική συνιστώσα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Βέβαια, θα πρέπει να επισημανθεί πως από το 1844, όταν ο τότε πρωθυπουργός Ιωάννης Κωλέττης σκιαγράφησε τις βασικές συνιστώσες της Μεγάλης Ιδέας, έως την περίοδο του Κριμαϊκού Πολέμου (18531856), ο αλυτρωτισμός είχε αποκτήσει κυρίως ρομαντικό περιεχόμενο, αφού το οικονομικά ασθενές και διπλωματικά ανίσχυρο Ελληνικό Βασίλειο δεν ήταν σε θέση να εκπονήσει μια συγκροτημένη και φιλόδοξη εξωτερική πολιτική.

Η κατάσταση άρχισε να διαφοροποιείται μετά το 1856. Η εμφάνιση του Κινήματος του Πανσλαβισμού άρχισε δειλά δειλά να επανακαθορίζει και να αποκαλύπτει τους ρωσικούς στόχους στη Νότια Βαλκανική. η ταυτόχρονη εθνική χειραφέτηση των Βουλγάρων και η προσπάθειά τους για αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας συνέδεσαν στενά τα ζωτικά συμφέροντα ρώσων και Βουλγάρων. Ομως ο βουλγαρικός εθνικισμός, εμποτισμένος σε μεγάλο βαθμό με ανθελληνικά στοιχεία, ιδιαίτερα στο επίπεδο της εκπαίδευσης αλλά και της θρησκείας, με αποκορύφωμα την απόσχιση, το 1870, της Βουλγαρικής Εξαρχίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπονόμευσε και τα ρωσικά ερείσματα στην ελληνική πολιτική ζωή και την ελλαδική κοινωνία. Ο θρύλος του ομόδοξου «ξανθού γένους του Βορρά» που θα προστάτευε τους Ελληνες άρχισε σταδιακά να ξεθωριάζει και να παραχωρεί τη θέση του στην καχυποψία και την ψυχρότητα λόγω της εμφανούς προτίμησης που οι Ρώσοι έδειχναν προς τους Βούλγαρους.

Εκτός από τα Ιόνια Νησιά, που σχετικά γρήγορα, το 1864, ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα, η μόνιμη επαναστατική ένταση που δηλητηρίαζε τις ελληνοοθωμανικές σχέσεις και οριοθετούσε τα χαρακτηριστικά του ελληνικού αλυτρωτισμού ήταν  η κατάσταση στην Κρήτη. Ηδη από την περίοδο 18391841, το νησί συγκλονιζόταν από τον πόθο της ένωσης, ο οποίος γιγαντώθηκε ακόμη περισσότερο στη διάρκεια της Κρητικής Επανάστασης του 1866 - 1869. Πολύ βορειότερα, στη Μακεδονία, ο μακεδονικός Ελληνισμός ζούσε το δικό του επαναστατικό αναβρασμό. Την περίοδο του Κριμαϊκού Πολέμου επαναστατικές εστίες ξέσπασαν σε διάφορα σημεία της μακεδονικής ενδοχώρας, ωστόσο ήταν κυρίως το αποτέλεσμα αποσπασματικών πρωτοβουλιών Μακεδόνων προσφύγων στη Νότια Ελλάδα, οι οποίοι συνεπικουρούνταν από διάφορα «πατριωτικά» σωματεία.

Η ένοπλη βουλγαρική δραστηριότητα

Στις 23 Οκτωβρίου του 1893, στο σπίτι του Χρίστο Μπαταντζίεφ στη Θεσσαλονίκη, ο Χρίστο Τατάρτσεφ, ο Ντάμε Γκρούεφ, ο Πέρε Ποπάρσωφ και ο Ιβάν Χατζηνικολώφ συμφώνησαν στην ίδρυση μιας βουλγαρικής οργάνωσης στη Μακεδονία με σκοπό αρχικά την αυτονόμηση της περιοχής από την οθωμανική κυριαρχία και στη συνέχεια την ένωσή της με τη Βουλγαρία. η οργάνωση εκείνη, που πήρε το όνομα «Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση» (ΕΜΕΟ ), έμελλε να πρωταγωνιστήσει και να συντονίσει τις επαναστατικές ενέργειες των Βουλγάρων στη Μακεδονία . Τρία χρόνια αργότερα, το 1896, οι στόχοι της οργάνωσης επανακαθορίσθηκαν σε συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου διακηρύχθηκε με σαφήνεια ο βουλγαρικός της χαρακτήρας. Είχε προηγηθεί ένα χρόνο νωρίτερα, το 1895, η δημιουργία μιας άλλης οργάνωσης, του «Ανώτατου Μακεδονικού Κομιτάτου» (Βερχόβεν Κομιτέτ), το οποίο υπαγόταν κατευθείαν στη βουλγαρική κυβέρνηση και είχε τον ίδιο επιδιωκόμενο στόχο: την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Οι δύο οργανώσεις, παρόλο που ουσιαστικά αγωνίζονταν για την επίτευξη κοινού σκοπού, διέγραψαν παράλληλες πορείες, άλλοτε σπαρασσόμενες από εσωτερικές ίντριγκες και αντιπαραθέσεις και άλλοτε συνεργαζόμενες αρμονικά μεταξύ τους.

Από την αυγή του 20ού αιώνα η ένοπλη βουλγαρική δραστηριότητα στο μακεδονικό χώρο κορυφώθηκε. Τον Σεπτέμβριο του 1902 ξέσπασε η αποκαλούμενη εξέγερση της Τζουμαγιάς, η οποία είχε οργανωθεί από το «Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο» της Σόφιας. Λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1903, Βούλγαροι αναρχικοί, οι αποκαλούμενοι «Γκεμιτζήδες 2*, πραγματοποίησαν σειρά βομβιστικών επιθέσεων στη Θεσσαλονίκη ανατινάζοντας το κτίριο της οθωμανικής Τράπεζας αλλά και το γαλλικό επιβατικό πλοίο Γκουανταλκιβίρ». Και τα δύο αυτά γεγονότα προκάλεσαν βαθιά εντύπωση στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ενώ προβλημάτισαν έντονα τις οθωμανικές αρχές, οι οποίες εξαπέλυσαν κύμα διώξεων συλλαμβάνοντας περίπου 2.000 άτομα.

Το συμβάν όμως που άλλαξε τη ροή των γεγονότων ήταν η εξέγερση του Ιλιντεν, ανήμερα της γιορτής του Προφήτη Ηλία τον Αύγουστο του 1903, που εξυφάνθηκε από τις φιλοβουλγαρικές οργανώσεις της Μακεδονίας. Παρά τον έκδηλο βουλγαρικό χαρακτήρα του το κίνημα του Ιλιντεν κινητοποίησε όχι μόνο τα τμήματα του μακεδονικού πληθυσμού που έτρεφαν φιλοβουλγαρικά αισθήματα, αλλά και αρκετά χριστιανικά χωριά, τα οποία ήταν γνωστά για τα ελληνικά τους ερείσματα. Κοινό τους υπόβαθρο στάθηκαν ασφαλώς οι αντιτουρκικές διαθέσεις αλλά και μια ιδεολογική πλατφόρμα που ήταν πλούσια σε κοινωνικά αιτήματα.

«Εξεγερθέντες πληθυσμοί είναι νυν πεπεισμένοι ότι μάχονται υπέρ ελευθερώσεως αυτών ουδέ είναι δυνατόν νυν αναχαιτισθή επαναστατικόν αυτών φρόνημα», πληροφορούσε από το Μοναστήρι ο πρόξενος Κ. Κυπραίος, συμπληρώνοντας πως «άπασα η χώρα αύτη ηκολούθησε κίνημα», αφού «παρεσύρθησαν και οι ημέτεροι προσηλυτιζόμενοι διά παντοίων μέσων και διά της βίας από δεκαετίας».

Ομως η συντονισμένη δράση των Βουλγαρικών Κομιτάτων και η συμμετοχή αρκετών χωριών στην εξέγερση αποτελούσα ευθεία απειλή κατά των ελληνικών συμφερόντων. Ο Κυπραίος ομολογούσε πως τα ελληνικά συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή του Μοναστηρίου βρίσκονταν σε κίνδυνο: «Διατρέχομεν δε τον έσχατον κίνδυνον ν’ απολέσωμεν το Μεγάροβον, το Τύρνοβον, την Νιζόπολιν, το Μπρούσνικ και αυτό το Μπούκοβον».
Ακολούθησε συστηματική εργασία από μέρους των ελληνικών προξενικών και θρησκευτικών αρχών προκειμένου να ανακοπεί το κύμα της συμμετοχής στην εξέγερση των χωριών που πρόσκειντο στην ελληνική πλευρά, ενέργεια που ως ένα βαθμό απέδωσε, αφού σύντομα κυκλοφόρησαν ψηφίσματα μακεδονικών κοινοτήτων, που καταδίκαζαν το Κίνημα. Τέτοιο περιεχόμενο είχε, για παράδειγμα, η πρωτοβουλία των κατοίκων του Αργους Ορεστικού και των Λακκωμάτων, οι οποίοι διατράνωσαν την έντονη αντίθεσή τους στις ενέργειες των Βουλγαρικών Κομιτάτων καταγγέλλοντάς τα πως,

«αφού εβεβήλωσαν τας αιμοχαρείς χείρας των διά του αίματος αθώων προκρίτων ελληνικών και ορθοδόξων κοινοτήτων, ιερέων, διδασκάλων παρθεναγωγών και ανηλίκων αρρένων και θηλέων, όπως δημιουργήσωσι ψευδεπανάστασιν κατά του καθεστώτος χάριν των ιδιοτελών σκοπών των, υπό του κράτους της αιμοσταγούς δολοφόνου λόγχης κατώρθωσαν να συμπαρασύρωσιν ακουσίως εις τα όρη ελληνικούς αγροτικούς πληθυσμούς ως συμμεριζομένους δήθεν των ιδιοτελών και οπισθοβούλων σκοπών του Κομιτάτου».

Η αναστάτωση στη Μακεδονία το καλοκαίρι του 1903 γρήγορα προκάλεσε την αντίδραση των οθωμανικών αρχών. Ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στάλθηκαν στους τόπους της αναταραχής στη Δυτική Μακεδονία και σύντομα κατέστειλαν τις εστίες της αντίστασης. Αρκετά χωριά παραδόθηκαν στις φλόγες και στη μανία των ληστρικών ομάδων, ενώ σε περίπου 10 χιλιάδες υπολογίζονται τα θύματα, οι μισοί από τους οποίους ήταν άμαχοι, ενώ σε 40 χιλιάδες ανέρχονταν οι εσωτερικοί πρόσφυγες. Μάλιστα, μόνο στις περιοχές Καστοριάς και Φλώρινας κάηκαν είκοσι τέσσερα χωριά, τα δεκατέσσερα από τα οποία ολοσχερώς. Μία από τις σκληρότερες μάχες ανάμεσα στις βουλγαρικές αντάρτικες ομάδες και στον οθωμανικό στρατό δόθηκε στην τοποθεσία «Λόκβατα», βόρεια του χωριού Δενδροχώρι της Καστοριάς, όπου σκοτώθηκαν πολλοί Οθωμανοί στρατιώτες και δεκατρείς νεαροί Βούλγαροι αντάρτες. Η συγκεκριμένη μάχη υμνήθηκε από τη βουλγαρική λογοτεχνία, κατέχοντας έως σήμερα ιδιαίτερη θέση στη βουλγαρική Ιστορία.

Τα νέα για τις δηώσεις και τις εκτεταμένες καταστροφές, που προκλήθηκαν σε πολλά ελληνομα  κεδονικά χωριά από τον οθωμανικό στρατό, ως αντίποινα, προξένησαν βαθιά αγανάκτηση στον αθηναϊκό λαό.

 Στις 15 Αυγούστου του 1903 οι Μακεδονικοί Σύλλογοι Αθηνών-Πειραιώς πραγματοποίησαν συλλαλητήριο στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Την ίδια εποχή συστάθηκε και η «Επίκουρος των Μακεδόνων Επιτροπή» με πρόεδρο τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Θεόκλητο και μέλη έγκριτα στελέχη της αθηναϊκής κοινωνίας, πολλοί εκ των οποίων κατάγονταν από τη Μακεδονία, όπως ο βουλευτής Ιωάννης Καυτατζόγλου, ο Μάρκος Δραγούμης και ο Δημήτριος Βικέλας. Πρωταρχικός σκοπός της Επιτροπής, η οποία εξέδιδε και το εβδομαδιαίο δελτίο « Bulletin d’ Orient» , ήταν η διενέργεια εράνων ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για την ενίσχυση του μακεδονικού Ελληνισμού. Μάλιστα, το χειμώνα του 1903 αντιπροσωπία της Επιτροπής επισκέφθηκε τη Μακεδονία και διένειμε σε αστέγους ρούχα, κλινοσκεπάσματα και τρόφιμα
Περιγράφοντας τη ζοφερή κατάσταση ο πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Ευγενιάδης σε έκθεσή του προς τον Αθωρωμάνο τον Δεκέμβριο του 1903 σημείωνε:

«Αλλά, αφ’ ου μετά προσδοκίαν και ανοχήν επί εξαετίαν ολόκληρον επιβαλλομένας άλλως υπό των πολιτικών αναγκών, ιδία δε της υποχρεώσεως, όπως μη καταστήσωμεν ύποπτον προς ημάς την οθωμανικήν κυβέρνησιν και προκαλέσωμεν ζητή  ματα επί μεγίστη ζημία του κράτους, αφ’ ου, λέγω, πειθόμεθα ήδη ότι ουδεμίαν αποτελεσματικήν ενέργειαν δυνάμεθα να προσδοκώμεν παρά της Τουρκίας, βεβαίως επιβάλλεται ημίν να περισώ  σωμεν ό,τι δεν παρεσύρθη έτι υπό της καταιγίδος του Κομιτάτου».

Η  «καταιγίδα των Βουλγαρικών Κομιτάτων», όπως την αποκαλούσε ο Ευγενιάδης, είχε υψηλό κόστος σε θύματα και καταστροφές στη μακεδονική ενδοχώρα. Είχε όμως διεγείρει και την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, προκαλώντας εκδηλώσεις υπέρ των βουλγαρικών εθνικών δικαίων σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1904, ο πρόξενος στη Θεσσαλονίκη συνάντησε τον Οθωμανό διοικητή Χιλμή Πασά και του εξομολογήθηκε τα προβλήματα από τη δράση των βουλγαρικών ομάδων:
«Υπέστημεν σοβαράς απωλείας εν τω βιλαετίω Μοναστηρίου κατά τον τελευταίον χρόνον και 65, όλα ορθόδοξα χωρία, ηναγκάσθησαν υπό των δολοφόνων να δηλώσωσιν ότι εγκαταλείπουσιν την ο ρθοδοξίαν, ουδ’ είναι απίθανον να εξακολου  θήσωσι προσερχόμενα τα χωρία εις την Εξαρχίαν, αφού αι συμμορίαι περιτρέχουσιν αυτά χωρίς να καθίσταται δυνατή η εξόντωσίς των».

 Αμεση συνέπεια της εξέγερσης του Ιλιντεν υπήρξε η επιβολή από τις Μεγάλες Δυνάμεις στην Οθω μανική Αυτοκρατορία του μεταρρυθμιστικού προγράμματος του Murzsteg, το οποίο προέβλεπε εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση, στην οικονομία, στη δικαιοσύνη και την ασφάλεια επ’ ωφελεία των χριστιανικών πληθυσμών, υπηκόων του σουλτάνου.


Η ελληνική αντεπίθεση στη Μακεδονία

Ο αγώνας για την ανεξαρτησία της Μακεδονίας είχε αρχίσει συγχρόνως με την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Οι εξεγέρσεις όμως του Εμμανουήλ Παπά στη Χαλκιδική και εκείνη της Νάουσσας με το Ζαφειράκη Θεοδοσίου το 1822 είχαν καταπνιγεί από τους Τούρκους. Με την ίδρυση του μικρού Ελληνικού Κράτους, μόνιμη επιδίωξη των Ελλήνων ήταν η τύχη των υπόδουλων που ήταν κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό και για δεκαετίες παρέμεναν αποκομμένοι από την ελεύθερη Ελλάδα. Το Ελληνικό κράτος είχε να αντιμετωπίσει μια σειρά από εμπόδια, όπως τη γεωγραφική απόσταση και την αρνητική διπλωματική συγκυρία.
Οι επαναστατικές κινήσεις των ετών 1839-1840, 1854 και 1866 ναυάγησαν, γιατί η ελληνική πλευρά πίστευε ότι θα εκβίαζε την ενσωμάτωση της Μακεδονίας, αν την ενέτασσε στις διεθνείς κρίσεις της περιόδου, όπως τον Τουρκοαιγυπτιακό και Κριμαϊκό πόλεμο και την Κρητική Επανάσταση, με σύμμαχο την ομόδοξη Ρωσία. Τον Μάιο του 1876, εξαιτίας του αναβρασμού που είχε προκαλέσει στους Τούρκους η εξέγερση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, που οδήγησε στη γνωστή μεγάλη κρίση του Ανατολικού ζητήματος και κατέληξε στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1877-78), στη Θεσσαλονίκη σημειώθηκε η σφαγή των προξένων της Γαλλίας και της Γερμανίας, γεγονός που προκάλεσε τρομερή αναστάτωση στον πληθυσμό της μακεδονικής πρωτεύουσας. Στο μεταξύ, το βουλγαρικό σχίσμα του 1870, που είχε σαν στόχο όλη τη Β. Ελλάδα, έγινε η αφετηρία σοβαρών αναστατώσεων στον μακεδονικό κόσμο.


Μακεδονικός αγώνας

Η προετοιμασία
Πρώτα άρχισε η προπαγανδιστική αναμέτρηση Ελλήνων και Βουλγάρων. Πρώτη συστηματική εξόρμηση των Σλάβων ήταν να πετύχουν την ψυχική και γλωσσική αφομοίωση του ελληνικού πληθυσμού, ώστε να έχουν να επικαλεστούν στοιχεία ενισχυτικά των επιδιώξεών τους. Η αναμέτρηση εντάθηκε μετά την κατάκτηση της Α. Ρωμυλίας  το 1885 και οδήγησε σε αιματηρό ανταγωνισμό μεταξύ του ελληνισμού και του βουλγαρικού επεκτατισμού, μια αναμέτρηση που έμεινε στην ιστορία ως Μακεδονικός αγώνας. Η πραξικοπηματική προσάρτηση στη Βουλγαρία της  Α. Ρωμυλίας τους ενίσχυσε, ώστε να στραφούν απερίσπαστοι στην απόσπαση του μακεδονικού χώρου.

Στη Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε η «Εσωτερική Επαναστατική Μακεδονική Οργάνωση (IMRO)» με επίσημο σκοπό το συντονισμό των προσπαθειών των χριστιανικών πληθυσμών της Μακεδονίας για την απελευθέρωσή τους από τον Οθωμανικό ζυγό. Η οργάνωση αναφερόταν γενικά στα δικαιώματα του «Μακεδονικού λαού» χωρίς εθνικές ή δογματικές διακρίσεις, δηλώνοντας «σταθερά ενωτική» και «μαχητικά αντιεθνικιστική». Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν μία βουλγαρική εθνικιστική οργάνωση με κρυφή ατζέντα τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας και την απόσχισή της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ενδιάμεσο στάδιο πριν την τελική ένωσή της με τη Βουλγαρία. Το «Μακεδονικό» Κομιτάτο είχε από νωρίς οργανώσει ένα δίκτυο από παραστρατιωτικές ομάδες, οι άντρες των οποίων είχαν επιδοθεί σε όργιο βίας και τρομοκρατίας του ελληνικού και όχι μόνο στοιχείου της Μακεδονίας. Ο όρος «κομιτατζήδες» στη Μακεδονία χρησιμοποιείτο για να χαρακτηρίσει τους εξαρχικούς ελληνικής καταγωγής που μεταστράφηκαν και υπηρετούσαν τους σκοπούς της Βουλγαρίας, διαχωρίζοντάς τους έτσι από τους καθεαυτού Βούλγαρους. Σημαντικά στελέχη των Κομιτατζήδων ήταν ο ιδρυτής τους Γκότσε Ντέλτσεφ, ο Αποστόλ Πέτκωφ, ο Νίκολα Κάρεφ, ο Γιάνε Σαντάνσκι κ.α.

Γνωρίζοντας ότι το ελληνικό στοιχείο δεν θα υπέκυπτε εύκολα, έριξαν το σύνθημα «η Μακεδονία για τους Μακεδόνες», ζητώντας και τη συνδρομή των Ελλήνων γι’ αυτόν τον «κοινό αγώνα». Παράλληλα και επίσημα, οι Βούλγαροι αναλάμβαναν έντονη και συστηματική προπαγάνδα στην Ευρώπη. Οργάνωσαν μικρά ευέλικτα σώματα που είχαν δυο στόχους: να εισπράττουν χρήματα με αναγκαστικές εισφορές και να εξοντώνουν όποιον αντιστεκόταν στο βουλγαρικό κομιτάτο. Η επίσημη στάση της Ελλάδας, ιδιαίτερα μετά τον ατυχή της πόλεμο του 1897, ήταν χαλαρή και αυτό βοήθησε την επιτυχία της βουλγαρικής προπαγάνδας.



Οι ένοπλες ομάδες Καστοριάς υπο τους Βοεβόδες
Βασίλ Τσακαλάρωφ, Ιβάν Ποπόφ, Πάντο Κλιάσεφ
Νίκολα Αντρέεφ και Μανόλ Ρόζωφ

Τσεκαλάροφ, Κλιάσεφ, Ιβάν Πόποφ
πίσω τους άλλοι κομιτατζήδες στη Φλώρινα


Η δράση των Κομιτατζήδων

Το 1900 ο αγώνας έγινε ένοπλος. Κύριοι αντίπαλοι των ελληνικών ενόπλων σωμάτων ήταν οι Βούλγαροι κομιτατζήδες, ένοπλες ομάδες, που στάλθηκαν στη Μακεδονία ως εκπρόσωποι του βουλγαρικού κομιτάτου και εργάστηκαν έντονα και σκληρά για τη βίαιη επικράτηση των βουλγαρικών απόψεων. Δυο απόπειρες όμως των ένοπλων αυτών ομάδων να παρασύρουν τον πληθυσμό της Μακεδονίας σε φιλοβουλγαρική επανάσταση το 1902 και 20 Ιουλίου 1903, απέτυχαν.

Η διαδικασία του εκβουλγαρισμού ήταν μεθοδική και είχε προσεκτικά σχεδιαστεί ώστε να κλιμακωθεί σταδιακά, με πρώτο στάδιο τον εξαναγκασμό του χριστιανικού πληθυσμού, που είχε ρευστή εθνική συνείδηση, να εκκλησιάζεται σε εκκλησίες που θα υπάγονταν στην Εξαρχική δηλαδή Βουλγαρική, εκκλησία, αντί στις υπάρχουσες, που υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Γι’ αυτό ιδρύθηκαν σε όλη τη Μακεδονία πολυάριθμες Εξαρχικές εκκλησίες, στις οποίες ο εκκλησιασμός γίνονταν στη βουλγαρική γλώσσα και τα ονόματα των βαπτιζομένων ήταν βουλγαρικά.
Σε δεύτερη φάση το κομιτάτο άρχισε να ιδρύει πολυάριθμα σχολεία όπου τα παιδιά θα διδάσκονταν τη βουλγαρική γλώσσα και θα κατηχούνταν πλέον εθνικά. Η δράση του κομιτάτου αρχικά είχε κάποια επιτυχία, αλλά σύντομα έγιναν αντιληπτά τα πραγματικά του κίνητρα, όταν ένοπλες ομάδες του , στη διάρκεια της ολιγόμηνης βουλγαρικής κατοχής της Α. Μακεδονίας, άρχισαν να εκτελούν και να βασανίζουν ιερείς, δασκάλους, τοπικές προσωπικότητες, αλλά και απλούς πολίτες, που αρνούνταν το συγκεκαλυμμένο αυτό εκβουλγαρισμό, υπό την πλήρη ανοχή των επίσημων βουλγαρικών αρχών και του τακτικού βουλγαρικού στρατού, ο οποίος και τις εξόπλιζε, όπως η καταστροφή των Σερρών και του Δοξάτου.

Τον Απρίλιο του 1903, ομάδες κομιτατζήδων πραγματοποιούν στη Θεσσαλονίκη τρομοκρατικές ενέργειες και η πόλη αναστατώνεται από βομβιστικές επιθέσεις κατά της Μητρόπολης και άλλων κτιρίων ελληνικών ιδιοκτησιών, την ανατίναξη της Οθωμανικής Τράπεζας, την καταστροφή των εγκαταστάσεων αεριόφωτος και την πυρπόληση του μεγάλου γαλλικού εμπορικού πλοίο Γκουανταλκιβίρ. Οι ενέργειες αυτές προκάλεσαν την αντίδραση των Σέρβων και των Ελλήνων και η αιματηρή αναμέτρηση των αντιπάλων, ανάμεσα στους οποίους παρενέβαιναν, για να επιδεινώσουν την κατάσταση, και τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις, έδωσε την αφορμή να επέμβουν οι κυβερνήσεις των τότε Μεγάλων Δυνάμεων της Αυστρίας και της Ρωσίας το 1903, με σκοπό να επιβάλουν στον σουλτάνο κάποιες διοικητικές μεταρρυθμίσεις στο καθεστώς της Μακεδονίας.

Έτσι τους πρώτους μήνες του 1904 σχηματίστηκε στους 3 νομούς Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Σκοπίων, σώμα χωροφυλάκων με διοικητή Ιταλό στρατηγό που είχε στις διαταγές του πέντε ανώτερους Ευρωπαίους αξιωματικούς. Όμως καθεμιά από τις δυνάμεις απέβλεπε σε δικούς της σκοπούς. Έτσι, τίποτα δεν άλλαξε, ενώ το κομιτάτο συνέχιζε με περισσότερη ένταση τη δράση του, εξαφανίζοντας Έλληνες πρόκριτους (γιατρούς, δασκάλους, ιερείς κλπ.) και σφάζοντας άοπλους χωρικούς στις πλατείες των χωριών, μπροστά στα μάτια των συγχωριανών τους. Οι κομιτατζήδες διατήρησαν μια υποτυπώδη δραστηριότητα μετά το 1908, αλλά επανεμφανίστηκαν δυναμικά στους Βαλκανικούς Πολέμους ως παραστρατιωτικές ομάδες υποστηρίζοντας τον βουλγαρικό στρατό στις επιχειρήσεις του.


«Ο εν Μακεδονία βουλγαρισμός προέκυψεν από τα μεταξύ των κοινοτικών συμβουλίων μίση.Η αντιπολίτευσις εγίνετο βουλγαρική, προσηλυτίζουσα τον αγράμματον χωρικόν.Η πανσλαυική προπα  γάνδα υπεκίνει. Οι μισούντες τον ελληνικόν ορθόδοξον Κλήρον επίσης. Η περιφρόνησις των αστών, των ομιλούντων την ελληνικήν, προς τους αγρότας συνεπλήρου την αντίδρασιν. Μερικοί επίσκοποι εκ του Κλήρου εφορολόγουν ανηλεώς τον χωρικόν, ο δε Ελλην διδάσκαλος εμισθοδοτείτο γλίσχρως. Η τουρκική διοίκησις υπεβοήθει την διαίρεσιν, ήτις κατά το πλείστον συνέτεινε εις την ανάπτυξιν του τε βουλγαρισμού παρά τοις σλαυοφώνοις και του ρουμανισμού παρά τοις Κουτσοβλάχοις». 

Με τα παραπάνω λόγια προσπάθησε να περιγράψει τη διαίρεση των μακεδονικών χωριών και των κατοίκων τους σε συμπαθούντες την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Σερβία ή τη Ρουμανία ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης – Αινιάν, ο οποίος ήταν ένας από τους Ελληνες αξιωματικούς που πολέμησαν στη Μακεδονία. Κατά τη γνώμη του, η διάσπαση των ορθόδοξων χριστιανικών κοινοτήτων αποτελούσε κατά βάση ένα εσωτερικό ζήτημα που είχε σχέση με τη διεκδίκηση της εξουσίας και την κοινωνική διαστρωμάτωση, στοιχεία που εκμεταλλεύθηκαν και υποδαύλισαν διάφοροι εξωτερικοί παράγοντες, προκειμένου να προωθήσουν τις εθνικές επιδιώξεις τους. Η άποψη του Μαζαράκη, η οποία είχε αρκετούς υποστηρικτές αλλά και αντιπάλους, υποβάθμιζε τη σημασία και τη διείσδυση διαφορετικών εθνικών ιδεολογιών στο μακεδονικό χώρο, τουλάχιστον έως τις αρχές του 20ού αιώνα. Η παραπάνω άποψη παρέχει τα ερμηνευτικά εργαλεία προκειμένου να αιτιολογηθεί η μετάβαση από μία εμφύλια ενδοθρησκευτική αντιπαράθεση σε μια εθνική σύρραξη, η οποία τραυμάτισε τη συνοχή της ορθόδοξης οικουμένης, εισάγοντάς την με βίαιο τρόπο στην εποχή του εθνικισμού.Η επιλογή εθνικού στρατοπέδου με όρους πολιτικούς ή ως στοιχείο πολιτισμικής διάκρισης της εργασίας, ερμηνεύει τις διαιρέσεις όχι μόνο στο εσωτερικό της κάθε μακεδονικής κοινότητας, αλλά ακόμη και μέσα στην ίδια οικογένεια, ενώ εξηγεί και τις συχνές αλλαγές στρατοπέδων, στις οποίες προέβαιναν τα ίδια άτομα.

Η εντατική ένοπλη δραστηριότητα των βουλγαρικών οργανώσεων, τόσο εκείνων που έδρευαν στη Σόφια όσο και παραφυάδων τους στη Μακεδονία, δεν ήταν δυνατόν να εξακολουθήσει να αφήνει ασυγκίνητους τους Ελληνες.  
«Επεβάλλετο, διά την περιφρούρησιν των συμφερόντων και την τιμήν του Εθνους, να υψώσωμεν και ημείς την σημαίαν της ελευθερίας και να μην αφήσωμεν εις τους Βουλγάρους το προνόμιον του αγώνος υπέρ της ανεξαρτησίας των εθνών»,

 σημείωνε στα « Απο  μνημονεύματά» του ο πολιτικός και διπλωμάτης Περικλής Αργυρόπουλος. Ο ίδιος, μάλιστα, πε  ριόδευσε στη Μακεδονία τον Απρίλιο του 1904, προκειμένου να διαπιστώσει εκ του σύνεγγυς την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί. Οι επιτόπου συναντήσεις του με Ελληνες αξιωματούχους επι  βεβαίωσαν την απαισιοδοξία και την κατήφεια,που η στάση ουδετερότητας της επίσημης Ελλάδας είχε σκορπίσει στο μακεδονικό Ελληνισμό.

 « Οι Βούλγαροι εγέμισαν την χώραν με πράκτορας, που φέρουν αποτέλεσμα, διότι οι Μακεδόνες αντιλαμβάνονται ότι κάτι υπάρχει πίσω από τους πράκτορας, ένας στρατός ο οποίος εις δεδομένην στιγμήν θα επέμβη. Οι Ελληνες είναι επιφυλακτικοί, διότι πίσω από τους ολίγους πράκτοράς μας δεν υπάρχει τίποτα, δεν υπάρχει στρατός και έτσι ουδέν τολμούν να πράξουν»,

του εκμυστηρεύθηκε ο Ελληνας πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Ε. Ευγενιάδης.Οι διαπιστώσεις του Ευγενιάδη προσυπογράφηκαν και από τον υποπρόξενο στο Μοναστήρι, Ίωνα Δραγούμη.

« Ο Δραγούμης μού ετόνισε ότι οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας έχουν κουρασθή, δεν μπορούν πλέον να μένουν άπρα  κτοι. Τους εχθρούς μας τους Βουλγάρους πρέπει να θαυμάσωμεν, όχι τόσον να μισούμε». «Γενικώς ο κόσμος έχει παράπονα με την Ελλάδα, διότι ο κόσμος πραγματικά πιέζεται και υποφέρει και έτσι εχάσαμε πολύ έδαφος», σημείωσε, μεταφέροντας τις απόψεις του Δραγούμη και συνοψίζοντας τις εντυπώσεις του από τη μεταξύ τους συνάντηση ο Αργυρόπουλος.

Τα προβλήματα στη συνεργασία του ελληνικού κράτους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποτέλεσαν μία επιπλέον παράμετρο που ενέτεινε περαιτέρω την απαισιοδοξία, σύμφωνα με τον πρόξενο στο Μοναστήρι Καλλέργη: « Η θέσις του Πατριαρχείου απέναντι του Βασιλείου δεν είναι οία είναι της Εξαρχίας απέναντι της Σόφιας, που αμφότεραι αποτελούν ένα ενιαίον συγκρότημα».
Γενικώς ο Καλλέργης μετέφερε στον Αργυρόπουλο ένα κλίμα πεσιμισμού σχετικά με τις διαθέσεις των Ελλήνων. Κατέληξε μάλιστα στο εξής συμπέρασμα: «Είναι ανάγκην να ταχθώμεν με θετικήν υποστήριξιν από κάτω. Δεν επιτρέπεται να είμεθα μαντρόσκυλα των Τούρκων».

Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη ο Αργυρόπουλος συνάντησε το νέο Ελληνα πρόξενο Λάμπρο Κορομηλά. Ο Κορομηλάς κόμιζε νέες ιδέες και αποτελούσε την έμπρακτη απόδειξη πως κάτι είχε αλλάξει στην προσέγγιση της υπόθεσης της Μακεδονίας από την πλευρά της επίσημης Ελλάδας.
Ο άρτι αφιχθείς πρόξενος ζητούσε ουσιαστικά τη δημιουργία ενός «Υπουργείου Μακεδονίας» στη Θεσσαλονίκη, το οποίο θα συντόνιζε όλο τον αγώνα.

«Σήμερα συνυπάρχουν δύο αρχαί, η προξενική και η εκκλησιαστική», υποστήριζε, «η μία πρέπει να υποτάσσεται εις την άλλην, η εκκλησιαστική εις την προξενικήν. ο Πατριάρχης το κατάλαβε και θα το δεχθή. ο ι πρόξενοι πρέπει ν’ αποτελέσουν ένα σώμα με μία κεφαλή», κατέληγε ο Κορομηλάς πλειοδοτώντας υπέρ μιας συγκεντρωτικής διοίκησης.

Τέτοιου είδους προβληματισμοί απασχολούσαν ευρέως τους κύκλους των Ελλήνων διπλωματών, πολιτικών και στρατιωτικών στις αρχές του 1904. Ηταν ορατό πως η κατάσταση σταδιακά μεταβαλ-  λόταν, αλλά προς ποια κατεύθυνση και με ποιον τρόπο, θα αποδεικνυόταν ευνοϊκή για τα ελληνικά συμφέροντα; Ποιος ήταν σε τελική ανάλυση ο ενδεδειγμένος τρόπος αντίδρασης απέναντι στη βουλγαρική διείσδυση στα μακεδονικά εδάφη και πώς μπορούσε να παρακαμφθούν ουσιαστικά η έκδηλη αμηχανία και η αναβλητικότητα της κυβέρνησης του Γεωργίου Θεοτόκη;

Είχε γίνει συνείδηση, πάντως,  πως η εθελοντική προσφορά των ιδιωτικών σωματείων, όσο σημαντική κι αν ήταν, αποδεικνυόταν ανεπαρκής. Ο Παύλος Μελάς ανήκε στους αξιωματικούς που αγανακτούσαν μπροστά στην αδράνεια της κυβέρνησης Θεοτόκη. Τα αισθήματά του τροφοδοτούνταν και από τις πύρινες επιστολές που του έστελνε ο αδελφός της γυναίκας του, Ιων Δραγούμης, ο οποίος στα τέλη του 1902 είχε τοποθετηθεί υποπρόξενος στο Μοναστήρι.

 «Από κανένα κράτος της Ευρώπης δεν έχομε να περι  μένουμε ούτε βοήθεια, ούτε τίποτε. Να ξέρης πως είμαστε εντελώς μόνοι μας. Κανείς δεν μας βοηθεί και όλοι μας κτυπούν. Γιατί λοιπόν να μην κάνου  με μόνοι μας ό,τι πρέπει;», αναρωτιόταν ο νεαρός διπλωμάτης.

Λαμβάνοντας τέτοια μηνύματα, ο Παύλος Μελάς καθημερινά οργάνωνε εράνους, σύχναζε στα καφενεία της οδού Ζήνωνος για να βλέπει τους Μακεδόνες κτίστες και αλληλογραφούσε με πρώην συντρόφους του στην «Εθνική Εταιρεία», καθώς και με αξιωματικούς στη Λάρισα προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες για τους Μακεδόνες πρόσφυγες που έφταναν στη Θεσσαλία. Σκοπός του ήταν η δυναμική κινητοποίηση του Ελληνισμού. «Το διπλό σου γράμμα με ηλέκτρισε... Τι δεν θα έδιδα να είμαι κοντά σου και να σε βοηθώ εις τας ενεργείας σου», έγραφε στον Ιωνα. Κι αυτό το πέτυχε στα τέλη Φεβρουαρίου του 1904 μαζί με άλλους οραματιστές συντρόφους του.

Τότε, οι λοχαγοί του Πεζικού Αναστάσιος Παπούλας και Αλέξανδρος Κοντούλης, ο υπολοχαγός του Πεζικού Γεώργιος Κολοκοτρώνης και ο ίδιος ο ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού Παύλος Μελάς, μαζί με τους συνοδούς τους, ξεκίνησαν για μια μυστική αποστολή στη Μακεδονία με σκοπό να διαγνώσουν εκ του σύνεγγυς την κατάσταση και να αναφέρουν στην κυβέρνηση τις εντυπώσεις τους.
Υστερα από διάφορες περιπέτειες, οι αξιωματικοί επέστρεψαν σταδιακά στην Αθήνα, στη διάρκεια της άνοιξης, έχοντας όμως διαφορετικές εκτιμήσεις περί του πρακτέου. Ο Παπούλας και ο Κολοκοτρώνης εισηγήθηκαν την αποστολή στη Μακεδονία ισχυρών ενόπλων ομάδων από την ελεύθερη Ελλάδα, ενώ ο Κοντούλης και ο Μελάς πρότειναν τη συγκρότηση εντοπίων αντάρτικων ομάδων. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους ο ανυπόμονος Μελάς, που δεν είχε πάψει στιγμή να ενημερώ  νεται από τους φίλους του στη Μακεδονία, ξεκίνησε τη δεύτερη εικοσαήμερη περιοδεία του στη μακεδονική γη. Και η δεύτερη αποστολή του ήρθε απλώς να ενισχύσει τις αρχικές του απόψεις.

Ανεξάρτητα πάντως από τις διαφορετικές απόψεις που προτάθηκαν για τον τρόπο δράσης, είχε κα  ταστεί πια κοινή συνείδηση στα μέσα του 1904 πως η ακολουθούμενη έως τότε πολιτική της ευγενούς διπλωματίας, της ουδετερότητας και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, της αποκαλούμενης «άψογης στάσης», αδυνατούσε να προασπίσει τα συμφέροντα του μακεδονικού Ελληνισμού. Ετσι σταδιακά εγκαταλείφθηκε και τη θέση της πήραν τα όπλα. Είχαν μεσολαβήσει βεβαίως πολλές εκ  κλήσεις και αναφορές για την κρισιμότητα των εξελίξεων.

«Υπέστημεν σοβαράς απωλείας... η θέσις του Ελληνισμού εν Μακεδονία κατέστη προβληματική»,
 προειδοποιούσε το υπουργείο Εξωτερικών ο πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Ευγενιάδης τον Μάρτιο του 1904, ενώ λίγες ημέρες αργότερα ο διάδοχός του Λάμπρος Κορομηλάς συμπλήρωνε:

 «Είναι δυσχερέστατον ν’ αντεπεξέλθωμεν κατά της τρομοκρατίας, της κυριαρχούσης εφ’ όλης σχεδόν της αμφισβητουμένης Μακεδονίας, μόνον διά παροχής χρημάτων ή διά μέσω μονομερών και ενεργειών σπασμωδικών. Απαιτείται πλήρης μελέτη ωρισμένου σχεδίου και ενότης περί την δι οίκησιν του εγχειρήματος κατά πάσαν την έκτασιν της Μακεδονίας... Οι εν Μακεδονία Ελληνες πα  τριώται είνε εις άκρον εξημμένοι και ζητούσι παρ’ ημών βοήθεια. Εάν έλθωμεν προς αυτούς αρωγοί ελπίζω να συνεισφέρωσιν όχι μόνον την ζωήν των αλλά και χρήματα». 

Ταυτόχρονα, αλλεπάλληλες αναφορές ελληνικών κοινοτήτων υπογράμμιζαν τη σοβαρότητα της κατάστασης απευθύνοντας απεγνωσμένες εκκλήσεις για βοήθεια.

Ποικίλες απόψεις διατυπώθηκαν και αναφορικά με τον τρόπο της εμπλοκής του επίσημου ελληνικού κράτους στην υπόθεση της Μακεδονίας. Ο Ευγενιάδης, για παράδειγμα, πρότεινε το σχηματισμό Σωμάτων κυρίως από γηγενείς Μακεδόνες, αφενός για να περιορισθεί ο κίνδυνος απωλειών σε περίπτωση συμπλοκής με τον τουρκικό στρατό και αφετέρου γιατί πίστευε πως οι ντόπιοι Μακε  δόνες, επειδή είχαν υποστεί τις πιέσεις των Βουλγάρων, θα μάχονταν με μεγαλύτερη ορμητικότητα:

«Συγκρότησις συμμοριών και εισβολήν αυτών εις Μακεδονίαν και την Β. Κυβέρνησιν θέλει εκθέση και εις μέγα κίνδυνον θέλει περιαγάγη αυτάς, ένε  κα της καταδιώξεως, ην θέλουσιν υποστή παρά των τουρκικών αποσπασμάτων. Διά τούτο προτι  μότερον ήθελεν είναι αν οι ορισθησομένοι αρχηγοί εκάστου διαμερίσματος εκ Μακεδονίας κυρίως καταγόμενοι, εισήρχοντο μετά δύο μόνον ή τριών οπαδών εις Μακεδονίαν εν τη πεποιθήσει ότι επί τόπου ήθελον επιτύχη την συγκρότησιν συμμορίας, προσλαμβάνοντες και μέλη των οικογενειών των υπό του Κομιτάτου δολοφονηθέντων, οίτινες ευχαρίστως θα προσέλθωσι προς εκδίκησιν και ετέρων Βουλγαροφώνων, αλλά μη ανήκοντας εις τον όχλον, αποτελούντες την εξαίρεσιν».

Χρειάστηκε να μεσολαβήσει και η τρίτη περιοδεία του Παύλου Μελά στη Μακεδονία, που διακόπηκε με τον πρόωρο θάνατό του στη Στάτιστα, στις 13 Οκτωβρίου του 1904, προκειμένου να ξεκινήσει η αποστολή ελληνικών αντάρτικων σωμάτων στα μακεδονικά βουνά. Ο θάνατος του νεαρού ευπα  τρίδη συγκλόνισε την ελληνική κοινή γνώμη και προκάλεσε θυελλώδη συλλαλητήρια στην Αθήνα που απαιτούσαν εκδίκηση, τα οποία έκαμψαν οριστικά τους δισταγμούς της κυβέρνησης Θεοτόκη.

Η συγκλονιστική πολυσέλιδη έκθεση του νέου προξένου στο Μοναστήρι Φίλιππου Κοντογούρη έχει διασώσει στη συλλογική εθνική μνήμη πολύτιμες λεπτομέρειες από τις τελευταίες στιγμές του ήρωα:
« Η σφαίρα... έπληξεν αυτόν εις την οσφυακήν χώραν και θραύσασα την φυσιγγιοθήκην αυτού και χρηματόδεμα περιέχον χρυσά νομίσματα τω επροξένησεν επί της κοιλίας χαίνουσαν πληγήν μεγάλης διαμέτρου, εξ ης άφθονον ανέβλυσε το αίμα. Ο Μελάς εκπέμψας οιμωγήν έπεσε πάραυτα, πριν δε προφθάσωσι ν’ αποσύρωσιν αυτόν οι σύντροφοί του επυροβόλησε χαμαί κείμενος τον τελευταίον πυροβολισμόν του και αφήκεν άπνουν τον φονεύσαντα αυτόν Τούρκον χωροφύλακα».

Στα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν έως το καλοκαίρι του 1908, τα οποία αποτελούν την ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα, δεκάδες ελληνικά αντάρτικα σώματα, έχοντας επικεφαλής αξιωμα-  τικούς του ελληνικού στρατού που παραιτούνταν μαζικά από τις θέσεις τους προκειμένου να ηγη-  θούν της ελληνικής ένοπλης αντεπίθεσης στη Μακεδονία και στελεχωμένα με άνδρες απ’ όλες σχεδόν τις εστίες του ελεύθερου και του υπόδουλου Ελληνισμού, όπως τη Μάνη, την Κρήτη, την Κύπρο ή τη Μικρά Ασία, κατέφθασαν στη Μακεδονία.

Στις πόλεις και τα χωριά της Μακεδονίας, στους ορεινούς όγκους και την περιοχή της λίμνης των Γιαννιτσών διεξήχθη μία σκληρή, ένοπλη σύρραξη ανάμεσα σε Ελληνες και Βούλγαρους αντάρτες, η οποία διέθετε όλα τα χαρακτηριστικά ενός κλασικού ανταρτοπολέμου.
Σταδιακά η ελληνική παράταξη άρχισε να επανακαταλαμβάνει τα ερείσματα που είχε χάσει όλο το προηγούμενο διάστημα.
« Οι Βούλγαροι είχον κατακτήσει μέχρι του 1904 το 70% περίπου εκ των τέως Ορθοδόξων Βουλγαροφώνων. Απέμεινον ημών μόνον τα επίλοιπα 30 εκατοστά. Θα εχάνομεν βεβαίως και αυτά αν δεν εκινούμεθα. Εκινήθημεν όμως και τα συνεκρατήσαμεν, επανακτήσαντες προς τούτοις και δέκα άλλα εκατοστά. Αλλ’ απομένει εισέτι εις χείρας των Βουλγάρων το μεγαλύτερον μέρος των τέως ημετέρων. Θέλομεν να επανακτήσωμεν μεν αυτό; Μόνον εν μέσον υπάρχει: η επίθεσις»,
εισηγείτο τον Ιούνιο του 1906 ο Φ. Κοντογούρης από τη Θεσσαλονίκη.

Κατά την ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα για πρώτη φορά η βουλγαρική πρωτοκαθεδρία στη Μακεδονία αμφισβητήθηκε τόσο συστηματικά, όχι μόνο στο νότιο τμήμα της, αλλά ακόμη και στη μεσαία και τη βόρεια ζώνη της. Ετσι εξηγούνται η έκδηλη αμηχανία και η οργή που κυρίευε συχνά τα Σώματα των κομιτατζήδων.

« Ημείς αισχυνόμεθα διά τας πράξεις σας ως προερχομένας από Χριστιανούς!», αναγραφόταν σε απειλητική επιστολή του Βούλγαρου βοεβόδα της περιφέρειας Βοδενών Λούκα, προς το γιατρό Χριστόδουλο Περδικάρη από τη Νάουσα,
«εις την βίαν θα αντιτάξωμεν την βίαν, εις τον φόνον θα ανταποδώσωμεν το διπλούν... εις κάθε ιδικόν μας χωρίον, όπου ηθέ  λατε κάψη, θέλομεν και ημείς καίη ιδικόν σας ελληνικόν χωρίον».

Εως τις αρχές του 1908, οι ελληνικές αντάρτικες ομάδες είχαν κατορθώσει να αναχαιτίσουν τη βουλγαρική διείσδυση, ιδιαίτερα στη νότια και μεσαία ζώνη της Μακεδονίας, ενισχύοντας ταυ - τόχρονα τα ελληνικά ερείσματα. Επρόκειτο αναμφίβολα για σημαντική στρατιωτική και πολιτική επιτυχία, η οποία αναπτέρωσε το φρόνημα του μακεδονικού Ελληνισμού.

Ωστόσο, η επανάσταση των νεοτούρκων το καλοκαίρι του 1908 διέκοψε άδοξα τη στρατηγική της ανάσχεσης, προτού η ελληνική τακτική παγιώσει οριστικά την κυριαρχία της. Το Κίνημα των νεαρών Τούρκων αξιωματικών παρείχε αφειδώς υποσχέσεις φιλελευθεροποίησης του οθωμανικού καθεστώτος προς όφελος των μειονοτήτων της αυτοκρατορίας. Ως αντάλλαγμα, ζητούσε από αυτές τη διακοπή των εχθροπραξιών.

«Εάν ο κύριος σκοπός των αδελφών μας Ελλήνων είναι αληθώς το να αποκτήσωσι την ελευθερίαν και ισότητα και ούτω εξασφαλίσωσι την ησυχίαν και ευτυχίαν των, τότε χωρίς να υπάρχη ανάγκη παρακλήσεων και συμβουλών εξ όλης ψυχής και καρδίας θα εργασθώσι μεθ’ ημών προς τον σκοπόν τούτον, καθώς οι Βούλγαροι εφανέρωσαν εμπράκτως και διά των ειλικρινών αισθημάτων των προς τον υψηλόν μας σκοπόν κλίσιν και συμπάθειαν. Εν ονόματι της ανθρωπότητος και του πολιτισμού παρακαλούμεν και τους Ελληνας συμπολίτας μας, όπως, εάν δεν συνενωθώσι τουλάχιστον με μίαν τοιαύτην εκδήλωσιν ειλικρινών αισθημάτων, δηλώσωσιν ότι είνε ουδέτεροι και να παύσωσιν από του να χύνωσιν αίμα, όπως μέχρι σήμερον δρώντες κατά των άλλων στοιχείων»,

 αναφερόταν σε προκήρυξη του Οθωμανικού Συνδέσμου για την Ενωση και την Πρόοδο του Κέντρου Μοναστηρίου προς το Ελληνικό Κομιτάτο, τον Ιούλιο του 1908. Υπό αυτό το πρίσμα, Ελληνες και Βούλγαροι αντάρτες εγκατέλειψαν τα μακεδονικά βουνά και κατέθεσαν τα όπλα προς όφελος της συμφιλίωσης.

Τέλλος Αγρας,,Τυλιγάδης και άλλοι Μακεδονομάχοι



Ο Μακεδονικός Αγώνας

Την ίδια περίοδο που οι Δυνάμεις εργαζόταν για την ειρήνευση στη Μακεδονία, η Ελληνική Κυβέρνηση άρχισε να εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο της ενεργητικότερης αναμίξεώς της. Δεν επρόκειτο για αιφνιδιασμό. Ήδη είχε εκκινήσει από τις αρχές του αιώνος η χορήγηση γενναιοτέρων παροχών για την εκπαίδευση των Μακεδόνων αλλά και οι σκέψεις ότι μόνον η βία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τη βία. Τα ελληνικά εκπαιδευτήρια έφθαναν πλέον τα 1.000, με περίπου 70.000 μαθητές. Στον χώρο της εκκλησίας είχαν σημειωθεί επίσης σοβαρές μεταβολές. Το σημαντικότερο βήμα ήταν η πρόσκληση του τέως Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ να αναλάβει και πάλι τον θρόνο του, με την υποστήριξη της Ελληνικής Κυβερνήσεως (Μάρτιος 1901). Την ίδια περίοδο, νέοι μητροπολίτες τοποθετήθηκαν σε επίκαιρες θέσεις: ο Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, ο Χρυσόστομος Καλαφάτης στη Δράμα, ο Ιωακείμ Φορόπουλος στο Μοναστήρι κ.ά.
Όλοι τους κινήθηκαν ανοιχτά πλέον για την ελληνική εθνική υπόθεση και επιθετικότερα από όλους ο Καστοριάς Γερμανός, που προσανατολίσθηκε αμέσως στη διάσπαση του δικτύου του Βουλγαρικού Κομιτάτου και στη συγκρότηση ενόπλων ομάδων, με τον προσεταιρισμό του Κώτα Χρήστου και άλλων δυσαρεστημένων στελεχών της ΕΜΕΟ. Επίκουρος στο έργο του ήλθε, τον Νοέμβριο του 1902, ο διπλωμάτης Ίων Δραγούμης, γιος του Στεφάνου, που ζήτησε και τοποθετήθηκε ως γραμματέας στο Προξενείο Μοναστηρίου. Μέσα από την πόλη αυτή, που τα δίκτυά της απλωνόταν σε ολόκληρη την Μακεδονία, ξεκίνησε η σύσταση πυρήνων, δηλαδή ελληνικών εθνικών επιτροπών, γνωστών ως «Άμυνα». Στελεχώθηκαν από τους πλέον τολμηρούς και ελληνομορφωμένους παράγοντες της πόλεως και των κωμοπόλεων, που έβλεπαν ότι η επιθετική πολιτική του Κομιτάτου έθετε σε κίνδυνο ολόκληρο το κοινωνικό και οικονομικό εποικοδόμημα. Όπλα άρχισαν να καταφθάνουν στη Μακεδονία με τις ενέργειες των παλαιών στελεχών της «Εθνικής Εταιρείας», που υπηρετούσαν ως αξιωματικοί στη Θεσσαλία. Ο Δραγούμης έγραφε παντού φλογερές επιστολές, ζητώντας μάλιστα από τον γαμπρό του Παύλο Μελά να προετοιμάσει στρατιωτικό πραξικόπημα, με επικεφαλής τον Στρατηγό Τιμολέοντα Βάσσο, για να σώσουν την Μακεδονία. Τα προξενεία έλαβαν οδηγίες να ενισχύσουν την άμυνα. Μάλιστα, κάτω από τις πιέσεις του Καραβαγγέλη, ο κύκλος των Δραγούμηδων έστειλε το πρώτο ένοπλο σώμα από έντεκα Κρητικούς (Μάιος 1903). Το σώμα συγκρούσθηκε με τους Βουλγάρους την πρώτη κιόλας ημέρα της Εξεγέρσεως του Ίλιντεν και φυγαδεύτηκε με πολλές δυσκολίες στην Ελλάδα.

Τον Δεκαπενταύγουστο του 1903, με υποκίνηση των μακεδονικών συλλόγων των Αθηνών, πραγματοποιήθηκε συλλαλητήριο με αφορμή τα δραματικά γεγονότα που εκτυλίσσονταν στη Μακεδονία. Ακολούθησε η απόφαση για την αποστολή δύο διερευνητικών αποστολών, αφενός των τεσσάρων αξιωματικών (Κοντούλης, Κολοκοτρώνης, Παπούλας, Μελάς) και αφετέρου του διερμηνέα της Πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως, Γεωργίου Τσορμπατζόγλου. Οι εργασίες των αποστολών ολοκληρώθηκαν μόλις το καλοκαίρι του 1904 αλλά οι εισηγήσεις τους δεν συνέπιπταν. Ακόμη και οι απόψεις των αξιωματικών μεταξύ τους διίσταντο. Η σύλληψη του Κώτα, μετά από κατάδοση του Γερμανού Καραβαγγέλη, ενέτεινε τους προβληματισμούς, εάν δηλαδή υπήρχαν πράγματι περιθώρια ανατροπής της βουλγαρικής οργανωτικής υπεροχής. Όμως στην πράξη η αντίστροφη πορεία είχε δρομολογηθεί ήδη από την άνοιξη. Τότε τοποθετήθηκε πρόξενος στο Μοναστήρι ο Δημήτριος Καλλέργης και στη Θεσσαλονίκη ο Λάμπρος Κορομηλάς, ενώ παράλληλα αποσπάσθηκε στο Υπουργείο των Εξωτερικών μία ομάδα αξιωματικών, προκειμένου να αναλάβουν υπηρεσία στα προξενεία και τα υποπροξενεία, ως «ειδικοί γραφείς». Στα τέλη Μαΐου, πρώην εταίροι της «Εθνικής Εταιρείας» ίδρυσαν το «Μακεδονικόν Κομιτάτον» με πρόεδρο τον ιδιοκτήτη της ανερχόμενης εφημερίδος Εμπρός, τον Δημήτριο Καλαποθάκη, πρώην διευθυντή του πολιτικού γραφείου του Τρικούπη. Από το ιδρυτικό κείμενο του καταστατικού φαίνεται ότι το Κομιτάτο ανέλαβε ευρύτατες αρμοδιότητες, που επεκτείνονταν στους τομείς της στρατολογίας και της προπαρασκευής σωμάτων. Μολονότι η Ελληνική Κυβέρνηση κάλυπτε τα έξοδά του και όριζε τα μισά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, ήταν σαφές ότι η παράλληλη δράση ιδιωτών και κράτους εγκυμονούσε περιπλοκές. Στα επόμενα χρόνια, ο συντονισμός των επιχειρήσεων και η κατανομή ανδρών και υλικού ήταν κάθε άλλο παρά απρόσκοπτα.

Στα τέλη Ιουλίου του 1904, η αποστολή νέων σωμάτων είχε αποφασισθεί. Στα μέσα Αυγούστου κατάφερε να διεισδύσει το σώμα του Θύμιου Καούδη και λίγο αργότερα, αυτό του Παύλου Μελά. Οι διπλωματικές υπηρεσίες παρακολούθησαν την πορεία και τη δράση τους από μακριά, μέσω των διαθέσιμων πληροφοριοδοτών, με αναμφίβολη ικανοποίηση για τις πρώτες ελληνικές επιτυχίες, προσηλωμένες όμως περισσότερο στα φαινόμενα παρά στην ουσία της ένοπλης συγκρούσεως, που εντοπίζονταν περισσότερο στη φοβερή ψυχολογική πάλη που διαδραματίζονταν στις καρδιές των χωρικών.
Ο θάνατος του Παύλου Μελά, τον Οκτώβριο του 1904, σημάδεψε την πορεία του Μακεδονικού Αγώνα με πολλούς τρόπους. Φυσιογνωμία ευγενική και καλοπροαίρετη, ιδεολόγος και ευσυγκίνητος, αν και πρόθυμος να υιοθετήσει τους τύπους της κλέφτικης παραδόσεως, στην ουσία αδυνατούσε να εφαρμόσει τους σκληρούς κανόνες και να υποστεί τους σωματικούς κόπους του ανορθόδοξου πολέμου και έτσι αναδείχθηκε σε τραγικό ήρωα. Ο χαμός του ήταν πάνω απ' όλα ο θρίαμβος του ρομαντικού εθνικισμού, που επισφραγίσθηκε με τη θυσία για την πατρίδα, μία μοίρα που ο Μελάς, όπως φαίνεται από τα γραπτά του, επιζητούσε συστηματικά. Λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του Μελά, διέσχισε την μεθόριο το σώμα του Γεωργίου Κατεχάκη (Ρούβας) και στα μέσα Νοεμβρίου ακολούθησε ο Γεώργιος Τσόντος, που εξελίχθηκε σύντομα στην σημαντικότερη επιτελική προσωπικότητα του Αγώνα. Οι δύο αυτές ομάδες μαζί με τους άνδρες του Καούδη έδωσαν τα πρώτα κτυπήματα στην βουλγαρική παράταξη, αποκαθιστώντας για πρώτη φορά το ελληνικό γόητρο στα μάτια του εντόπιου πληθυσμού.

Ο χειμώνας ανέστειλε την πολεμική δραστηριότητα. Οι προετοιμασίες για την εαρινή αντεπίθεση το 1905, άρχισαν με την κάθοδο του ειδικού γραφέως, Ανθυπολοχαγού Κωνσταντίνου Μαζαράκη-Αινιάν στην Αθήνα. Ο Μαζαράκης, μεταφέροντας τις απόψεις του Κορομηλά, προσπάθησε να προωθήσει την λύση της ενιαίας διευθύνσεως του Αγώνος από το Γενικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, υποδεικνύοντας τις αδυναμίες του Κομιτάτου. Όμως το τελευταίο διέθετε ήδη αρκετή πολιτική κάλυψη και το απαραίτητο γόητρο για να εξουδετερώσει κάθε προσπάθεια περιστολής των δραστηριοτήτων του. Παρά το ακμαίο ηθικό, στην πράξη η ελληνική αντεπίθεση ήταν πολύ πιο σύνθετη και πολύπλοκη υπόθεση. Περισσότερο δυσχερής και από τον ανταρτοπόλεμο των βουνών ήταν η διοργάνωση της υποδομής, ο επιτελικός σχεδιασμός και η συνεπής υλοποίησή του, με δεδομένη την διασπορά και την επικάλυψη των κέντρων λήψεως αποφάσεων, από τα γραφεία της εφημερίδος Εμπρός και το Υπουργείο των Εξωτερικών στην Αθήνα έως τα κορφοβούνια του Βιτσίου, τα χωριά του Βοΐου και τις εθνικές επιτροπές των κωμοπόλεων με όλες τις ιδιαιτερότητές τους. Ως κυρίαρχη μορφή στο επίπεδο αυτό προέβαλε ο Κορομηλάς, ο αποστολέας εκατοντάδων δυναμικών και παρορμητικών επιστολών προς το Υπουργείο των Εξωτερικών. Είναι μαρτυρημένο ότι ο Κορομηλάς είχε επίγνωση των ανωτέρων ικανοτήτων του και ότι χαρακτηριζόταν από μία εκκεντρικότητα, που μερικές φορές υπονόμευε τις συνεργασίες του· αλλά είναι υπεράνω αμφιβολιών ότι ο Γενικός Πρόξενος ήταν εκ των ουκ άνευ συντελεστών του Αγώνος.

Όντως, από τα γραφόμενά του γίνεται σαφές ότι ο Κορομηλάς με το προσωπικό του κύρος προσπάθησε και κατάφερε να παρασύρει την Ελληνική Κυβέρνηση σε μία ενεργότερη συμμετοχή απ' αυτήν της περιόδου 1903-1904. Πριν καλά-καλά επιτύχει την έγκριση των απαραίτητων δαπανών, από τον Ιανουάριο του 1905 οραματιζόταν την επέκταση των επιχειρήσεων στην Κεντρική και την Ανατολική Μακεδονία, μέχρι το Μελένικο και τη Στρώμνιτσα. Επίσης, είχε προχωρήσει στην οργάνωση του λαθρεμπορίου όπλων και του εξοπλισμού της ενδοχώρας μέσω του προξενείου, προκαταλαμβάνοντας ίσως μερικές φορές την ίδια την κυβέρνηση με το πάθος και τη ρητορεία του. Μόνιμη επωδός ήταν η παραγγελία χιλιάδων όπλων και πυρομαχικών. Συνεργάτες του είχε τους «ειδικούς γραφείς», που ως τομεάρχες, μέσω έμπιστων πρακτόρων, παρακολουθούσαν τις εξελίξεις, επισκέπτονταν, γνώριζαν και φωτογράφιζαν πρόσωπα και πράγματα, συνέτασσαν αναφορές προς το Μακεδονικό Κομιτάτο και έκαναν καθημερινές ακροάσεις μέσα στο κτίριο του Γενικού Προξενείου επιτηρούμενοι ασφυκτικά από τις οθωμανικές αρχές. Την ίδια εποχή και στο Μοναστήρι κυριαρχούσε ο προβληματισμός για το μέλλον των επιχειρήσεων. Ελλείψει ανωτέρων διαταγών, οι διπλωμάτες επιθυμούσαν την αποτύπωση ενός σχεδίου, την ορθολογική διασπορά των σωμάτων, την εκ των προτέρων κατανομή στρατηγικών καθηκόντων, επιφυλάσσοντας για τον συντονιστικό ρόλο κάποιον αποσπασμένο στο προξενείο αξιωματικό, όπως ακριβώς πρότεινε και ο Κορομηλάς για το Βιλαέτι Θεσσαλονίκης. Οι εξελίξεις έδειξαν πόσο δίκαιο είχαν. Αλλά η «ομοιόμορφος ενέργεια», η «ενδελεχής παρασκευή του εδάφους» και η «πλήρης οργάνωσις» που ο Κορομηλάς και οι συνάδελφοί του ζητούσαν προκαταβολικά, παρέμειναν ένα απραγματοποίητο όνειρο.

Παρά τους προβληματισμούς, την άνοιξη του 1905 στη Μακεδονία βρέθηκαν τουλάχιστον 565 άνδρες, οργανωμένοι σε ευμεγέθη σώματα, υπό την διοίκηση κυρίως αξιωματικών του ελληνικού στρατού και την διοικητική εποπτεία του Κομιτάτου. Την ίδια περίοδο στην Κεντρική Μακεδονία ενεργοποιούνταν περίπου 122 άνδρες, υπό την διοίκηση υπαξιωματικών και τοπικών οπλαρχηγών (επτά ομάδες) καθώς και 109 πολιτοφύλακες (12 ομάδες). Πλέον τούτων, αναμένονταν άμεσα άλλοι 178 άνδρες. Το φθινόπωρο, στην ίδια περιοχή βρίσκονταν ανεπτυγμένες 13 ομάδες ανταρτών (215 άνδρες) έναντι περίπου ισαρίθμων ενόπλων Βουλγάρων και 32 ομάδες πολιτοφυλάκων (183 άνδρες). Επιπλέον, στην Ανατολική Μακεδονία ήδη μετριόταν, τον Νοέμβριο του 1905, 14 μικρά σώματα με 85 άνδρες συνολικά. Η ταυτόχρονη παρουσία 1.000 περίπου ενόπλων Ελλήνων τη στιγμή που ήδη υπήρχαν ενδείξεις ότι ο τουρκικός στρατός εγκατέλειπε την προηγούμενη παθητική του στάση, ήταν επόμενο να προκαλέσει σωρεία ατυχημάτων και εκατομβών, με γνωστότερα θύματα τους αξιωματικούς Μαρίνο Λυμπερόπουλο (Κρόμπας), Μιχαήλ Μωραΐτη (Κόδρος) και Σπυρίδωνα Φραγκόπουλο (Ζόγρας). Από την άλλη όμως μεριά, η αύξηση των πολιτοφυλακών, η προώθηση στο Μορίχοβο και την Ανατολική Μακεδονία, η επέκταση του ελέγχου στα Καστανοχώρια και στις πεδιάδες βορείως και νοτίως της Φλωρίνης και η εξασφάλιση ζωτικών οδικών αρτηριών γύρω από το Μοναστήρι μέσα σε δέκα μήνες ήταν στρατηγικά πλεονεκτήματα με αναμφίβολη σημασία.

Όμως ο Αγώνας δεν είχε ακόμη κριθεί. Από τις αρχές του 1906, όταν πέρασε ο πρώτος ενθουσιασμός, φάνηκαν στο Βιλαέτι Μοναστηρίου τα προβλήματα, τα οποία εγκαίρως είχαν επισημάνει οι διπλωμάτες: αποσύνθεση των σωμάτων στη βόρεια ζώνη, αδυναμία παρακολουθήσεως των ενεργειών στη νότια ζώνη, αρρυθμία στην οικονομική διαχείριση, έλλειψη στελεχών στα κέντρα και συντονισμού στην είσοδο και ανάπτυξη των σωμάτων. Οι συνέπειες ήταν άμεσες και τραγικές: ο Γεώργιος Σκαλίδης σκοτώθηκε τον Μάρτιο, ο Χρήστος Πραντούνας τον Απρίλιο, ο Αντώνιος Βλαχάκης τον Μάιο, ο Κωνσταντίνος Γαρέφης τον Ιούνιο, ο Ευάγγελος Νικολούδης τον Ιούλιο και μαζί τους δεκάδες Μακεδονομάχοι, θύματα τις περισσότερες φορές άσκοπων συγκρούσεων με τα τουρκικά στρατεύματα. Είναι επίσης ενδεικτικό ότι τον Σεπτέμβριο του 1906, στην ίδια περιοχή η τακτική δύναμη με επιχειρησιακή δυνατότητα δεν ξεπερνούσε τους 200 άνδρες -ίσως λίγοι περισσότεροι από τους αντίστοιχους κομιτατζήδες- το Βίτσι είχε εγκαταλειφθεί, τα Κορέστια δεν ελέγχονταν και οι Εξαρχικοί εξαπέλυαν δολοφονικές αντεπιθέσεις με πολλά θύματα. Αντίθετα, στο πατριαρχικό στρατόπεδο τα κρούσματα απειθαρχίας είχαν πολλαπλασιασθεί. Ακριβώς την ίδια εποχή, ο Λάμπρος Κορομηλάς από την Θεσσαλονίκη βρισκόταν στην ευτυχή θέση να αναφέρει τη συνεχή βελτίωση των ελληνικών θέσεων, καθώς επεχειρείτο επιτυχώς η προώθηση των σωμάτων του Σαράντου Αγαπηνού (Άγρας) και του Ιωάννου Δεμέστιχα (Νικηφόρος) μέσα στον βάλτο των Γιαννιτσών. Ήλπιζε, έτσι, ότι θα μπορούσαν να ελέγξουν τα πολλά παραλίμνια χωριά, των οποίων η οικονομική ζωή ήταν εξαρτημένη από τη χλωρίδα και την πανίδα του βάλτου.

Το τέλος του τρίτου χρόνου ένοπλης δράσης βρήκε την ελληνική πλευρά να διατηρεί το συγκριτικό πλεονέκτημα που είχε αποκτήσει το 1905 σε ολόκληρη την Μακεδονία, αλλά ήταν προφανές ότι κατά τόπους υπήρχαν αποκλίσεις από τους επιθυμητούς στόχους ή ακόμη και υποχωρήσεις από τα κεκτημένα. Τα προξενικά έγγραφα δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι τα προβλήματα ήταν έκδηλα κυρίως στη Μακεδονία. Η κρίση που σοβούσε στο Βιλαέτι Μοναστηρίου από το 1906, φαίνεται ότι μάλλον ήταν συνάρτηση γεωγραφικών παραγόντων. Η γειτνίαση με το ελληνικό κράτος πολλαπλασίαζε τις δυνατότητες επιτυχούς εισβολής σωμάτων, σε αντίθεση με τις πάντοτε προγραμματισμένες αλλά ταυτόχρονα προβληματικές και αγωνιώδεις αποβάσεις από θαλάσσης στη Χαλκιδική και το Ρουμλούκι, νοτίως του βάλτου των Γιαννιτσών. Άλλωστε, τα ελληνοτουρκικά σύνορα ήταν ο χώρος όπου παραδοσιακά ενδημούσαν κάθε είδους κλεφταρματολοί. Ήταν επόμενο οι τελευταίοι να βρεθούν στην ορεινή Μακεδονία σε αυξημένη αναλογία σε σύγκριση με τις κεντρικές και τις ανατολικές πεδιάδες, όπου οι αποβάσεις ήταν σχεδόν απόλυτα ελεγχόμενες από το ελληνικό κράτος. Ακόμη στα δυτικά, το διοικητικό κέντρο, το Μοναστήρι, ήταν ουσιαστικά αποκομμένο από πολλά θέατρα των επιχειρήσεων, σε αντίθεση με την πολυτέλεια της σιδηροδρομικής συνδέσεως με όλα τα κέντρα της δικαιοδοσίας του, που διέθετε ο Κορομηλάς. Έτσι, η απόσταση από τις επιχειρήσεις στα Γρεβενά, τα Καστανοχώρια, τα Κορέστια κ.α. πολλαπλασίαζε τις αδυναμίες συντονισμού των πολυπληθών ενόπλων, ενώ οι εγγενείς δυσχέρειες των επικοινωνιών επέτειναν την εικόνα του χάους. Τέλος, το πρόβλημα της διοικητικής ευθύνης των τοπικών εθνικών επιτροπών ήταν ασυγκρίτως σοβαρότερο στα δυτικά, όπου η παράδοση του κοινοτισμού και η μορφή της οικονομίας υπονόμευε τις έξωθεν επεμβάσεις. Αναπόφευκτα η νέα τάξη των ενθουσιωδών πατριωτών, που στηριζόταν στα όπλα των σωμάτων, ερχόταν σε αντιπαράθεση με την εξουσία των παραδοσιακών προκρίτων. Αντίθετα, στα τσιφλίκια του κάμπου οι «άνωθεν» πιέσεις επέφεραν αμεσότερα αποτελέσματα.

Η παντοδυναμία της βουλγαρικής ΕΜΕΟ και η επιτυχία της την καθιστούσε, όπως φαίνεται, πρότυπο οργανώσεως και δράσεως για τους Έλληνες διπλωμάτες, οι οποίοι αρέσκονταν να βλέπουν το δίκτυό τους ως την ελληνική «εσωτερική» οργάνωση, προφανώς σε αντιδιαστολή με το «ανώτερο» κομιτάτο των Αθηνών. Στην πραγματικότητα, ούτε ο αγώνας των Βουλγάρων ήταν απρόσκοπτος. Όμως στο στρατόπεδό τους, όπως και στο ελληνικό, οι συγκρούσεις ήταν κάθε άλλο παρά ιδεολογικές. Η διάσπαση της εξαρχικής βάσεως σε δύο κόμματα προήλθε, όπως μαρτυρείται, από την αδυναμία ικανοποιήσεως των μακροχρονίων οικονομικών αιτημάτων της ΕΜΕΟ από τους χωρικούς. Στην περίοδο της παρακμής που ακολούθησε το Ίλιντεν και επιτάθηκε μετά την ελληνική αντεπίθεση του 1905, οι πιέσεις, οι αποτυχίες και οι φιλοδοξίες των καπεταναίων αλλά και η απροθυμία του βουλγαρικού κράτους να επέμβει ρυθμιστικά, δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μίγμα που όχι μόνο υπονόμευσε την βουλγαρική αλυτρωτική πολιτική στην οθωμανική Μακεδονία αλλά μακροπρόθεσμα δυναμίτισε την κοινωνική γαλήνη και στην ίδια την Βουλγαρία.

Τα προβλήματα κατευθύνσεως του αγώνα των Ελλήνων και των Βουλγάρων φαίνονταν ακόμη σημαντικότερα μέσα στο δυσμενές πλαίσιο που δημιουργούσε η παρεμβατική πολιτική των μεγάλων δυνάμεων και η αντίστοιχη παρελκυστική της Πύλης. Η παρουσία των πρώτων στη Μακεδονία συνέπιπτε με την αύξηση της ελληνικής δραστηριότητος, η οποία και αντιμετωπιζόταν ως αποσταθεροποιητικός παράγων της ειρήνης. Αν και οι Γάλλοι, οι Βρετανοί και οι Ιταλοί φαίνονταν εκνευρισμένοι από τις πρωτοβουλίες των Αυστριακών και των Ρώσων στη Μακεδονία, ωστόσο δεν μαρτυρείται σοβαρή διάσταση για την άμεσα εφαρμοστέα πολιτική. Όλοι τους παρέβλεπαν το γεγονός ότι τα ελληνικά σώματα προσπαθούσαν απλώς να αποκαταστήσουν το προηγούμενο καθεστώς, διότι το δικό τους βραχυπρόθεσμο συμφέρον ήταν η διατήρηση της βουλγαρικής δυνάμεως, σε σημείο ώστε να εξουδετερώνεται η ελληνική χωρίς παράλληλα να κλονίζεται η οθωμανική κυριαρχία. Με την «μεροληπτική» αυτή πολιτική ευθυγραμμιζόταν και η Πύλη, ίσως όχι τόσο απρόθυμα όσο υπαινισσόταν ο Γενικός Επιθεωρητής της Μακεδονίας Χιλμή Πασάς, σε συνομιλίες του με Έλληνες διπλωμάτες. Αφού εξασφαλίσθηκε η μείωση της βουλγαρικής ανατρεπτικής ικανότητος, η Τουρκία έπαυσε την ευμενή ουδετερότητα προς τα ελληνικά σώματα, την οποία είχε επιδείξει στις αρχές του Μακεδονικού Αγώνος και επιδόθηκε σε «αμείλικτον καταδίωξιν». Τυπικά βέβαια ο Χιλμή, παίζοντας με θαυμαστή επιτηδειότητα εν μέσω ευρωπαϊκών και σουλτανικών πιέσεων τον ρόλο του φιλέλληνος, συνέχιζε να διαβεβαιώνει τους Έλληνες ότι ενδιαφερόταν κυρίως για την πάταξη των βουλγαρικών συμμοριών και ευγενικά αποθάρρυνε την οργάνωση νέων ελληνικών σωμάτων, ώστε να μην αποσπάται η προσοχή του οθωμανικού στρατού. Όμως το ενδεχόμενο αυτό, να αφεθεί δηλαδή αποκλειστικά στους Τούρκους η δίωξη των κομιτατζήδων ώστε να αποφευχθεί η εμπλοκή ελληνικών σωμάτων, δεν ήταν ρεαλιστικό. Ήταν γνωστή πλέον στην ελληνική πλευρά τόσο η ικανότητα των Εξαρχικών για συγκεκαλυμμένη δράση όσο και η ιδιαίτερη σημασία που έπαιζε η παρουσία και μόνον μερικών ενόπλων για την μεταστροφή των φρονημάτων.

Δεν ήταν, όμως, μόνον η ένοπλη διεκπεραίωση του Αγώνα που συγκέντρωνε το ενδιαφέρον των Ελλήνων διπλωματών. Είναι προφανές ότι πίστευαν -και δεν είχαν άδικο- ότι εξίσου λυσιτελείς θα ήταν και οι πρωτοβουλίες οικονομικής φύσεως. Πρόκειται για σειρά προτάσεων και σχεδίων που είναι ελάχιστα γνωστά, γιατί ποτέ δεν καρποφόρησαν επαρκώς και έτσι πέρασαν στην ιστορία ως ο οικονομικός πόλεμος που κήρυξε στους εξαρχικούς επαγγελματίες και εργάτες της Θεσσαλονίκης ο Ανθυπολοχαγός Αθανάσιος Σουλιώτης. Η κατάσταση, όμως, ήταν πιο πολύπλοκη από έναν εμπορικό αποκλεισμό και είχε να κάνει βασικά με τις ραγδαίες μεταβολές στην οικονομία της Μακεδονίας, που θα εξετασθούν παρακάτω. Τέσσερις όψεις των οικονομικών μεταβολών συνδέθηκαν κυρίως με τον Μακεδονικό Αγώνα: η υπερατλαντική αποδημία, η αγοραπωλησία γαιών, η ίδρυση τραπεζικών υποκαταστημάτων και οι ανταγωνισμοί των επαγγελματιών στα αστικά κέντρα.

Το μεταναστευτικό ρεύμα προς τις ΗΠΑ, που εκδηλώθηκε κυρίως μετά την Εξέγερση του Ίλιντεν, το 1905 είχε ήδη προσλάβει σημαντικές διαστάσεις σε ολόκληρη την σλαβόφωνη ζώνη του Βιλαετίου Μοναστηρίου. Ήταν πλέον μία στρατηγική που εφαρμοζόταν με σχέδιο και συνέπεια σχεδόν από κάθε διευρυμένη οικογένεια. Την χρονιά εκείνη μόνον από την περιφέρεια Μοναστηρίου μετανάστευσαν περίπου 5.500 -νέοι άνδρες στη συντριπτική τους πλειοψηφία- από τα χωριά που δέχονταν τις μεγαλύτερες πιέσεις ενόπλων σωμάτων. Μέχρι το τέλος της ίδιας χρονιάς, η στρατηγική είχε ήδη μεταφερθεί και στις δυτικές περιοχές του Βιλαετίου Θεσσαλονίκης. Οι συνέπειές της ήταν αρνητικές πρωτίστως για το τουρκικό δημόσιο, που παρά την επιθυμία του, αδυνατούσε να την καταστείλει, αλλά η έντονη λειψανδρία δεν μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστα και τα Κομιτάτα που, καθώς στερούνταν οπαδών και πόρων, προσπάθησαν ακόμη και να ελέγξουν το δίκτυο των πρακτορείων μεταναστεύσεως. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα σημαντικότερη εξέλιξη δεν ήταν τόσο η λειψανδρία στη Μακεδονία όσο η μεταφορά των διαφορών Εξαρχικών και Πατριαρχικών στην αμερικανική ήπειρο. Την σημασία του γεγονότος αυτού φαίνεται ότι αντιλήφθηκαν άμεσα τόσο η Ελλάδα όσο και η Βουλγαρία. Από ελληνικής πλευράς, προτεραιότητα έπρεπε να δοθεί στην ομαλή συμβίωση των Μακεδόνων με τους μετανάστες από το ελληνικό κράτος και να αποφευχθεί η άκριτη απομόνωση των Σλαβοφώνων ως Βουλγάρων. Σε όσες περιπτώσεις συνέβαινε αυτό, οι παλιννοστούντες, με όλο το κύρος που τους προσέδιδαν τα δολάριά τους, έσπευδαν να εκδικηθούν τις λοιδορίες συντασσόμενοι με το Βουλγαρικό Κομιτάτο. Ήταν μία διαδικασία που απαιτούσε λεπτότατους χειρισμούς, τους οποίους, όπως έδειξε η ιστορία, δεν μπορούσε να εγγυηθεί η παρουσία μόνον ενός ικανού αρχιερέος ή ενός διπλωματικού εκπροσώπου, όπως εισηγούνταν οι σύγχρονοι παρατηρητές.

Η εγκατάλειψη των καλλιεργειών, ο κλονισμός των τσιφλικιών λόγω ελλείψεως εργατικού δυναμικού και η εισροή συναλλάγματος είχαν ως φυσικό αποτέλεσμα την ραγδαία αύξηση των αγοραπωλησιών γης. Ακριβώς αυτό το πλαίσιο ήταν ευνοϊκό για διαφόρους χειρισμούς που θα επέτρεπαν, μέσω της ενοικιάσεως τσιφλικιών, βοσκών και δασών, την μετεγκατάσταση πατριαρχικών πληθυσμών, την ασφαλή προώθηση ενόπλων και την εγκατάσταση φρουρών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον φαίνεται ότι είχαν και οι λίμνες, δηλαδή τα αβαθή έλη των Γιαννιτσών, του Αματόβου και του Άρτζαν, που όχι μόνον αποτελούσαν φυσικά ορμητήρια ενόπλων αλλά και στήριζαν την οικονομία των παρακειμένων χωριών. Ωστόσο, η υλοποίηση των προτάσεων αυτών, παρά τα προσδοκώμενα οφέλη, προσέκρουε στην δεδηλωμένη απροθυμία των πιστωτικών οργανισμών -ακόμη κι αυτών των ελληνικών συμφερόντων- να ριψοκινδυνεύσουν κεφάλαια στο αβέβαιο περιβάλλον της μακεδονικής ενδοχώρας.

Στα αστικά κέντρα, τα οικονομικά προβλήματα του εθνικού αγώνος δε συνδέονταν με την έλλειψη κεφαλαίων αλλά με την ίδια τη δομή της κοινωνίας. Ο εκχρηματισμός της οικονομίας, η επιτάχυνση των ρυθμών του εμπορίου, η βελτίωση των επικοινωνιών και κυρίως η ανασφάλεια οδηγούσαν όλο και περισσοτέρους σλαβοφώνους αγρότες και μικροεπαγγελματίες στα αστικά κέντρα, είτε περιστασιακά είτε μόνιμα. Εκεί περιθωριοποιούνταν σε ορισμένες συνοικίες, όπως π.χ. του Δραγόρ και των Εξοχών στο Μοναστήρι ή του Κιλκίς στη Θεσσαλονίκη. Οι αναπόφευκτες κοινωνικές διαφορές και οι οικονομικές προστριβές των νεοαφιχθέντων μικροκαταστηματαρχών, μικροπωλητών και εργατών με την καθεστηκυία τάξη των ελληνοφώνων και βλαχοφώνων εμπόρων αλλά και μεταξύ τους μεγιστοποιούσαν τη σημασία των οικονομικών ενισχύσεων του Βουλγαρικού και του Ρουμανικού Κομιτάτου, τις οποίες επιζητούσαν παντού τα «κοινωνικά ναυάγια», τα οποία τελικά εντάσσονταν έναντι χρημάτων στις τάξεις των Κομιτάτων. Οι εμφυτεύσεις ιατρών και διδασκάλων στην ενδοχώρα ή η συντήρηση Μακεδονομάχων ως μικροεπαγγελματιών στις συνοικίες των αστικών κέντρων ήταν μία πρακτική ωφέλιμη για τις ανάγκες του Αγώνος· αλλά δεν βοηθούσε ιδιαίτερα την εξομάλυνση των κοινωνικών διαφορών και των εθνικών παθών που αυτές τροφοδοτούσαν. Ακόμη και μέσα από τις ελληνικές πηγές προκύπτει αβίαστα το χάος -αν όχι και η αντιπάθεια- που χώριζε χωρικούς και αστούς αλλά και απίστευτα πολιτικά πάθη που αναπτύσσονταν στους κόλπους ακόμη και αμιγών ελληνοφώνων κοινοτήτων.

Η σημαντικότερη μεταβολή, κατά την τελευταία διετία,1907-1908, είναι οι ραγδαίες ανακατατάξεις στο διπλωματικό σκηνικό ή μάλλον η αίσθηση -μερικές φορές λανθασμένη- των ανακατατάξεων αυτών. Ήταν προφανές ότι τα πράγματα στη Βουλγαρία δεν πήγαιναν καλά. Η αντίστροφη μέτρηση για την μακεδονική πολιτική της Σόφιας είχε ξεκινήσει.
Η Ελληνική Κυβέρνηση, από την άλλη, συνέχισε ολόκληρο το 1907 να συγκεντρώνει τις διαμαρτυρίες της Πύλης, όλων των Δυνάμεων και ιδιαίτερα της πάντοτε άριστα πληροφορημένης Βρετανίας. Πράγματι, από το αρχειακό υλικό της περιόδου αυτής φαίνεται πόσο καθοριστικός ήταν ο ρόλος των Ευρωπαίων παρατηρητών για την απόδοση ευθυνών. Εύκολα διακρίνει κανείς τον εκνευρισμό των Ελλήνων διπλωματών, οι οποίοι μέμφονται τους Βρετανούς και τους Γάλλους προξενικούς και στρατιωτικούς για απροκάλυπτο φιλοβουλγαρισμό και μεροληψία σε βάρος των πατριαρχικών πληθυσμών. Αν και θα μπορούσε να τους καταλογισθεί έλλειψη ικανότητος και διορατικότητος να κατανοήσουν την ευρωπαϊκή οπτική γωνία, ότι δηλαδή το βασικότερο πρόβλημα του ειρηνευτικού έργου που είχαν αναλάβει οι Δυνάμεις στην τρέχουσα περίοδο ήταν όντως τα ελληνικά σώματα, ωστόσο ο εκνευρισμός τους δεν ήταν άνευ αντικειμένου. Οι εντυπώσεις των επιτόπιων παρατηρητών ενίσχυαν και επιτάχυναν την απόφαση των Δυνάμεων να πιέσουν διπλωματικά τα βαλκανικά κράτη και κυρίως την Αθήνα, ώστε να λάβει μέτρα όχι απλώς αποθαρρύνσεως αλλά περιστολής της ανταρτικής δράσεως και, αντίστροφα, να υποστηρίξουν τα αιτήματα της Πύλης για απομάκρυνση όσων διπλωματών και μητροπολιτών ενέχονταν -σύμφωνα με τους παρατηρητές πάντοτε- στον ελληνικό ένοπλο αγώνα.

Είναι δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημα τί θα συνέβαινε στη Μακεδονία, εάν το Νεοτουρκικό Κίνημα το καλοκαίρι του 1908 δεν ανέστειλε τις εξελίξεις. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε σοβαρή περίπτωση ενός Βουλγαροτουρκικού Πολέμου. Όπως και η Ελλάς, η Βουλγαρία δεν ήταν σε θέση να αγνοήσει εντελώς τις Δυνάμεις αλλά ούτε υπήρχε ορατό πεδίο συνδιαλλαγής της με τα σπαρασσόμενα πλέον Κομιτάτα. Παρά τις κατά καιρούς εκτοξευόμενες απειλές και τη σχετική φημολογία, ούτε η Τουρκία είχε κάνει κάποια ουσιαστική προετοιμασία για σύρραξη στα βόρεια σύνορά της, τη στιγμή μάλιστα που η δυσαρέσκεια στο στράτευμα, λόγω καθυστερήσεως των μισθών, είχε αρχίσει να οδηγεί σε λιποταξίες. Πάντως, οι Έλληνες φαίνεται ότι είχαν δίκαιο να κατηγορούν τους Τούρκους για καιροσκοπισμό: το βουλγαρικό ενδιαφέρον για την Μακεδονία δεν επρόκειτο να παύσει σύντομα και τα τουρκικά μακροπρόθεσμα συμφέροντα δεν εξυπηρετούνταν διόλου με την επιλεκτική πίεση σε βάρος των Ελλήνων. Πραγματικά, εάν δεχθούμε τις προξενικές πληροφορίες, τίποτε δεν μαρτυρούσε ότι η δράση των Βουλγάρων κομιτατζήδων είχε μειωθεί σε ικανοποιητικό σημείο. Η δολοφονία του Άγρα, τον Ιούνιο του 1907, είχε ηλεκτρίσει την ατμόσφαιρα. Η φορολογία των Πατριαρχικών από την ΕΜΕΟ συνεχιζόταν, όπου και όποτε ήταν δυνατόν. Οι απειλές και οι δολοφονίες ήταν στην ημερησία διάταξη. Οι διεισδύσεις ομάδων από την Βουλγαρία δεν είχαν παύσει. Η συνεργασία με τους ρουμανίζοντες Βλάχους της Αλμωπίας βάθαινε και αντλούσε από την αντιπαράθεσή τους με τους Ελληνοβλάχους του Βερμίου. Εξάλλου, από το 1905 η Πύλη είχε αναγνωρίσει ξεχωριστό βλάχικο μιλέτι. Η δράση περιωνύμων βοεβόδων με πολυάριθμους συντρόφους στους ανατολικούς καζάδες είχε ακόμη γερές βάσεις. Μάλιστα, τον Φεβρουάριο του 1908 προσέλαβε ανησυχητικές διαστάσεις.

Βέβαια, η ΕΜΕΟ δε βρισκόταν στην καλύτερη δυνατή κατάσταση: το δίκτυό της είχε διαρροές, λόγω της προβληματικής διεκπεραιώσεως εγγράφων. Από τα Καστανοχώρια δεκάδες Εξαρχικοί αποχωρούσαν στη Βουλγαρία, προφανώς για να αναδιοργανωθούν, καθώς η περιοχή είχε περιέλθει στον έλεγχο των ελληνικών σωμάτων. Οι ιθύνοντες της εξαρχικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης ήταν σαφώς απρόθυμοι να επενδύσουν σ' ένα νέο κίνημα και ο οικονομικός πόλεμος των Ελλήνων δημιουργούσε όχι αμελητέες δυσχέρειες. Οι λιποταξίες οπλαρχηγών προς το ελληνικό στρατόπεδο αύξαναν. Ευτυχώς όμως για τα βουλγαρικά κομιτάτα, ούτε η ελληνική πλευρά ήταν σε θέση να προχωρήσει αποφασιστικά στον πλήρη εξοβελισμό τους για πολλούς και διαφόρους λόγους. Στην Κεντρική Μακεδονία, μετά από δύο χρόνια συνεχών προσπαθειών (1905-1906), ο έλεγχος των περιοχών ανατολικά και βόρεια της λίμνης των Γιαννιτσών δεν είχε επιτευχθεί, αφού η οδός διαφυγής των κομιτατζήδων προς τα έλη παρέμενε ελεύθερη. Οι προσπάθειες του Άγρα και του Νικηφόρου, κάτω από πραγματικά μυθιστορηματικές συνθήκες, είχαν αποδώσει αποτελέσματα όχι ανάλογα με τις θυσίες, έως τη στιγμή που ο Νικηφόρος ανέλαβε επιχειρήσεις εκτός του βάλτου εναντίον εξαρχικών χωριών. Όμως, η ευρωπαϊκή κατακραυγή προκάλεσε την αναστολή των επιχειρήσεων και η προσβολή των ρουμανιζόντων αντίποινα στις ελληνικές κοινότητες στη Ρουμανία. Στη Μακεδονία πάλι, σειρά κακοτυχιών και σφαλμάτων οδήγησε σε λιγότερο από δύο μήνες (Μάιος-Ιούνιος του 1907) στην καταστροφή των σωμάτων των καπεταναίων Φιωτάκη, Φούφα, Ζιάκα, Γκούρα, Φλάμπουρα, Δοξογιάννη αλλά και σε συλλήψεις πολυαρίθμων στελεχών, ενώ στην Ανατολική Μακεδονία ο θάνατος του δημοφιλέστατου Ανδρέα Στενημαχίτη, ικανού πολεμιστού και εθνικού αγορητού, συγκλόνισε τον πατριαρχικό πληθυσμό, όπως, λίγο αργότερα, η αναγκαστική αποχώρηση του Μητροπολίτη Δράμας Χρυσοστόμου.

Στις αρχές του 1908, η κατάσταση της ηθελημένης απραξίας φαινόταν να γενικεύεται από το Μοναστήρι έως την περιοχή της Δράμας. Δεν ήταν ότι έλειπε ο ενθουσιασμός. Απλώς, η επίτευξη λελογισμένης βίας προσέκρουε στην ίδια την φύση των ομάδων της ΕΜΕΟ. Όπως έγραφε ο Πρόξενος Δημαράς, οι ομάδες αυτές ήταν «συρφετός καταρτιζόμενος εν δεδομένη ανάγκη εκ χωρικών, οίτινες μετά την εκτέλεσιν του προσχεδιασθέντος έργου, εγκαταλείποντες το όπλον, [και] επαναλαμβάνουσι τας αγροτικάς εργασίας των». Η επίθεση εναντίον των βάσεών τους σήμαινε επίθεση εναντίον χωριών και τέτοιες πρωτοβουλίες μόνον διπλωματικά προβλήματα μπορούσαν να προξενήσουν. Δεν ήταν, όμως, η μόνη αδυναμία. Ο Τέγος Σαπουντζής, επιτελικό στέλεχος στη Φλώρινα, επεσήμανε ως αιτίες της κάμψεως την ακαταλληλότητα ορισμένων προσώπων, την ανάμιξη των σωμάτων στα κοινοτικά και την έλλειψη προπαγανδιστικής εργασίας. Παρατηρούσε επίσης το κενό που άφηνε σε ορισμένες περιοχές η μακρόχρονη απουσία ανθρώπων με επιρροή και οικονομική επιφάνεια στην Αθήνα, οι οποίοι, παρά τις συνεχείς και πολύπλευρες παροτρύνσεις για επάνοδο, δίσταζαν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους. Σ' αυτά θα μπορούσαν να προστεθούν ποικίλες ανομολόγητες έριδες μεταξύ προκρίτων, εκκλησιαστικών και άλλων παραγόντων.

Η άλλη όψη της φαινομενικής απραξίας ήταν εν μέρει ο προσανατολισμός σε μη πολεμικές επιλογές και συγκεκριμένα στον οικονομικό πόλεμο. Ο Αθανάσιος Σουλιώτης και ο Γεώργιος Μόδης έχουν αφήσει γλαφυρές περιγραφές τέτοιων πρωτοβουλιών στη Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι αντίστοιχα, αλλά στην ύπαιθρο οι κανόνες ήταν πολύ πιο αυστηροί. Οι χωρικοί δεν είχαν στην πραγματικότητα πολλές επιλογές και έτσι ο αποκλεισμός τους από τα παζάρια, τις εμποροπανηγύρεις αλλά και τις αγορές εργασίας ήταν καταλυτικής σημασίας, σαφώς καθοριστικότερος από οιανδήποτε εθνική προπαγάνδα. Κατά τα άλλα, όμως, η αντίληψη ότι με μία μελέτη περί της ανώτερης οικονομικής θέσεως του ελληνικού στοιχείου θα επηρεάζονταν οι Ευρωπαίοι δημοσιολόγοι και κεφαλαιούχοι υπέρ των Ελλήνων ήταν αφελής, τη στιγμή που οι ίδιες οι ελληνικών συμφερόντων τράπεζες δεν τολμούσαν, για οικονομικούς λόγους, να διακόψουν τις συναλλαγές τους με Βουλγάρους. Η οριστική υποσκέλιση των βουλγαρικών συμφερόντων ήταν μία συνθετώτερη υπόθεση, που δεν θα ολοκληρωνόταν ποτέ, αν η χώρα δεν ειρήνευε και οι Έλληνες μεταπράτες δεν μετέβαλαν τους όρους πιστώσεως.

Όμως, ήταν πλέον αργά για θεαματικούς ανασχηματισμούς των ελληνικών δραστηριοτήτων. Η ελληνική οργάνωση στη Μακεδονία είχε φθάσει στα όριά της. Μετά την οριστική απομάκρυνση του Κορομηλά, τον Σεπτέμβριο του 1907, είχε ανοίξει ουσιαστικά ο δρόμος για την ενοποίηση της διοικητικής οργανώσεως του Μακεδονικού Αγώνα. Η βάσιμη υπόνοια ότι και το Βιλαέτι Θεσσαλονίκης θα περιερχόταν οριστικά στην ευθύνη του Μακεδονικού Κομιτάτου, δηλαδή των ιδιωτών, προκάλεσε την αντίδραση των αξιωματικών (ειδικών γραφέων) του Προξενείου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι προέβαλαν ως εναλλακτική λύση την ανάθεση της διευθύνσεως του Κομιτάτου στον Συνταγματάρχη Παναγιώτη Δαγκλή.
Την ώρα που ο Δαγκλής έκανε τις πρώτες επαφές του και κατέστρωνε σχέδια, ήδη η κατάσταση είχε ξεφύγει από τον έλεγχο. Η δολοφονία του διερμηνέα του Προξενείου Θεσσαλονίκης Θεόδωρου Ασκητή, λίγες μόνον ημέρες αργότερα, ευαισθητοποίησε την κοινή γνώμη ακόμη περισσότερο.
Σε συλλαλητήριο στις 16 Μαρτίου του 1908 στην πλατεία του Βαρβακείου Λυκείου, ο «Λαός των Αθηνών και του Πειραιώς», δηλαδή οι μακεδονικοί κύκλοι και οι φίλοι τους, δήλωσε προς τον Πρωθυπουργό Θεοτόκη και τον Διάδοχο Κωνσταντίνο ότι το Μακεδονικό Κομιτάτο δεν απολάμβανε πλέον της εμπιστοσύνης τους και ότι ήταν υπεύθυνο για την χειροτέρευση της καταστάσεως στη Μακεδονία. Τουλάχιστον στο δεύτερο σκέλος δεν είχαν απόλυτο δίκαιο, αλλά την σχετική αναφορά υπέγραφαν σχεδόν 400 οπλαρχηγοί. Παρά τις πιέσεις, τα υπομνήματα και τις απειλές παραιτήσεως των αξιωματικών των προξενείων αλλά και του ιδίου του Δαγκλή, το εγχείρημα της χειραγωγήσεως του Κομιτάτου τελικά απέτυχε.
Ο Δαγκλής δεν διέθετε την επιρροή των αντιπάλων του και ο Πρωθυπουργός Θεοτόκης ήταν εκ φύσεως απρόθυμος να εξωθήσει την κατάσταση στα άκρα. Κάτω από τις συνθήκες αυτές είναι αξιομνημόνευτο ότι, σαν από αδράνεια, συγκρατήθηκε το «μέτωπο» και είναι απολύτως κατανοητή η ανακούφιση που προκάλεσε η πρωτοβουλία των Νεοτούρκων πραξικοπηματιών να αμνηστεύσουν τους αντάρτες. Το Κίνημα των Νεοτούρκων έδωσε την ευκαιρία για την υποκατάσταση του Κομιτάτου από την «Πανελλήνιο Οργάνωσιν», δημιούργημα του Δαγκλή, του Ίωνος Δραγούμη και μερικών ακόμη αξιωματικών. Η Πανελλήνιος Οργάνωσις, δίκτυο κατασκοπείας και προπαγάνδας μάλλον παρά μάχης, εκ των πραγμάτων δεν είχε πολλά περιθώρια δράσεως. Η πραγματικότητα ήταν ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονταν σε ύφεση και οι Μακεδονομάχοι έπρεπε προσωρινά να παραμείνουν στους στρατώνες τους.



Σημαία του Μακαιδονικού Αγώνα



Παύλος Μελάς



Ο καπετάν Άγρας και ο καπετάν Νικηφόρος στη λίμνη των Γιαννιτσών.


Σημειώσεις

1* Πρώτο Βουλγαρικό κράτος

Το 681 το Βυζάντιο υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει την ύπαρξη Βουλγαρικού κράτους σε εδάφη της αυτοκρατορίας, υπό τον χαγάνο Ασπαρούχ. Η αναγνώριση του κράτους αυτού, που είχε δημιουργηθεί στο χώρο μεταξύ του Δούναβη και της οροσειράς του Αίμου με πρωτεύουσα την Πλίσκα συνεπαγόταν συμμαχικές δεσμεύσεις από την πλευρά των Βουλγάρων, οι οποίοι όμως δεν τις τήρησαν. Οι επανειλημμένες επιθέσεις των Βουλγάρων ηγεμόνων (κυρίως επί Κρούμου) τον 8ο αι. παρενοχλούσαν τις βόρειες επαρχίες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. 

Βυζαντινοβουλγαρική αντιπαράθεση 

 Με την άνοδο του Συμεών (893-927) στην εξουσία του χριστιανικού πλέον κράτους αρχίζει ο "χρυσός αιώνας" της Βουλγαρίας. Η επέκταση της επικράτειας προς νότον μέσω των συνεχών επιδρομών στα αυτοκρατορικά εδάφη αλλά και η απόκτηση του τίτλου του "βασιλέως και αυτοκράτορος Βουλγάρων και Ρωμαίων" ήταν οι κύριες αιτίες αντιπαράθεσης με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Υστερα από βραχύβια ειρήνη (τσάροι Πέτρος και Βόρις Β') η εξασθενημένη Βουλγαρία δέχτηκε την επίθεση των Ρως και μετατράπηκε σε βυζαντινή επαρχία (971). Όμως, η εξέγερση των Κομητόπουλων (Δαβίδ, Σαμουήλ, Μωυσή, Ααρών) το 976 και η ίδρυση νέου κράτους στα εδάφη της δυτικής Μακεδονίας και του πρώτου Βουλγαρικού κράτους προκάλεσε μακροχρόνιους αιματηρούς αγώνες που κατέληξαν μετά τη μάχη στο Κλειδί (1014) στη μετατροπή της Βουλγαρίας από τον Βασίλειο Β' τον Βουλγαροκτόνο σε βυζαντινό "θέμα"(1018).

2*Απριλιανά του 1903

Με την ονομασία Απριλιανά του 1903 χαρακτηρίζονται τα γεγονότα μιας σειράς βομβιστικών επιθέσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τους "Γκεμιτζήδες" μια αναρχική επαναστατική ομαδα, υπό την αρχηγίαν του καθηγητή του Βουλγαρικού Γυμνασίου Αρρένων Δαμιάν Γκρένιεφ, οι οποίες συγκλόνισαν την τουρκοκρατούμενη τότε Θεσσαλονίκη. Οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 28 Απρίλη και 1 Μάη του 1903. Από τις βομβιστικές εκείνες επιθέσεις υπήρξαν πολλά θύματα και καταστροφές.
Οι αποκαλουμενοι ως Γκεμιτζήδες (βαρκάρηδες ή σε πιο ελεύθερη μετάφραση "μπουρλοτιέρηδες") ήταν ομάδα νέων με αναρχικές ιδεολογικέςς καταβολές που έδρασε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στις αρχές του 20ού αι. Τα μέλη της, όλα απόφοιτοι του Εξαρχικού (Βουλγαρικού) Γυμνασίου Αρρένων της Θεσσαλονίκης, εξαπέλυσαν μια σειρά βομβιστικών επιθέσεων ώστε να αποσπάσουν την προσοχή των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής στο πρόβλημα της οθωμανικής καταπίεσης στη Μακεδονία και Ανατολική Θράκη ως προπομπός μέσα στα πλαίσια της προετοιμασίας για την εξέγερση του Ίλιντεν.


Αρχικός σκοπός της ομάδας ήταν η δολοφονία του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη. Για την προετοιμασία αυτού του χτυπήματος, μέλος της ομάδας πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, με τη μεσολάβηση του γραμματέα της Βουλγαρικής Εξαρχίας Dimitar Lyapov, ήρθε σε επαφή με Αρμένιους επαναστάτες. Σε αυτές τις επαφές έγινε φανερό πως ήταν αδύνατη η υλοποίηση του φιλόδοξου σχεδίου. Έτσι, αποφάσισαν την από κοινού ανατίναξη των κτιρίων της Οθωμανικής Τράπεζας στην Πόλη και τη Θεσσαλονίκη. Όμως το Σεπτέμβριο του 1900, η οθωμανική αστυνομία συνέλαβε αρκετά μέλη της ομάδας, τα οποία φυλακίστηκαν. Το 1901, απελάθηκαν στη Βουλγαρία, κατόπιν πιέσεων της βουλγαρικής κυβέρνησης. Την ίδια χρονιά, μέλος των Γεμιτζήδων, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη βουλγαροαρμενικής ομάδας, σκοτώθηκε σε αψιμαχία με Τούρκους, κοντά στην Αδριανούπολη. Το 1902, οι Γεμιτζήδες ήταν έτοιμοι και πάλι για δράση, αυτή τη φορά με σχέδιο βομβιστικών επιθέσεων στην Αδριανούπολη, Βελεσά (Βέλες) και άλλες πόλεις. Και αυτή τη φορά, όμως τα σχέδιά τους ματαιώθηκαν, όταν οι Οθωμανοί κατέσχεσαν το δυναμίτη που προοριζόταν για την επιχείρηση, στο Δεδέ Αγάτς (σημ. Αλεξανδρούπολη). Η οθωμανική επιχείρηση είχε υλοποιηθεί σε συνεργασία με τον αρχηγό της βουλγαρικής Ανώτατης Μακεδονικής Επιτροπής (ΒΜΑRC -Bulgarian Macedonian-Adrianople Revolutionary Committees), Μπόρις Σαράφωφ. Έτσι οι Γεμιτζήδες περιόρισαν τους στόχους τους στη Θεσσαλονίκη, όπου και μετέβησαν αργότερα συνεχίζοντας τον σχεδιασμό των επιθέσεων.


Έτσι στις 17 Απριλίου του 1903 (παλαιό ημερολόγιο) στη Θεσσαλονίκη ξέσπασαν ταραχές με μία σειρά βομβιστικών επιθέσεων κατά τουρκικών και όχι μόνο στόχων με δεκάδες νεκρούς. Συγκεκριμένα στον λιμένα της Θεσσαλονίκης ανατινάζεται το γαλλικό επιβατηγό πλοίο «Γουανταλκιβίρ», λίγο πριν τον απόπλου του για Κωνσταντινούπολη, όπου εκτελούσε τη συγκοινωνιακή αυτή γραμμή. Ακολούθησε βομβιστική επίθεση τρένου που μετέφερε 300 επιβάτες από Αδριανούπολη. Την επόμενη ημέρα βομβιστική επίθεση δέχθηκε το εργοστάσιο φωταερίου της Θεσσαλονίκης με συνέπεια να βυθιστεί η πόλη στο σκοτάδι, ενώ παράλληλα ακολούθησαν εκρήξεις βομβών σε διάφορα μέρη της πόλης, δρόμους, πλατείες και καταστήματα, μεταξύ των οποίων στο ελληνικό καφενείο Αλάμπρα, σ΄ ένα επίσης ελληνικό ζυθοποιείο και διάφορα άλλα σημεία.
Από τα σοβαρότερα κτυπήματα της εξτρεμιστικής εκείνης δράσης ήταν η ανατίναξη της οθωμανικής τράπεζας και της παραπλήσιας γερμανικής λέσχης που υπέστησαν ολοκληρωτική καταστροφή από δυναμίτες που είχαν τοποθετηθεί σε υπόγεια σήραγγα που από μακρού ετοιμάζονταν για το σκοπό αυτό. Η ανατίναξη του μεγάρου της Οθωμανικής Τράπεζας επετεύχθηκε με την κατασκευή υπόνομου που άρχιζε από ένα μπακάλικο ενοικιασμένο από βούλγαρο και έφθανε κάτω από από το μέγαρο, τα δε χώματα αποσύρονταν από μυημένους πελάτες βούλγαρους ως ψώνια μέσα σε χαρτοσακούλες.[2] Αμέσως μετά την δεύτερη ημέρα των επεισοδίων κηρύχθηκε στη πόλη της Θεσσαλονίκης και στην ευρύτερη περιοχή στρατιωτικός νόμος.

Των εξτρεμιστικών εκείνων επεισοδίων ακολούθησαν μάχες σχεδόν σώμα με σώμα ιδίως στη βουλγαρική συνοικία της πόλης, μεταξύ Βουλγάρων εξτρεμιστών και Οθωμανών στρατιωτών κατά τις οποίες υπήρξαν δεκάδες θύματα μεταξύ των οποίων και Έλληνες, λόγω του χάους που επικρατούσε. Συνελήφθησαν εκατοντάδες Βούλγαροι που σύρθηκαν στις φυλακές, όπου από τις ανακρίσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι δράστες αυτών των εξτρεμιστικών επιθέσεων ήταν μια δεκαμελής, κατ΄ άλλους δωδεκαμελής, αναρχική ομάδα που φέρονταν με το όνομα «βαρκάρηδες» ή «πλήρωμα», τουρκικά "gemidzhii", εξελληνισμένα «γεμιτζήδες», (γεμί = σκάφος), όνομα που βεβαίως δεν είχε καμία σχέση με επαγγελματίες λεμβούχους. Από την ομάδα αυτή έξι φέρονταν να σκοτώθηκαν στις μάχες που ακολούθησαν, τέσσερις να έχουν συλληφθεί και δύο να διέφυγαν τη σύλληψη.

Την δεκαμελή ομάδα των «γεμιτζήδων» αποτελούσαν οι:

Βλαδίμηρ Πίνγκωφ (1885, Βελεσσά - 1903). Σκοτώθηκε την πρώτη ημέρα των επεισοδίων.
Γεώργη Μπογδάνωφ (1882, Βελεσσά - ;). Συνελήφθη, φέρεται να πέθανε εξόριστος.
Δήμηταρ Μέτσεφ (1870, Βελεσσά - 1903). Σκοτώθηκε στα επεισόδια.
Ήλια Τράτσκωφ (1885, Βελεσσά - 1903). Σκοτώθηκε στη διάρκεια των επεισοδίων.
Κωσταντίν Κύρκωφ, (1881, Βελεσσά - 1903). Συνομήλικος με τον Τζόρνταν Ποπτζόρνταν, σκοτώθηκε λίγες μέρες μετά τα επεισόδια.
Μάρκο Μποσνάκωφ (1878, Αχρίδα - 1915). Θεωρούνταν αξιωματικός (σύνδεσμος) του βουλγαρικού στρατού. Συνελήφθη το 1908 και εξορίστηκε στη Βουλγαρία. Πέθανε το 1915.
Μίλαν Άρσωφ, (1886, Οράοβετς Βελεσσών - ;). Ο νεότερος της ομάδας, συνελήφθη, φέρεται να πέθανε εξόριστος.
Πάυελ Σάτεφ (1882, Κράτοβο -1951). Διέφυγε τη σύλληψη, φέρεται ο εμπρηστής του πλοίου. Το 1910 φέρεται να επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και να εργάστηκε ως καθηγητής. Στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε συνεργάτης του Τίτο. Δολοφονήθηκε το 1951 στη Γιουγκοσλαβία.
Ιορδάν Ποπιορδάν, (1881, Βελεσσά - 1903). Ο ιθύνων νους της οργάνωσης, σκοτώθηκε στα επεισόδια.
Τσβέτκο Τράϊκωφ (1878 Ρέσνα - 1903). Σκοτώθηκε στα επεισόδια.

 3* Χάτι Χουμαγιούν 

Oπως το Χάτι Σερίφ (Ηatt-i Serif) στα 1839, έτσι και το Χάτι Χουμαγιούν (Ηatt-i Ηumayun), το δεύτερο μείζον μεταρρυθμιστικό διάταγμα, εκδόθηκε εν τω μέσω μιας περιόδου κρίσης, στις 18 Φεβρουαρίου 1856, ενάμιση μήνα πριν υπογραφεί στο Παρίσι η συνθήκη ειρήνης που τερμάτισε τον Κριμαϊκό πόλεμο. Η πίεση που άσκησαν στην Πύλη η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία υπήρξε πολύ έντονη και εξηγεί σε ορισμένα σημεία την τολμηρότητα του κειμένου. Πράγματι, το νέο διάταγμα δεν αρκούνταν στην επιβεβαίωση των μεταρρυθμιστικών αρχών εκείνου του 1839, αλλά προσδιόριζε με σαφή τρόπο τα νέα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν και χρησιμοποιούσε αρκετά ριζοσπαστική γλώσσα, μιλώντας μεταξύ άλλων για την κοινότητα των "πεπολιτισμένων εθνών", για την "πρόοδο" και τα "φώτα του πολιτισμού", ενώ δεν έκανε καμία μνεία στο ένδοξο παρελθόν της Aυτοκρατορίας. Tο Χάτι Χουμαγιούν έδινε μεγάλη έμφαση στην ισότητα όλων των υπηκόων της Aυτοκρατορίας σε ζητήματα φορολογίας, στη συμμετοχή τους άνευ διακρίσεων στο υπαλληλικό σώμα, σε όλα τα διοικητικά και δικαστικά όργανα, στην εισαγωγή στις στρατιωτικές σχολές και στην εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας, η οποία δε θα αποτελούσε πια προνόμιο και αποκλειστικό βάρος των μουσουλμάνων. Η νομιμότητα των μιλέτ (millet), των πολιτικοθρησκευτικών οργανώσεων των μη μουσουλμάνων, επιβεβαιωνόταν, γινόταν όμως λόγος για την αναγκαιότητα μεταρρύθμισης της λειτουργίας τους, με τέτοιο τρόπο ώστε να συμπεριληφθούν περισσότεροι λαϊκοί στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Ως προς τη φορολογία, το διάταγμα επαγγελλόταν εκ νέου την κατάργηση του ιλτιζάμ (iltizam) και την αντικατάστασή του από ένα σύστημα άμεσης είσπραξης των φόρων. Tέλος, οριζόταν η κωδικοποίηση του ποινικού και του εμπορικού δικαίου, η ίδρυση τραπεζών, η δυνατότητα αλλοδαπών να κατέχουν ακίνητη περιουσία εντός της Aυτοκρατορίας, η παροχή διευκολύνσεων στην εισαγωγή ευρωπαϊκού κεφαλαίου και η ίδρυση μικτών δικαστηρίων για την εκδίκαση ποινικών και εμπορικών υποθέσεων ανάμεσα σε μουσουλμάνους και μη μουσουλμάνους.



Πηγές -Βιβλιογραφία

- Μακεδονικός Αγώνας, κείμενο Φ. Κ. Βώρο, διδάκτορα Φιλοσοφίας, επίτιμο Σύμβουλο του Παιδαγωγικού    Ινστιτούτου
- Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα ΙΜΜΑ
- Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού ΙΜΕ
-  "Από τον Μακεδονικό Αγώνα... στην απελευθέρωση της Δράμας" ΚΕΠΑΜ
- Η ηρωϊκή συμβολή των Κρητών στον Μακεδονικό Αγώνα - Η μάχη της Δοβίστας Darnakas
- Μακεδονομάχοι, Wikipedia, αλφαβητικός κατάλογος
-Απριλιανά 1903
- Μακεδονομάχοι, Ένωση Μακεδονων Κερκύρας
- Γρηγόρη Γιοβανόπουλου, δάσκαλου, Η πυρπόληση του Νησιού κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, Ρουμλούκι
- Το Σπίτι του Καπετάν Κώττα, Πολιτιστικό Τρίγωνο Πρεσπών
- Μεγάλες Μορφές του Μακεδονικού Αγώνα: Καπετάν Κώττας
- Η νεότερη και σύγχρονη περίοδος,  Περιφερειακή Ενότητα Φλώρινας
- Αλφαβητικός κατάλογος Μακεδονομάχων με σχετικό βιογραφικό Wikippedia
- Μακεδονομάχοι, Ελληνικό Ημερολόγιο




- Αργυρόπουλος, Περικλής Α. Ο Μακεδονικός αγών- αποµνηµονεύµατα. Εκδότης Institute for Balkan Studies,1984

- Aδριανουπολίτης. 1902. «Οι Βούλγαροι εν Αδριανουπόλει και τη λοιπή Θράκη».
Ελληνισμός
- Γ. Μόδης, Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες αρχηγοί, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 1967
- Κωνσταντίνος Δούφλιας, Μακεδονία – Μακεδονικός Αγώνας, Εκδόσεις: Αιγαίο – Σ. Βάρφης και Σία Ο.Ε, Θεσσαλονίκη, 1992
- Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Αθήνα 1979
- Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Αφανείς, γηγενείς Μακεδονομάχοι, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2008 (επιστημονική επιμέλεια)

- Σταυρούλα Βαϊνά Αρβανιτάκη (2004). Ο καπετάν Γρηγόριος Βαϊνάς, Μακεδονικός Αγώνας, Ήθη και έθιμα της Μακεδονίας. Αθήνα: Μέδουσα – Σέλας Εκδοτική

- Αγγελόπουλος, Αθανάσιος Α.Επίσηµα εγγραφα περί της εν Μακεδονία οδυνηρας καταστάσεως.Εκδότης: Αφοί Κυριακίδη , 1993

- Ανδρεάδης, Χρήστος Γ. Ανέκδοτα έγγραφα των κατοίκων Μεγάροβου και Τυρνόβου: Άγνωστες πτυχές της ιστορία του Μακεδονικού Αγώνα.
Περιοδικό: Μακεδονικά: Σύγγραµµα περιοδικόν της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών,1981

- Ανεστόπουλος, Άγγελος Κ. Ο µακεδονικός αγών 1903-1908: και n συµβολή των κατοίκων εις την απελευθέρωσιν της Μακεδονίας. Τόµος Β’
Εκδότης Σύνδεσµος Γραµµάτων και Τεχνών Ν. Κοζάνης, 1969

- Σβορώνος, Ν. 1973.Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας. Αθήνα: Θεμέλιο

- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Νεότερος ελληνισμός, η επώδυνη πορεία (1774 -1833), Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Εθνοτική διαπάλη στη Μακεδονία (1894-1904), Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Ο ένοπλος αγώνας στη Μακεδονία (1904 - 1908), Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Το νεοτουρκικό κίνημα και ο ελληνισμός (1908 - 1912), Εκδόσεις Σταμούλης
- Νεοελληνική ιστορία 1204-1940, Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Οι Έλληνες της νότιας Βουλγαρίας και των παραλιών του Εύξεινου Πόντου, Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Ιστορία της μείζονος Μακεδονίας, Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Το νεοτουρκικό κίνημα και ο ελληνισμός 1908-1912, Εκδόσεις Ηρόδοτος

- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος -.Ιστορία Β. Ελληνισμού. Θράκη:Αφοι Κυριακίδη.2004.
- Ιστορία της Μείζονος Θράκης. Θεσσαλονίκη: Αντ. Σταμούλης.2006.
- Ο ενδιάμεσος ελληνικός κόσμος στο γεωπολιτικό χώρο των κυρίαρχων
ιδεολογιών. Θεσσαλονίκη: Αντ. Σταμούλης. 2007.
- Παιδεία και Πολιτισμός στην Ανατολική Θράκη. Ο Φιλεκπαιδευτικός
Σύλλογος Αδριανουπόλεως.Θεσσαλονίκη: Αντ. Σταμούλης Βογιατζής, Γ. 1988.
- Η πρώιμη Οθωμανοκρατία στη Θράκη. Άμεσες δημογραφικές
συνέπειες, Θεσσαλονίκη: Ηρόδοτος.
- Βούρη Σ. «Σχολικοί μηχανισμοί και εθνικοί ανταγωνισμοί στη Β.Δ. Μακεδονία
1870-1930», στο Τερζή Π. Ν. – Ζιώγου, Σ. (επιμ.). 1997.
- Η εκπαίδευση στη Μακεδονία κατά την Τουρκοκρατία. Πρώτη προσέγγιση και απογραφή
.Θεσσαλονίκη: Αφοι Κυριακίδη.
- Ιστορία των Βαλκανίων, 14ος-20ός αιώνας. Γκοβόστης.
- Η εκπαίδευση των γυναικών στις ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (19ος αι.-1922).Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής. Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη.
- Damjanov, I. – Nojkov, St. 1971. «To εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στη Θράκη,
1878-1903», παρουσίαση από Λαμψίδη, Ι. σεΒαλκανική Βιβλιογραφίατ.2ος, Παράρτημα 1973. Σόφια, σσ. 98-118.Ζακυθινός, Δ. 1965. 
- Η πολιτική ιστορία της νεοτέρας Ελλάδος (Β ́ έκδοση). Αθήνα.Καρδαράς, Χ. 1996. 
- Το οικουμενικό πατριαρχείο και ο αλύτρωτος ελληνισμός. Μετά το συνέδριο του Βερολίνου (1878)
. Αθήνα: Επικαιρότητα.
- Κωνσταντινίδης, Γ. 1944. «Η εν Αδριανουπόλει ελληνική κοινότης. Εκπαιδευτήρια και σωματεία».
Θρακικά 19, σσ. 39-71.
- Μπελιά, Ε. 1995. Εκπαίδευση και αλυτρωτική πολιτική. Η περίπτωση της Θράκης 1856-1912. Θεσσαλονίκη: ΙΜΧΑ.
- Νικολαΐδης, Ν. 1993.Η Αδριανού μας
- Σκοπετέα, Ε. 1988. Το «πρότυπο βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Αθήνα.


 Βιβλία

Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις και η οθωμανική αυτοκρατορία
Το πρόβλημα της κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο από τα μέσα του 15ου
ως τις αρχές του 19ου αιώνα
Ιωάννης  Κ. Χασιώτης. - 1η έκδ. - Θεσσαλονίκη : Βάνιας, 2005. - σελίδες 319

Πολιτική - Ιστορία - Ευρώπη
Μεταξύ οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης
Ο ελληνικός κόσμος στα χρόνια της τουρκοκρατίας
Ιωάννης  Κ. Χασιώτης. - 1η έκδ. University Studio Press, 2001, σελίδες 279


Οι Έλληνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και το Ανατολικό ζήτημα 1866-1881
Η μαρτυρία του "Νεολόγου" της Κωνσταντινούπολης
Ανδρέας Αθ. Αντωνόπουλος, Εκδόσεις Τσουκάτου
Νέος Κύκλος Κωνσταντινουπολιτών 2007, σελίδες 679

Μακεδονικός Αγών. Εκατό χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Μελά
Πρακτικά επιστημονικού συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 12-13 Νοεμβρίου 2004
Συλλογικό έργο, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 2006, σελίδες281

Μνημεία Μακεδονικής Ιστορίας, Κωνσταντίνος Δ. Μέρτζιος
Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 2007, σελίδες .585

Μακεδονικός αγών και Μακεδόνες αρχηγοί
Δημ. Ν. ΚάκκαβοςΕταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 2007
σελίδες 333

Αφανείς γηγενείς μακεδονομάχοι 1903 - 1913
επιμέλεια: Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου
University Studio Press
Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών 2008, σελίδες 191

Αγγελίδης, Σοφοκλής, Η συµβoλή  των Πελοποννnσίων στον µακεδονικό αγώνα.
Εκδότης: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1986, σελίδες 24

Αδαµίδης, Αλέξανδρος Κ., Ο µακεδονικός αγώνας στα Καστανοχώρια.
Τυπογραφείο: Μουρµούρης, Σ.,1976, σελίδες 139 



 Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν τις πηγές, οι οποίες παρατίθενται, ως ελάχιστο σεβασμό στους συγγραφείς των θεμάτων. Το αν θέλουν να σεβαστούν και τούτο το ιστολόγιο ως πηγή τους, αυτό είναι θέμα αξιοπρέπειας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου