Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967 Β΄Μέρος

Πώς φτάσαμε στο Πραξικόπημα - Οι Πρωταγωνιστές -Ακροδεξιά και  Αμερικανοί

 Ελληνικέ Λαέ

Από μακρού παριστάμεθα μάρτυρες ενός εγκλήματος, το οποίον διεπράττετο εις βάρος του κοινωνικού συνόλου και του Έθνους μας. Η αδίστακτος και αθλία κομματική συναλλαγή, ο εκτραχηλισμός μεγάλης μερίδος του Τύπου, η μεθοδική επίθεσις εναντίον όλων των θεσμών, η
διάβρωσίς των, ο εξευτελισμός το Κοινοβουλίου, η κατασυκοφάντησις των
πάντων, η παράλυσις της κρατικής μηχανής, η πλήρης έλλειψις κατανοήσεως προς τα φλέγοντα προβλήματα της νεολαίας μας, η κακομεταχείρισις των φοιτητών και σπουδαστών μας, η ηθική κάμψις, η
σύγχυσις και η θολότης, η μυστική και φανερά συνεργασία με τους ανατροπείς και τέλος τα συνεχή εμπρηστικά κηρύγματα ασυνειδήτων δημοκόπων κατέστρεψαν την γαλήνην του τόπου, εδημιούργησαν κλίμα αναρχίας και χάους, εκαλλιέργησαν συνθήκας μίσους και διχασμού και μας ωδήγησαν εις το χείλος της εθνικής καταστροφής.

Δεν απέμεινεν πλέον άλλος τρόπος σωτηρίας από την επέμβασιν του Στρατού μας. Η επέμβασις αύτη βεβαίως αποτελεί εκτροπήν εκ του Συντάγματος, αλλά η εκτροπή αύτη ήτο επιβεβλημένη διά την σωτηρίαν της Πατρίδος. Η σωτηρία της Πατρίδος είναι ο υπέρτατος νόμος. Αι εκλογαί, αι οποίαι προεκηρύχθησαν, δεν ήτο δυνατόν να δώσουν την λύσιν εις το υφιστάμενον αδιέξοδον. Πρώτον, διότι, υπό τας παρούσας συνθήκας, ήτο αδύνατος η ομαλή δεξαγωγή των και, δεύτερον, διότι οιονδήποτε και αν ήτο το αποτέλεσμα αυτών, θα ωδηγούμεθα μοιραίως εις την αιματοχυσίαν και το χάος.

Δι’ αυτό επενέβη ο Στρατός. Διά να ανακόψη την πορείαν προς την καταστροφήν, ένα βήμα προ της αβύσσου. Εις ολόκληρον την Χώραν επικρατεί απόλυτος γαλήνη και τάξις. Ο πρόεδρος και τα μέλη της Κυβερνήσεως εστρατεύθησαν προς εκτέλεσιν του προς την Πατρίδα καθήκοντος.

Ποίοι είμεθα: Δεν ανήκομεν εις ουδέν πολιτικόν κόμμα, και ουδεμίαν πολιτικήν παράταξιν είμεθα διατεθειμένοι να ευνοήσωμεν εις βάρος της άλλης. Δεν ανήκομεν ούτε εις την οικονομικήν ολιγαρχίαν, την οποίαν ομοίως δεν είμεθα διατεθειμένοι να αφήσωμεν να προκαλή την πενίαν. Ανήκομεν εις την τάξιν του μόχθου. Και θα σταθώμεν εις το πλευρόν των πτωχών αδελφών μας Ελλήνων.

Ελαυνόμεθα αποκλειστικώς από πατριωτικά κίνητρα και επιδιώκομεν να καταργήσωμεν την φαυλοκρατίαν. Να εξυγιάνωμεν τον δημόσιον βίον. Να απομακρύνωμεν από τον οργανισμόν της Χώρας την σήψιν από την οποίαν εκινδύνευε. Να αποτρέψωμεν τον διχασμόν και την αλληλοσφαγήν προς την οποίαν μας κατηύθυναν κακοί Έλληνες και να δημιουργήσωμεν υγιείς βάσεις δια την ταχείαν επάνοδον της Χώρας εις τον αληθώς ορθόδοξον κοινοβουλευτικόν βίον.

Κηρύσσομεν την συναδέλφωσιν. Από της στιγμής αυτής δεν υπάρχουν Δεξιοί, Κεντρώοι, Αριστεροί. Υπάρχουν μόνον Έλληνες, οι οποίοι πιστεύουν εις την Ελλάδα, εις ένα ευγενές, ανώτερον, και πλήρες ιδεώδες της αληθούς Δημοκρατίας και όχι της Δημοκρατίας του πεζοδρομίου, της οχλοκρατίας και της αναρχίας. Όταν οι Έλληνες είναι ηνωμένοι, θαυματουργούν.

Υπάρχουν βεβαίως, και ελάχιστοι εφιάλται δημαγωγοί, ασυνείδητοι καιροσκόποι και κατ’ επάγγελμα αναρχικοί. Αυτοί επεδίωξαν να μας διχάσουν! Και μας ονομάζουν αριστερούς, κεντρώους, κεντροαριστερούς και δεξιούς. Επεδίωξαν να ενσταλάξουν εις την ψυχήν μας, με κάθε τρόπο, το μίσος των μεν προς τους δε. Επεδίωξαν να μας φανατίσουν και να μας εξωθήσουν εις τον αλληλοσπαραγμόν. Αυτούς τους εμπρηστάς θα απομονώσωμεν και όλοι ημείς οι άλλοι Έλληνες ηνωμένοι, θα βαδίσωμεν εμπρός την οδόν τού προς την Πατρίδαν καθήκοντος και της αρετής. Προς την ριζικήν αλλαγήν. Προς την ευημερίαν και την πρόοδον.

Ο βασικός μας στόχος είναι δικαιοσύνη. Η δικαία κατανομή του εισοδήματος. Η ηθική και υλική εξύψωσις του κοινωνικού συνόλου και ιδιαιτέρως των αγροτών, των εργατών, και των πενεστέρων τάξεων. Η στοργή της Κυβερνήσεως θα στραφή αμέριστος προς την νεολαίαν και τα προβλήματά της. Μετά την παγίωσιν ομαλού ρυθμού και την δημιουργίαν των καταλλήλων προς τούτο συνθηκών, το ταχύτερον δυνατόν θα επανέλθη η Χώρα εις τον Κοινοβουλευτισμόν επί υγιούς βάσεως. Τότε η αποστολή της Κυβερνήσεως θα έχη λήξη.

Προς αποτροπήν του διχασμού και της ετοίμου να εκσπάση εμφυλίου συρράξεως, η οποία ωδήγει εις αιματοχυσίαν και κοινωνικήν και εθνικήν καταστροφήν, η Κυβέρνησις προέβη εις την κήρυξιν του Στρατιωτικού Νόμου καθ’ άπασαν την Χώραν. Η Κυβέρνησις δηλοί κατηγορηματικώς, ότι είναι αποφασισμένη να φέρη εις πέρας δια παντός μέσου και με ταχύν ρυθμόν την βαρείαν αποστολήν την οποίαν ανέλαβεν. Είναι αποφασισμένη να εκπληρώση εις το ακέραιον τας υποχρεώσεις της έναντι του Ελληνικού Λαού. Επικαλείται την καθολικήν συμπαράστασιν του λαού διά την πραγματοποίησιν του σκοπού της. Ζητεί πλήρη πειθαρχίαν προς τον Νόμον του Κράτους. Όπως συμβαίνει εις όλας τας πολιτισμένας Χώρας. Διότι πραγματική ελευθερία υπάρχει εκεί όπου υπάρχει Νόμος. Εκεί, όπου η ελευθερία του ενός φθάνει μέχρι του σημείου, εις το οποίον αρχίζει η ελευθερία του άλλου.

Η Κυβέρνησις οφείλει να προειδοποιήση κατά τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον, ότι οιαδήποτε αντίδρασις εις το εθνικόν της έργον τής αλλαγής, οποθενδήποτε προερχομένη, θα παταχθή πάραυτα διά παντός εις την διάθεσίν της μέσου.

Ζήτω το Έθνος!
Ζήτω ο Βασιλεύς!
Ζήτω η Αιωνία Ελλάς!

Αθήναι τη 22α Απριλίου 1967».




Α. Οι πρωταγωνιστές  
  Το πραξικόπημα,ή '' Επανάσταση'', όπως το παρουσίαζαν οι πραξικοπηματίες, εξερράγη τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967. Επικεφαλής ήταν ο ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός και οι συνταγματάρχες Γεώργιος Παπαδόπουλος και Νικόλαος Μακαρέζος. Κατέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα στην Ελλάδα και επέβαλλε μία στυγνή δικτατορία, που διήρκεσε επτά χρόνια.

Μία από τις πρώτες ενέργειες των συνωμοτών ήταν να συλλάβουν τον αρχηγό του ΓΕΣ αντιστράτηγο Σπαντιδάκη και να τον αντικαταστήσουν με τον ομοιόβαθμό του Οδυσσέα Αγγελή, που ήταν μυημένος στο κίνημα. Ο νέος αρχηγός του Στρατού έδωσε εντολή σε όλους του μεγάλους στρατιωτικούς σχηματισμούς να εφαρμόσουν το σχέδιο «Προμηθεύς» κι έτσι να εξασφαλισθεί η υπακοή του στρατεύματος σε όλη τη χώρα.

Οι πραξικοπηματίες έβαλαν σε εφαρμογή το ΝΑΤΟικό σχέδιο «Προμηθεύς», για την αντιμετώπιση του
κομμουνιστικού κινδύνου, με αποτέλεσμα να κινηθούν όλες οι στρατιωτικές μονάδες της Αττικής.

Μεγάλη ήταν η συμβολή του διοικητή της Σχολής Ευελπίδων, Δημήτρη Ιωαννίδη
, ο οποίος κινητοποίησε το τάγμα της σχολής και τη Στρατιωτική Αστυνομία (ΕΣΑ). Η μοναδική ενέργεια για να αντιμετωπιστεί εγκαίρως το πραξικόπημα έγινε από την πλευρά του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, Γεωργίου Ράλλη, ο οποίος προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον ταξίαρχο Ορέστη Βιδάλη για να κινητοποιήσει το Γ' Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη. Δεν πρόλαβε, αφού το σχέδιο «Προμηθεύς» είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή, με αποτέλεσμα ο ταξίαρχος Βιδάλης να μην λάβει ποτέ το σήμα του Γεωργίου Ράλλη.

Την ίδια μέρα άρχισαν και οι συλλήψεις απλών πολιτών, ενώ είχαμε και τα πρώτα θύματα. Τα όργανα της Χούντας δολοφονούν στον Ιππόδρομο, που είχε μετατραπεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, το στέλεχος της ΕΔΑ
Παναγιώτη Ελή, ενώ ένας στρατιώτης πυροβολεί τη νεαρή Αθηναία Μαρία Καλαυρά, γιατί δεν υπάκουσε στις διαταγές του. Δέκα ημέρες αργότερα, η Χούντα ανακοίνωσε ότι οι συλληφθέντες ανέρχονταν σε 6509 άτομα, στη συντριπτική τους πλειονότητα αριστερών πεποιθήσεων.

Η Ελλάδα από την 21η Απριλίου 1967 έμπαινε στο επτάχρονο σκοτάδι!



Β. Η  άλλη άποψη..- Η πορεία των Συνταγματαρχών


Το καλοκαίρι του 1940, τρείς νεαροί αποφοιτούν κατόπιν επιτυχών εξετάσεων από τη Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων. Είναι και οι τρείς παιδά από την επαρχία, ασήμων οικογενειών. Είναι ο Γεώργιος Παπαδόπουλος από το Ελαιοχώριο Αχαϊας, ο Νικόλαος Μακαρέζος από την Γραβιά Φθιώτιδος και ο Ιωάννης Λαδάς από το Δυρράχιο Αρκαδίας. Και οι τρείς συμμαθητές ως ευέλπιδες, θα γίνουν από τότε και στενοί φίλοι. Έχουν και οι τρείς ένα όνειρο. Να γίνουν αξιωματικοί, να υπηρετήσουν την πατρίδα και να ανέβουν στα υψηλά αξιώματα του Στρατού. Οι φιλοδοξίες αυτές θα εκτραπούν μετά από 27 χρόνια όταν διαπιστώσουν οτι μπορούν να πάρουν την τύχη της Πατρίδος στα χέρια τους και να γίνουν οι σωτήρες της.


Και οι τρείς έλαβαν μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο και διακρίθηκαν στο πεδίο της μάχης. Ο Γ. Παπαδόπουλος, κατά την διάρκεια της κατοχής, κατάγη στα Τάγματα Ασφαλείας υπό τον συνταγματάρχη Νικ. Κουρκουλάκο. Και ήταν μέλος του Στρατοδικείου που καταδίκασε το 1952 σε θάνατο τον κομμουνιστή Νίκο Μπελογιάννη. Αναδιφώντας στα πρακτικά της δίκης εκείνης, διαπιστώνει κανεις οτι ο φανατικός αντικομμουνιστής ταγματάρχης Γ. Παπαδόπουλος δεν εψήφισε υπέρ της θανατικής καταδίκης του Νίκου Μπελογιάννη και ήταν ο μόνος που μειοψήφισε!


Παπαδόπουλος και Μακαρέζος έγιναν μέλη του ΙΔΕΑ που μετά την διάλυσή τυο έμεινε άρρηκτος ο "δεσμός" μεταξύ των μελών του. Ο Παπαδόπουλος, πανέξυπνος, άριστος επιτελικός αξιωματικός, έγινε πόλος έλξεως πολλών συναδέλφων του, όλων των συμμαθητών του στην σχολή Ευελπίδων και των δύο τάξεων που τον ακολουθούσαν. Έχαιρε εκτιμήσεως και όλοι έδειχναν τυφλή αφοσίωση στο πρόσωπό του. Στην δεδομένη στιγμή τον ακολούθησαν αδίστακτα. Το 1964, μετά από πεταετή και πλέον υπηρεσία στην ΚΥΠ, ο αντισυνταγματάρχης Γ. Παπαδόπουλος, μετατέθηκε απο την κυβέρνηση της "Ενώσεως Κέντρου" στον Έβρο και τοποθετήθηκε διοικητής στην 117 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού στην Ορεστιάδα. Μετατέθηκαν επίσης τότε από τον υπουργό Εθνικής Αμύνης Πέτρο Γαρουφαλιά και άλλοι αξιωματικοί της ομάδος Παπαδοπούλου, που εθεωρούντο μέλη του ΙΔΕΑ.


Σ'όλους είναι γνωστό, ότι η τριανδρία Παπαδόπουλου - Παττακού - Μακαρέζου έκανε την επανάσταση της 21ης Απριλίου 1967. Θα πίστευε κανείς, πως ιο τρείς αυτοί αξιωματικοί θα προετοίμαζαν από πολύ καιρό πριν το στρατιωτικό τους κίνημα. Όπως είχε γράψει στον "Ελεύθερο Κόσμο" ο εκδότης του Σάββας Κωνσταντόπουλος, από το 1956, μετά την Ουγγρική επανάσταση, ο Γ. Παπαδόπουλος σχεδίαζε την δική του, χωρίς να την αποκαλύψει σε κανένα. Οριστική απόφαση πάντως πήρε η τριανδρία μόλις ένα μήνα πριν στα μέσα του Μαρτίου 1967.


Παπαδόπουλος και Μακαρέζος θα γνωρίσουν κι έναν άλλο αξιωματικό το 1966 με τις ίδιες ανησυχίες και διαπιστώσεις. Τον Στυλιανό Παττακό, και κοντά σ'αυτούς και άλλους πολλούς ανησυχούντας δια το κατρακύλισμα της Πατρίδος. Στις 12 Οκτωβρίου 1966, ο τότε συνταγματάρχης Στυλιανός Παττακός που επρόκειτο να προαχθεί σε ταξίαρχο μετά τα Χριστούγεννα, μετατέθηκε από την Θεσσαλονίκη στο Συγκρότημα Τεθωρακισμένων στο Γουδί και ανέλαβε την διοίκηση της μονάδος. Μερικές εβδομάδες μετά, συναντήθηκε τυχαία στο ΓΕΣ με τον τότε συνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο πυο υπηρετούσε στο 3ο Ε.Γ. του ΓΕΣ, Τμημα Επιχειρήσεων.


Την τυχαία αυτή συνάντηση ακολούθησε υπηρεσιακή, στην οποίαν ο Παπαδόπουλος αφού ενημέρωσε τον Παττακό για το αντικείμενο της αρμοδιότητός του, του ζήτησε να του εκθέσει την κατάσταση της Μονάδος του από πλευράς ετοιμότητος και ηθικού, στοιχεία χρήσιμα για το αντικείμενο της εργασίας του. Βεβαίως συζήτησαν - όπως άλλωστε το συνήθιζαν τότε όλοι οι αξιωματικοί - την πολιτική κατάσταση και τους "κινδύνους που απειλούσαν την Πατρίδα", και φυσικά τις καθημερινές διαδηλώσεις και απεργίες.


Τήν 21ην Απριλίου 1967, η Εθνική Επανάστασις έθεσε τέρμα εις τήν δημαγωγίαν καί τήν σήψιν των θεσμών. Διά του νέου Συντάγματος, το οποίον υπερψηφίσθη υπό του λαού τήν 29ην Σεπτεμβρίου 1968, ετέθησαν αι βάσεις συγχρόνου καί αληθούς Δημοκρατίας, η οποία ανοίγει τήν θύραν διά τήν ανάπτυξιν της χώρας.!!!




Γ. Τα πρόσωπα

 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Στρατιωτικός και ιθύνων νους του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967, που οδήγησε στην επιβολή της επτάχρονης δικτατορίας (21 Απριλίου 1967- 23 Ιουλίου 1974) στην Ελλάδα. Φανατικός αντικομμουνιστής και γνήσιο τέκνο μιας εποχής που ορίζεται από τον Εμφύλιο Πόλεμο στην Ελλάδα και τον Ψυχρό Πόλεμο στη διεθνή σκηνή.

Γεννήθηκε στο Ελαιοχώρι Αχαΐας στις 5 Μαΐου 1919 και ήταν ο μεγαλύτερος γιος του δάσκαλου Χρήστου Παπαδόπουλου και της γυναίκας του Χρυσούλας. Μετά την περάτωση των εγκύκλιων σπουδών του, εισήλθε το 1937 στη Σχολή Ευελπίδων, με συμμαθητές τον Νικόλαο Μακαρέζο και τον Ιωάννη Λαδά. Ολοκλήρωσε εσπευσμένα την τριετή φοίτησή του, λόγω της κήρυξης του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940 και ονομάσθηκε Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού.

Πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο και κατά τη διάρκεια της Κατοχής συμμετείχε στα Τάγματα Ασφαλείας υπό τον Συνταγματάρχη Κουρκουλάκο και την οργάνωση Χ του αντισυνταγματάρχη Γρίβα. Το 1941 παντρεύτηκε τη Νίκη Βασιλειάδη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τη Χρυσούλα και τον Χρήστο. Το 1944 συμμετείχε με άλλους δεξιούς αξιωματικούς στην ίδρυση του ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών), μιας παραστρατιωτικής οργάνωσης με σημαντικό ρόλο στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Στον Εμφύλιο Πόλεμο μετείχε, όπως υπερήφανα έλεγε ο ίδιος, σε όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις, «από τα Βαρδούσια στον Ταΰγετο, από τον Πάρνωνα στη Μουργκάνα κι από τον Γράμμο στο Βίτσι».

Το 1951 ως στρατοδίκης με τον βαθμό του ταγματάρχη στην πρώτη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη ήταν ο μόνος που μειοψήφησε στην επιβολή της θανατικής ποινής στον «Άνθρωπο με το Γαρύφαλλο», παρότι φανατικός αντικομμουνιστής. Το 1956 ο Δημήτριος Ιωαννίδης ίδρυσε την ΕΕΝΑ (Εθνική Ένωση Νέων Αξιωματικών), μια κλειστή ολιγομελή ομάδα αξιωματικών, που προήλθε από τους κόλπους του ΙΔΕΑ και προετοίμασε μεθοδικά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Γρήγορα, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος αναδείχθηκε ως ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της.

Ο Γ. Παπαδόπουλος υπηρέτησε στην ΚΥΠ ως συνταγματάρχης, 1959 έως το 1964, και είχε συμμετάσχει στη διαμόρφωση του σχεδίου "Περικλής", που είχε ως στόχο την άσκηση συστηματικής βίας για τη μείωση της επιρροής της ΕΔΑ. Το σχέδιο εφαρμόστηκε στις εκλογές του 1961, που έμειναν στην ιστορία ως «εκλογές βίας και νοθείας», οι οποίες έδωσαν άνετη πλειοψηφία στην ΕΡΕ.

Ο στόχος εξειδικευόταν ως εξής: "Ενδεικνυόμενα μέτρα, ώστε ο κομμουνισμός εις το εγγύς μέλλον να υποστή κάμψιν και το ποσοστόν του να κατέλθη εις επίπεδα κάτω του 20%".

Η συμμετοχή του αποκαλύφθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1965 από τον τότε πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου. Οι αποκαλύψεις βασίστηκαν σε ανακριτικό πόρισμα του αντιστράτηγου Χ. Λουκάκη σύμφωνα με τις οποίες η διαμόρφωση του σχεδίου "Περικλής" (είχε συνταχθεί ήδη από το 1959 από την ΚΥΠ) ολοκληρώθηκε στις 12 Αυγούστου 1961, σε ειδική συνεδρίαση της δευτεροβάθμιας επιτροπής πληροφοριών και διαφωτίσεως του ΓΕΕΘΑ, υπό την προεδρία του Α/ΓΕΣ Β. Καρδαμάκη.

Οι συνωμοτικές κινήσεις του Παπαδόπουλου και της ΕΕΝΑ ήταν εν γνώσει των προϊσταμένων του και μετά την άνοδο της Ένωσης Κέντρου στην εξουσία, το 1964, τέθηκε θέμα αποστρατείας του. Τον έσωσε η φιλία του πατέρα του με τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου και έτσι μετατέθηκε στον Έβρο, όπου ανέλαβε τη διοίκηση της 117 ΜΠΠ στην Ορεστιάδα.
Έγινε γνωστός στο Πανελλήνιο από το αποκληθέν «Σαμποτάζ του Έβρου», όταν ισχυρίσθηκε ότι εξάρθρωσε ομάδα αριστερών στρατιωτών, που προκαλούσαν δολιοφθορές, ρίχνοντας ζάχαρη στα ρεζερβουάρ των στρατιωτικών φορτηγών της μονάδας του. Τελικά, αποκαλύφθηκε ότι ήταν δικής του εμπνεύσεως προβοκάτσια και αντί στρατοδικείου τιμωρήθηκε μόνο με 15 μέρες φυλακή. Αυτή τη φορά δεν τον έσωσε ο Παπανδρέου, αλλά μάλλον ο βασιλιάς.

Το φθινόπωρο του 1966, ο συνταγματάρχης, πλέον, Γεώργιος Παπαδόπουλος επωφελείται από την πολιτική κρίση εξαιτίας της Αποστασίας και μετατίθεται στην Αθήνα μαζί με τον ομόβαθμό του Νικόλαο Μακαρέζο και τοποθετείται στη θέση - κλειδί του διευθυντή του 3ου Επιτελικού Γραφείου του ΓΕΣ, έχοντας την ευθύνη των επιχειρήσεων. Φροντίζει να μεταθέσει στην Αθήνα φίλους και συνεργάτες του και να τους τοποθετήσει σε καίριες θέσεις για να ετοιμάσουν όλοι μαζί το σκηνικό της 21ης Απριλίου 1967.

Στρατηγοί και Παλάτι κάνουν το μοιραίο λάθος και αναθέτουν στους Παπαδόπουλο και Μακαρέζο την επικαιροποίηση του Νατοϊκού σχεδίου «Προμηθεύς»,
που προβλέπει την επέμβαση των Ενόπλων Δυνάμεων σε περίπτωση «ερυθράς» απειλής. Βάσει αυτού του σχεδίου θα εκδηλωθεί και θα επικρατήσει τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Απριλίου το στρατιωτικό πραξικόπημα, με επικεφαλής δύο συνταγματάρχες Παπαδόπουλο και Μακαρέζος κι έναν ταξίαρχο τον Παττακό, με το πρόσχημα του κομμουνιστικού κινδύνου. Το απόγευμα της ίδιας μέρας και όταν οι τελευταίοι ενδοιασμοί του βασιλιά Κωνσταντίνου έχουν ξεπεραστεί, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ορκίζεται Υπουργός Προεδρίας, με πρωθυπουργό τον φιλοβασιλικό δικαστικό Κωνσταντίνο Κόλλια. Ουσιαστικά, όμως, ο Παπαδόπουλος θα είναι ο ισχυρός ανήρ του καθεστώτος.

Μετά το αποτυχημένο κίνημα του βασιλιά Κωνσταντίνου, 13 Δεκεμβρίου 1967, ο Παπαδόπουλος ανέλαβε την πρωθυπουργία και σταδιακά όλες τις εξουσίες: Υπουργός Εξωτερικών, Εθνικής Αμύνης, Εσωτερικών και Αντιβασιλέας συγχρόνως. «Μόνο αρχιεπίσκοπος δεν έγινε» σύμφωνα με μια ρήση της εποχής.

Στις 13 Αυγούστου 1968 διέφυγε απόπειρας δολοφονίας του από τον Αλέξανδρο Παναγούλη, ο οποίος συνελήφθη και καταδικάσθηκε σε θάνατο. Η ποινή του δεν εκτελέσθηκε και παρέμεινε επί πενταετία στη φυλακή. Το 1973 έλαβε ειδική χάρη, όταν ο Παπαδόπουλος ορκίσθηκε Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, μετά την κατάργηση της Βασιλείας, 29 Ιουλίου 1973.

Το 1970 ο Παπαδόπουλος πήρε διαζύγιο από τη γυναίκα του Νίκη με νομοθετικό διάταγμα μιας χρήσης και στη συνέχεια παντρεύτηκε την ερωμένη του Δέσποινα Γάσπαρη, πολιτική υπάλληλο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με την οποία απέκτησε μία κόρη. Το φθινόπωρο του 1973, επεχείρησε να φιλελευθεροποιήσει το καθεστώς του και διόρισε πρωθυπουργό τον παλαίμαχο πολιτικό Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, υποσχόμενος εκλογές για τις αρχές του 1974.
Το πολιτικό πείραμά του κράτησε μόλις 48 ημέρες, καθώς μετά την Εξέγερση του Πολυτεχνείου ανετράπη από τους σκληροπυρηνικούς του στρατεύματος, με επικεφαλής τον ταξίαρχο Δημήτρη Ιωαννίδη, τον μόνο από τους πρωταίτιους του πραξικοπήματος που δεν είχε αναλάβει πολιτικό πόστο.

Ο Παπαδόπουλος συνελήφθη και τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό στη βίλα που του είχε παραχωρήσει ο Ωνάσης στο Λαγονήσι. Αισθανόταν προδομένος, καθώς δεν πίστευε ότι ο φίλος του Δημήτριος Ιωαννίδης θα τον ανέτρεπε. «Ο Μίμης είναι αρσακειάς. Αποκλείεται να κάνει κάτι τέτοιο» καθησύχαζε αυτούς που τον προειδοποιούσαν για τις κινήσεις του.

Μετά τη Μεταπολίτευση, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος εκτοπίστηκε στην Κέα (23 Οκτωβρίου 1974) μαζί με τους Στυλιανό Παττακό, Νικόλαο Μακαρέζο, Ιωάννη Λαδά και Μιχαήλ Ρουφογάλη. Την 21η Ιανουαρίου 1975 προφυλακίσθηκε με βάση το Δ' Ψήφισμα της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής και προσήχθη σε δίκη ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μαζί με τους πρωταιτίους του πραξικοπήματος. Στις 23 Αυγούστου 1975 καταδικάστηκε σε θάνατο και στρατιωτική καθαίρεση για τα εγκλήματα της στάσεως και της εσχάτης προδοσίας. Η θανατική ποινή του, όπως και των άλλων καταδικασθέντων, μετατράπηκε αυθημερόν από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή σε ισόβια κάθειρξη, την οποία εξέτισε στις φυλακές του Κορυδαλλού.

Στις αρχές του 1984 ανακηρύχθηκε αρχηγός του νεοϊδρυθέντος κόμματος της ΕΠΕΝ. Παραιτήθηκε, ωστόσο, την 4η Απριλίου 1984, επειδή διαφώνησε με τη συμμετοχή του κόμματος στις ευρωεκλογές. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός αποφάσισε να αποφυλακίσει τον Παπαδόπουλο και τους άλλους πραξικοπηματίες, αλλά προσέκρουσε στην άρνηση του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Στις 8 Αυγούστου 1996, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος εισήχθη στο Λαϊκό Νοσοκομείο πάσχων από κακοήθη νεοπλασία του ουροποιητικού συστήματος. Η κυβέρνηση Σημίτη δεν δέχθηκε την αίτηση του γιου του Χρήστου και της γυναίκας του Δέσποινας να αποφυλακισθεί για λόγους επιεικίας. Ο ίδιος, άλλωστε, θα μπορούσε να είχε αποφυλακιστεί, αν ζητούσε συγγνώμη για τις πράξεις του, όπως έκανε ο Νικόλαος Μακαρέζος ή να επικαλεστεί λόγους υγείας, όπως έπραξε ο Στυλιανός Παττακός.

Παρέμεινε αμετανόητος μέχρι τέλους, λέγοντας «δι εμέ θα ομιλήσει η ιστορία, η οποία θα με δικαιώσει...». Άφησε την τελευταία του πνοή στις 11:48 της 27ης Ιουνίου 1999 στην εντατική του Λαϊκού Νοσοκομείου, όπου παρέμεινε υπό κράτηση για 34 μήνες. Κηδεύτηκε στις 30 Ιουνίου στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, παρουσία της οικογένειάς του και λίγων στελεχών και αμετανόητων νοσταλγών της Επταετίας.


 ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΠΑΤΑΚΟΣ

Γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1912 στο χωριό Αγία Παρασκευή Ρεθύμνου. Το 1930 τελείωσε το Γυμνάσιο και την 1η Νοεμβρίου του ίδιου έτους κατατάχθηκε εθελοντής με το βαθμό του Δεκανέα, στο 4ο Σύνταγμα Ιππικού Θεσσαλονίκης.

Το Σεπτέμβριο του 1934 κατατάχθηκε μετά από εξετάσεις στη Σχολή Ευελπίδων, από όπου αποφοίτησε το 1937, με το βαθμό του Ανθυπίλαρχου. Τον Αύγουστο του 1940 προήχθη σε Υπολοχαγό ενώ υπηρετούσε στο Δ΄ Σύνταγμα Ιππικού Ελευθερούπολης Καβάλας. Στον ελληνοιταλικό πόλεμο πολέμησε ως διοικητής Ίλης πολυβόλων της Ι Ιας Ομάδας Αναγνωρίσεως της Ι Ιας Μεραρχίας Πεζικού από τις 28 Οκτωβρίου 1940, έως το τέλος του Ιανουαρίου 1941. Έως το τέλος Απριλίου 1941 πολέμησε μετά από αίτησή του, ως διοικητής του 5ου Λόχου Πεζικού σε συνεχείς μάχες στον «πράσινο λόφο» νότια του Τεπελενίου. Παρασημοφορήθηκε, διότι κατά τη Κατοχή ήταν μέλος της οργάνωσης «ΟΜΗΡΟΣ». Έλαβε μέρος στα «Δεκεμβριανά» ενώ κατά τον εμφύλιο πόλεμο πολέμησε ως διοικητής ίλης αρμάτων ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ, σε αρκετά σημεία της Βορείου Ελλάδας. Παρασημοφορήθηκε με 3 Αριστεία Ανδρείας, 7 Πολεμικούς Σταυρούς, 2 Μετάλλια Εξαίρετων Πράξεων και με όλα τα προβλεπόμενα σε καιρό ειρήνης μετάλλια και παράσημα.

Στις 21 Απριλίου 1967 συμμετείχε (ως ανώτερος αξιωματικός, μαζί με τους συνταγματάρχες Παπαδόπουλο και Μακαρέζο) στο στρατιωτικό πραξικόπημα, ως διοικητής του Συγκροτήματος Τεθωρακισμένων, που είχε έδρα το Γουδί, φέροντας το βαθμό του Ταξιάρχου. Στις 5 η ώρα της ίδιας μέρας, ορκίστηκε Υπουργός Εσωτερικών.

Μετά το αποτυχημένο «βασιλικό» κίνημα στις 13 Δεκεμβρίου 1967 αποστρατεύτηκε με το βαθμό του Υποστρατήγου και ορκίστηκε Αντιπρόεδρος της Στρατιωτικής κυβέρνησης ενώ παρέμεινε Υπουργός Εσωτερικών. Κατά τη διάρκεια της θητείας του σ΄ αυτά τα καθήκοντα του απονεμήθηκαν παράσημα από 11 κράτη που επισκέφτηκε. Στις 8 Οκτωβρίου 1973 παραιτήθηκε από όλα του τα αξιώματα και συνταξιοδοτήθηκε.

Στις 23 Οκτωβρίου 1974 συνελήφθη και μεταφέρθηκε στη νήσο Κέα, ενώ στις 20 Ιανουαρίου 1975 προφυλακίστηκε στις φυλακές Κορυδαλλού. Στη δίκη που ακολούθησε για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967,το Πενταμελές Εφετείο τον έκρινε ένοχο "εσχάτης προδοσίας" και τον καταδίκασε σε θάνατο (καθαιρέθηκε και έφερε πλέον το βαθμό του Στρατιώτη) αλλά η παραπάνω ποινή μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη . Στις 28 Σεπτεμβρίου 1990 αποφυλακίστηκε λόγω «ανηκέστου βλάβης της υγείας του» με την υποχρέωση να δίνει το παρόν ανά 15 ημέρες στο Αστυνομικό τμήμα της περιοχής του)και η παραπάνω απόφαση ανανεώνεται ανά 5 μήνες κατόπιν δικαστικής αποφάσεως 3μελούς Εφετείου Κακουργημάτων.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΚΑΡΕΖΟΣ

Ο Νικόλαος Μακαρέζος γεννήθηκε στην Γραβιά Παρνασσίδος το έτος 1919. Φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού του και στο Γυμνάσιο Λαμίας. Τον Οκτώβριο του 1937 εισήλθε στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε τον Αύγουστο του 1940 με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού Πυροβολικού.
Τοποθετήθηκε στο Α΄ Σύνταγμα Βαρέος Πυροβολικού. Την στρατιωτική του εκπαίδευση συμπλήρωσε στην Σχολή Πυροβολικού (Μεγάλο Πεύκο), στην Αγγλική Σχολή Εκπαιδευτικών Πυροβολικού (Αλμάζα Καΐρου), στην Αμερικανική Σχολή Πυροβολικού (Μπαμπενχάουζεν Δυτ. Γερμανίας), στην Σχολή Γενικής Μορφώσεως (Αθήνα) και στην Ανωτ. Σχολή Πολέμου (Θεσσαλονίκη).
Παραλλήλως σπούδασε οικονομικές και πολιτικές επιστήμες και έλαβε τρία πανεπιστημιακά πτυχία οικονομικών και πολιτικών επιστημών (Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών - Παντείου Πανεπιστημίου και Ανωτάτης Σχολής Βιομηχανικών Σπουδών).

Έλαβε μέρος σε όλους τους πολέμους κατά την δεκαετία του 1940:
Στον Ιταλοελληνικό πόλεμο, στον Νότιο Τομέα - Καλπάκι - Χάνι Γεωργουτσάδες - Δέλβινο - Άγιοι Σαράντα - Άγιος Δημήτριος - Χειμάρρα.Κατά την Κατοχή,στο Σύνταγμα Συνταγματάρχου Ψαρρού . Κατά τα Δεκεμβριανά, ήταν Υποδιοικητής και Διοικητής Λόχου του 172 Τάγματος Εθνοφυλακής, με Διοικητή τον Ταγματάρχη Ρουφόπουλος.
Ελαβε μέρος στις Επιχειρήσεις 3ου Κομμουνιστικού Γύρου: Μουργκάνα - Γράμμος - Βίτσι - Σινιάτσικο ως Διοικητής Πυροβολαρχίας της 152 Μ.Μ.Π. με Διοικητές τους Ταγματάρχες Πυροβολικού τότε, Σιαπκαρά Ανδρέα αρχικά και κατόπιν τον Δημόπουλο Παύλο . Τιμήθηκε για τις επιδόσεις του με τις ηθικές αμοιβές και διακρίσεις που προβλέπονται (μετάλλια, παράσημα, έπαινοι, εύφημοι μνεία). Υπηρέτησε ως Εκπαιδευτής Πυροβολικού στην Σχολή Πυροβολικού στο Μεγάλο Πεύκο. Επίσης υπηρέτησε ως Καθηγητής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και στην Ανωτ. Σχολή Πολέμου και ως Στρατιωτικός Ακόλουθος των Ενόπλων Δυνάμεων στην Ελληνική Πρεσβεία Βόννης.

Σχεδίασε με τον Παπαδόπουλο και τον Παττακό το Στρατιωτικό Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967,επικειμένου του 4ου Κομμουνιστικού "Γύρου" . Στην Κυβέρνηση αυτή, ανέλαβε τα καθήκοντα του Υπουργού Συντονισμού, από 21-04-67 μέχρι 26-08-71. Από δε της ημερομηνίας αυτής ανέλαβε τα καθήκοντα του Αντιπροέδρου της Επαναστατικής Κυβερνήσεως με την ευθύνη εποπτείας του τομέα της Εθνικής Οικονομίας μέχρι την παράδοση της εξουσίας στον πολιτικό Σπύρο Μαρκεζίνη, αρχές Οκτωβρίου 1973, με την εντολή να διενεργήσει εκλογές. Αποστρατεύτηκε με αίτηση του, το 1967, όπως και οι άλλοι πραξικοπηματίες.

Μετά την κατάρρευση της χούντας συνελήφθη και κρατήθηκε σε ξενοδοχείο της Τζιάς. Καταδικάστηκε σε θάνατο τον Αύγουστο του 1975 και η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια. Αποφυλακίστηκε το 1990 λόγω ανηκέστου βλάβης της υγείας του και ετέθη σε κατ' οίκον περιορισμό. Αν και είχε δηλώσει μεταμέλεια για ορισμένες από τις πράξεις του, κατά καιρούς προκαλούσε, μιλώντας για “επιτεύγματα” της οικονομίας κατά τη διάρκεια της θητείας του.Πέθανε στις 3 Αυγούστου του 2009 σε ηλικία 87 ετών


Δ. Πώς φτάσαμε στο πραξικόπημα

Η CIA είχε μια προνομιακή σχέση με τη συνωμοτική ομάδα των συνταγματαρχών και παρακολουθούσε βήμα προς βήμα την πορεία της για την επιβολή δικτατορίας. Στις 7 Μαρτίου 1966 αναφορά της CIA υπέδειξε την προώθηση μελών της συνωμοτικής ομάδας σε επίκαιρες θέσεις στην περιοχή των Αθηνών, μετά την πτώση της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου και την άνοδο των «αποστατών» με πρωθυπουργό τον Στεφανόπουλο.

Σύμφωνα με τη CIA τα μέλη της συνωμοτικής ομάδας που είχαν επιστρέψει «σε θέσεις-κλειδιά στην περιοχή των Αθηνών» ήταν:

«α. Ο αντισυνταγματάρχης Κώστας Παπαδόπουλος, αδελφός του Γεωργίου, διορίστηκε διοικητής στο τάγμα Διονύσου από τις αρχές Φεβρουαρίου 1966.

β. Ο αντισυνταγματάρχης Δημήτρης Σταμεταλόπουλος, διοικητής του Τάγματος Αγίας Παρασκευής από τα μέσα Οκτωβρίου 1965.

γ. Ο αντισυνταγματάρχης Αντώνιος Μέξης, αναμένεται σύντομα ν' αναλάβει τη διοίκηση ενός τάγματος στην περιοχή Αθηνών.

δ. Ο αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς, διοικητής της ΕΣΑ με αρχηγείο στο ΓΕΣ.

ε. Ο αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Ιωαννίδης αναμένεται σύντομα ν' αναλάβει τη διοίκηση ενός τάγματος στην περιοχή Αθηνών.

στ. Ο αντισυνταγματάρχης Θεόδωρος Πατσούρος αναμένεται σύντομα ν' αναλάβει μια μονάδα επικοινωνιών στην Αθήνα.

ζ. Ο αντισυνταγματάρχης Μιχαήλ Ρουφογάλης διορίστηκε προσωρινά στις 23 Φεβρουαρίου 1966 επικεφαλής του Γραφείου Ασφαλείας της ΚΥΠ.

η. Ο αντισυνταγματάρχης Αντώνιος Λέκκας αναμένεται σύντομα ν' αναλάβει μια διοίκηση-κλειδί στην περιοχή Αθηνών».

Στην ίδια αναφορά «η πηγή» της CIA σχολίασε επί λέξει: «Ο (αρχηγός ΓΕΣ) Σπαντιδάκης είναι γενικά ενήμερος για τη δεξιά στρατιωτική ομάδα, αλλά νομίζει ότι βρίσκεται κοντά στο δικό του τρόπο σκέψης για την αναγκαιότητα μιας στρατιωτικής επέμβασης, δηλαδή ότι ο βασιλιάς θα πρέπει ν' αναλάβει τον έλεγχο της κατάστασης με τη βοήθεια του στρατιωτικού νόμου. Γι' αυτό κάνει τα στραβά μάτια για πολλές μεταθέσεις που τώρα πραγματοποιούνται». Η CIA γνωρίζει πολύ καλά τον ιδιαίτερο, αυτόνομο ρόλο της ομάδας Γ. Παπαδόπουλου, που μεγάλο τμήμα της τρέφει έντονα αντιβασιλικά αισθήματα.

Η «πηγή» της CIA έδινε σημαντικές σχετικές λεπτομέρειες τονίζοντας ότι η ομάδα Σταμετελόπουλου στους κόλπους των συνωμοτών εκδήλωσε αντιβασιλικά αισθήματα και «προτιμάει μια στρατιωτική χούντα που θα επιτρέψει πολύ λίγα προνόμια στο βασιλιά». Ο Κωνσταντίνος εθεωρείτο υπεύθυνος «για την πολιτική αστάθεια» που «είχε αρχίσει με την πτώση του πρώην πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1963». Αν βέβαια ο Κωνσταντίνος και οι στρατηγοί του γνώριζαν όσα και η CIA, ασφαλώς θα είχαν προσπαθήσει να εξουδετερώσουν την ομάδα των συνταγματαρχών. Αλλά η αμερικανική υπηρεσία κρατάει εφταστράγιστο το μυστικό.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1966 «η ηγεσία» της δεξιάς συνωμοτικής ομάδας -σύμφωνα με τη CIA- «συναντήθηκε μυστικά» στο σπίτι του Ι. Λαδά. Η ηγεσία αναφερόταν ως Επαναστατικό Συμβούλιο και αποτελείτο από τους: Γ. Παπαδόπουλο, Ι. Λαδά, Δ. Σταματελόπουλο, Δ. Ιωαννίδη, Ι. Λέκκα, Μ. Ρουφογάλη, Ι. Μέξη.

«Η πηγή» της CIA, που το πιθανότερο είναι ότι συμμετέχει στις συσκέψεις της συνωμοτικής ομάδας δεν μπόρεσε ν' αναγνωρίσει έναν ή δύο από τους συμμετέχοντες στη σύσκεψη στην οικία Λαδά αλλά μετέφερε το περιεχόμενο της συνομιλίας των συνωμοτών. «Η πηγή» της CIA σχολίασε ότι σε μια άλλη σύσκεψη στις 22 Νοεμβρίου «ένας από τους ηγέτες της ομάδας, ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος, δήλωσε ότι αν η πολιτική κατάσταση συνεχίζει να χειροτερεύει με το σημερινό ρυθμό, δραστική ενέργεια θα χρειαστεί, δηλαδή η επιβολή δικτατορίας»1

Στις 6 Φεβρουαρίου 1967 ο ειδικός αναλυτής του τμήματος Πληροφοριών και Ερευνας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Χαρίλαος Λαγουδάκης υπέβαλε ένα μνημόνιο στον προϊστάμενό του όπου έγραφε: «Από τις 19 Ιουνίου 1965, το τμήμα Εγγύς Ανατολής έχει λάβει γνώση περίπου 15 αναφορών της CIA από διάφορες πηγές για την αποκαλούμενη Δεξιά Ελληνική Στρατιωτική Συνωμοτική Ομάδα. Η τελευταία αναφορά είχε ημερομηνία 23 Ιανουαρίου 1967. Το Δεκέμβριο του 1966 αναφέρθηκε ότι ο Παπαδόπουλος είπε πως μετά την εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας θα επιδιώξει την υποστήριξη των ΗΠΑ για να εκπληρώσει κοινωνικά και οικονομικά μέτρα που μπορεί να αποτρέψουν την παρούσα τάση προς την Αριστερά». Η πρώτη συνάντηση των συνωμοτών το 1967 πραγματοποιήθηκε στις 4 Ιανουαρίου και «κύριος ομιλητής» ήταν και πάλι ο «συνταγματάρχης Παπαδόπουλος». Ο Λαγουδάκης κατέληξε τονίζοντας ότι δεν υπάρχει πληροφόρηση γι' αυτή τη στρατιωτική ομάδα εκτός της CIA που άλλωστε πληροφορούσε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ «πολύ επιγραμματικά» σε σχέση με τα όσα γνώριζε.2

Οι μέρες περνούσαν, μέσα στο 1967, και όλα λειτουργούσαν υπέρ των συνταγματαρχών. Ο Γ. Παπαδόπουλος έχει μετατεθεί στη διεύθυνση του Γ' Επιτελικού Γραφείου του ΓΕΣ και ο Οδ. Αγγελής είναι υπαρχηγός ΓΕΕΘΑ. Θέσεις-κλειδιά έχουν καταλάβει όλοι οι συνωμότες της ομάδας των συνταγματαρχών και είναι έτοιμοι να θέσουν σ' εφαρμογή το ΝΑΤΟικό σχέδιο «Προμηθεύς» που είχαν υπό την επιμέλειά τους οι Παπαδόπουλος και Μακαρέζος. Στις 20 Απριλίου οι συνωμότες πραγματοποίησαν δύο τελικές συσκέψεις, αρχικά στην οικία Μπαλόπουλου και αργότερα στην οικία Ιωαννίδη.

Η «πηγή» της CIA που παρακολουθούσε τις συσκέψεις στα σπίτια των συνωμοτών θα πρέπει να ήταν εκεί.

Ο Παττακός στην οικία Μπαλόπουλου δήλωσε ότι «τα άρματα θα απλωθούν εις όλην την Αθήνα από της ώρας Ω».

Πριν από τα μεσάνυχτα ο Παττακός έφτασε στη μονάδα του των τεθωρακισμένων στο Γουδί, που τη διοίκησή της είχε αναλάβει στις 12 Οκτωβρίου 1966. Δεν άργησε να καλέσει τον αξιωματικό ασφαλείας και να του παραδώσει τον σχετικό φάκελο ενισχυμένου συναγερμού, γνωστού στις χώρες του ΝΑΤΟ με την ονομασία «DROWSY dog», ώστε να τεθεί η μονάδα σε κατάσταση ετοιμότητας.3

Το πρωί της 21ης Απριλίου 1967 η Ελλάδα ζούσε κάτω από ένα στρατιωτικό, δικτατορικό καθεστώς.


(1). Αναφορά της CIA 7.3.1966 (Lot71A 2420, POL15 Govt) - Αναφορά της CIA 20.12.1966 (Lot71A 2420, POL15 Govt) - Αναφορά της CIA 13.12.1966 (CIA, Φάκελοι του Επιτελείου Ιστορίας).

(2) L. Stern, The Wrong Horse. σ.σ. 42-43, Λαγουδάκης προς Stoddard, 6.2.1947

(3) Στ. Παττακός, 21η Απριλίου 1967, σ.σ. 95, 119, 128.
21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967 - 40 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ







Ολοι οι παράγοντες της Δεξιάς δεν ήθελαν εκλογές αλλά εκτροπή

"Αποκάλυπτε ο Κωνσταντίνος ότι, με το αντιπραξικόπημα που ετοίμαζε και έκανε στις 13 Δεκεμβρίου 1967, δεν είχε σκοπό να αποκαταστήσει αμέσως τη δημοκρατία, αλλά να οδηγήσει «την χώραν εν καιρώ εις την ομαλότητα"

Από άστοχους πολιτικούς χειρισμούς και προπαντός από την εμμονή των ανακτόρων και όλων των παραγόντων της Δεξιάς να μην εκτονωθεί η κρίση του 1965 με προσφυγή σε εκλογές, διότι θα τις κέρδιζε ο Γεώργιος Παπανδρέου, αφέθηκε ο τόπος να οδηγηθεί στη δικτατορία πριν από 40 χρόνια.

Αλλωστε όλοι την κρίσιμη εκείνη περίοδο μιλούσαν για «εκτροπή», δηλαδή για δικτατορία, μια λύση που είχε εισηγηθεί κατ' επανάληψη και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, όπως αποκαλύφθηκε από στοιχεία τα οποία δημοσιεύονται στο «Αρχείο» του.

Συνιστούσε εκτροπή ο Κωνσταντίνος Καραμανλής απαντώντας από το Παρίσι σε ερώτημα που του έθεσε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος μέσω του πολιτικού του συμβούλου Δημ. Μπίτσιου στις 31 Μαρτίου 1967, τρεις μέρες πριν ορκιστεί η κυβέρνηση της ΕΡΕ με πρωθυπουργό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, την οποία ανέτρεψαν στις 21 Απριλίου οι συνταγματάρχες, κλείνοντας το δρόμο προς τις εκλογές που είχε οριστεί να γίνουν στις 28 Μαΐου.

Ο Αχιλλέας Καραμανλής στις 31 Μαρτίου έγραφε στον αδελφό του Κων. Καραμανλή: «Μόλις προ ολίγου με πήρε στο τηλέφωνο ο κ. Μπίτσιος, όστις με παρεκάλεσε να σας γνωρίσω ότι απεφασίσθη να δοθή λύσις την οποίαν θα αναλάβει το κόμμα της ΕΡΕ, εφόσον εσείς επιμένετε εις το να μην θέλετε να αναμιχθήτε. Και επιθυμούν να το γνωρίζετε και επιπλέον να δώσετε την συγκατάθεσίν σας, την οποία μάλιστα περιμένει ο κ. Μπίτσιος να του τηλεφωνήσω απόψε, αφού διαβάσετε το γράμμα μου και μετά σας πάρω στο τηλέφωνο κατά τις 9-10 ώρα Ελλάδος, διά να τους γνωρίσω την απάντησίν σας».

Στο «Αρχείο» Καραμανλή (τόμος 6ος, σελ. 264-265) δημοσιεύεται η επιστολή αυτή και η απάντηση - μήνυμα από το Παρίσι με την εξής σημείωση: «Η απάντηση του Κ. Καραμανλή, διαβιβάστηκε τελικά την επομένη, 1η Απριλίου, από τον Αχιλλέα Καραμανλή, ο οποίος ανέγνωσε το περιεχόμενό της στον Δ. Μπίτσιο «με την θερμήν παράκλησιν να μην λάβη ουδείς γνώσιν πλην του βασιλέως». Στο εμπιστευτικό μήνυμα του ο Κ. Καραμανλής επεσήμανε - κατά λέξη:

1. Δεν δύναμαι να έχω γνώμην για την εντολήν προς Κανελλόπουλον δεδομένου ότι δεν γνωρίζω τις προθέσεις και τις δυνατότητές του.

2. Αν βλέπουν ότι ο Παπανδρέου θα καταστήση αδύνατον την ομαλήν εξέλιξιν προς εκλογάς, είναι προτιμώτερον να εμπιστευθούν εις την δυάδα Μαρκεζίνη - Τσακαλώτου. Εκτροπή με ΕΡΕ αποκλείεται.

3. Δεν καταλαβαίνω γιατί, εφόσον σκέπτονται αμνηστίαν - αναστολήν, δεν αφήνουν να την πάρουν οι ίδιοι από την Βουλή.

4. Αι τελευταίαι εξελίξεις εβελτίωσαν την θέσιν του Παπανδρέου και ο διεθνής Τύπος αφέθη ακαθοδήγητος».

Ο Κανελλόπουλος δεν γνώριζε αυτήν την εισήγηση του Καραμανλή και στις 3 Απριλίου ορκίστηκε η κυβέρνησή του. Ο Κων. Καραμανλής του έστειλε το ακόλουθο τηλεγράφημα: «Σε συγχαίρω διότι επωμίσθης την ευθύνην να εξαγάγης την χώραν από την τραγικήν περιπέτειαν εις την οποίαν από τριετίας ερρίφθη. Είμαι βέβαιος ότι εις την δύσκολον προσπάθειαν που αναλαμβάνεις θα έχης την συμπαράστασιν όλων των συνετών Ελλήνων». Λίγες μέρες αργότερα, όμως, στις 10 Απριλίου 1967, άλλα έγραφε «εμπιστευτικά» σε επιστολή του προς τον Κων. Τσάτσο. Σημείωνε: «Δεν είμαι ακόμα βέβαιος ότι η δοθείσα λύσις είναι η καλύτερη. Και δεν είμαι βέβαιος γιατί δεν ξέρω ούτε τας προθέσεις των εμπνευστών της ούτε τας δυνατότητας των φορέων της». Στη συνέχεια έγραφε ότι την ανωμαλία δημιουργεί ο φόβος πως πλειοψηφία Παπανδρέου - ΕΔΑ «θα οδηγήση στην ανατροπή των πάντων». Και «αν πράγματι υπάρχει ο κίνδυνος αυτός (...) να μην προχωρήσητε σε διάλυση, αλλά να γίνη νέα προσπάθεια κυβερνήσεως από την Βουλή, η οποία, αναβάλλουσα τις εκλογές για τον Νοέμβριο, θα φροντίση εν των μεταξύ για την βελτίωση του κλίματος». Κατέληγε στην επιστολή του: «Δεν ξέρω βέβαια τι δυνατότητες υπάρχουν προς την κατεύθυνση αυτή, αφού όλοι έχουν τρελλαθή. Αν δεν γίνη ούτε το ένα ούτε το άλλο και οδηγηθή παρ' ελπίδα ο Τύπος σε καμμία εκτροπή, τότε το κόμμα θα πρέπει οπωσδήποτε να βρεθή έξω από την περιπέτεια. Αυτό είναι και συμφέρον του και συμφέρον της χώρας».

Εκτροπή, δηλαδή δικτατορία, ετοίμαζε ο Κωνσταντίνος πριν από την 21η Απριλίου. Το επιβεβαίωσε επίσημα ο πρώην υπασπιστής του Μ. Αρναούτης στον Καραμανλή, τον οποίο επισκέφθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1967 «κατ' εντολή του βασιλέως». Γι' αυτήν την συνάντηση έγραψε ο Καραμανλής σε σημείωμά του: «Ο κ. Αρναούτης μου εξιστόρησε τα του πραξικοπήματος για το οποίον εθεώρει συνένοχον τον κ. Σπαντιδάκην (σημ.: ήταν αρχηγός ΓΕΣ) ως προδώσαντα το σχέδιον των στρατηγών». Του είπε στη συνέχεια ότι ο βασιλιάς θεωρούσε αναγκαία την απομάκρυνση των συνταγματαρχών «από την εξουσία και ότι προς τον σκοπόν αυτόν αντιμετωπίζει και το ενδεχόμενο να συγκρουσθή μαζί τους. Επιθυμεί, ως εκ τούτου, να γνωρίζη τας απόψεις μου και προ παντός εάν θα ήμουν διατεθειμένος να αναλάβω την κυβέρνησιν μετά την απομάκρυνσιν των επαναστατών και να οδηγήσω την χώραν εν καιρώ εις την ομαλότητα».

Αποκάλυπτε ο Κωνσταντίνος ότι, με το αντιπραξικόπημα που ετοίμαζε και έκανε στις 13 Δεκεμβρίου 1967, δεν είχε σκοπό να αποκαταστήσει αμέσως τη δημοκρατία, αλλά να οδηγήσει «την χώραν εν καιρώ εις την ομαλότητα», δηλαδή να εγκαθιδρύσει δική του δικτατορία για μια περίοδο άγνωστο πόσης διάρκειας. Ο Καραμανλής αρνήθηκε «κατηγορηματικώς», όπως γράφει, να ηγηθεί «μεταβατικής κυβερνήσεως», αλλά ανέλαβε να διατυπώσει σχέδιο για μια «κυβέρνηση εκτάκτων εξουσιών». Στις 9 Δεκεμβρίου 1967 έστειλε με επιστολή του το σχέδιο στον Κωνσταντίνο, το οποίο περιείχε 6 όρους για μια κυβέρνηση που θα ασκούσε για ένα το πολύ έτος έκτακτες εξουσίες και σημείωνε: «Τας ανωτέρω σκέψεις, Μεγαλειότατε, θα ηδυνάμην να τας καταστήσω περισσότερον συγκεκριμένας, εάν ορισθή και μου υποδειχθή ο εκτελεστής του προτεινομένου σχεδίου».


Να μη γίνουν εκλογές

Κατά την άποψη του Κων. Καραμανλή, όπως την διατύπωσε σε επιστολή του την 1η Μαρτίου 1968 προς τον Κων. Παπακωνσταντίνου, την «λεγομένη Δεξιά» συνέθεταν «Στέμμα, Στρατός, Πολιτική Ηγεσία, ιθύνουσα τάξις, Τύπος» (σημ.: για τον λαό ούτε καν λόγος!). Αυτοί λοιπόν οι παράγοντες της Δεξιάς δεν ήθελαν να γίνουν εκλογές πριν «εξουθενωθεί» ο Γ. Παπανδρέου, ώστε να μην μπορεί να επανέλθει στην εξουσία. Ο Κων. Καραμανλής σε επιστολή του προς τον Παναγιώτη Πιπινέλλη έγραφε στις 23 Νοεμβρίου 1966: «Ο Παπανδρέου, ύστερα από όσα έκανε, θα έπρεπε να είναι πολιτικώς εξουθενωμένος. Το γεγονός ότι εξακολουθεί να είναι ακόμη επικίνδυνος αποδεικνύει ότι δεν χτυπήθηκε όταν και όπου έπρεπε» («Αρχείο», τόμος 6ος, σελ. 240). Στην ουσία το πρόβλημα δεν ήταν ο Παπανδρέου, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία του λαού που επί τρία χρόνια βρισκόταν στους δρόμους υπερασπιζόμενος τη δημοκρατία την οποία ανέτρεψε το ιουλιανό βασιλικό πραξικόπημα το 1965. Οι εκλογές θα δικαίωναν αυτόν τον αγώνα του λαού. Αυτό ακριβώς ήθελαν να αποφύγουν οι παράγοντες της Δεξιάς. Το Στέμμα, λοιπόν, ετοίμαζε δικτατορία με τους στρατηγούς, στον Στρατό η χούντα των συνταγματαρχών είχε το πάνω χέρι κατέχοντας τις θέσεις - κλειδιά, η ιθύνουσα τάξις και ο δεξιός Τύπος συμπορεύονταν στο αντιδημοκρατικό παιχνίδι.

Ο μόνος στον χώρο της Δεξιάς που υποστήριζε ως λύση εξόδου από την κρίση την προσφυγή στις κάλπες ήταν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, στον οποίο ο Κων. Καραμανλής είχε αναθέσει την αρχηγία της ΕΡΕ όταν εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, δηλώνοντας ότι αποσύρεται από την πολιτική, χωρίς βεβαίως να αποσυρθεί.

Τον Οκτώβριο του 1973, στο πλαίσιο ενός δημοσιογραφικού αφιερώματος για τον Γεώργιο Παπανδρέου, με αφορμή τη συμπλήρωση πέντε χρόνων από τον θάνατό του, επισκέφθηκα τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Αφού μου έκανε μια θερμή δήλωση θαυμασμού για τον άλλοτε πολιτικό του αντίπαλο, τόλμησα μια ερώτηση: «Κύριε πρόεδρε, πώς εσείς και ο Γεώργιος Παπανδρέου, δυο πολιτικοί άνδρες με τεράστια πολιτική πείρα, δεν καταφέρατε να μην οδηγηθεί η χώρα στη δικτατορία;». Δεν χρειάστηκε να σκεφθεί πολύ. Μου έδωσε την εντύπωση πως είχε έτοιμη την απάντηση, που την έδωσε σε τόνο ειλικρινούς εξομολόγησης. Είπε: «Αγαπητέ μου, εκείνη την περίοδο ήμουν τραγικά μόνος. Κανένας στην παράταξή μας δεν ήθελε να πάμε σε εκλογές που εγώ υποστήριζα πως ήταν η μόνη διέξοδος από την κρίση. Ολοι κινδυνολογούσαν και φοβούμενοι ότι θα κερδίσει ο Παπανδρέου είχαν τρομοκρατήσει τον βασιλέα και τον συμβούλευαν να μη δεχθεί εκλογές. Την περίοδο εκείνη ήμουν τυπικά και όχι ουσιαστικά αρχηγός της ΕΡΕ και δεν μπορούσα να επιβληθώ στο κόμμα, διότι λειτουργούσε αερογέφυρα μεταξύ Αθηνών - Παρισίων με επισκέψεις και με συστάσεις και υποδείξεις του Καραμανλή σε κορυφαία στελέχη της παράταξης».

Οσα μου είπε τότε ο Παναγ. Κανελλόπουλος θα επιβεβαιωθούν με τη δημοσίευση του «Αρχείου Καραμανλή», όπου θα δουν το φως της δημοσιότητας και άλλες αποκαλύψεις για τη μεθόδευση εκτροπής από παράγοντες της Δεξιάς και όχι μόνο από τα ανάκτορα και τους συνταγματάρχες. Και ο ίδιος ο Παν. Κανελλόπουλος στο βιβλίο του «Ιστορικά δοκίμια», στο κεφάλαιο «Πώς εφθάσαμε στην 21η Απριλίου 1967» αποκαλύπτει ότι:

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1965 πρότεινε στο Συμβούλιο του Στέμματος να σχηματίσει κυβέρνηση η ΕΡΕ για να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές. Ολες οι προσκείμενες στο κόμμα εφημερίδες «έδειξαν την αντίθεσή τους» στην πρόταση. Στις 3 Σεπτεμβρίου ο Γ. Παπανδρέου αποδέχθηκε την πρόταση. Ο Κανελλόπουλος κάλεσε το ίδιο πρωί σε σύσκεψη τους «επιτελείς» του κόμματος. Γράφει: «Η συζήτηση με τους "επιτελείς" του κόμματος το πρωινό εκείνο ήταν για μένα οδυνηρή. Σχεδόν όλοι διεφώνησαν με την πρότασή μου να προχωρήσουμε σε εκλογές. Μόνον ένας, ο Γρηγόριος Κασιμάτης, συμφώνησε μαζί μου και δυο άλλοι, ο Παναγής Παπαληγούρας και ο Γεώργιος Ράλλης, ήταν λιγότερο κατηγορηματικοί στις αντιρρήσεις τους». Με τον ίδιο τρόπο αντέδρασαν οι «επιτελείς» της ΕΡΕ, όταν ο Κανελλόπουλος στις 20 Δεκεμβρίου 1966 τους ανακοίνωσε την απόφασή του (μετά τη συμφωνία με τον Γ. Παπανδρέου) να πάψει να υποστηρίζει την κυβέρνηση Στεφανόπουλου, ώστε να σχηματιστεί υπηρεσιακή κυβέρνηση για να διενεργηθούν εκλογές. Γράφει: «Δεν συμφωνούσαν με την προσπάθεια κατευνασμού των πολιτικών παθών, ήθελαν να αναβληθούν επ' αόριστον οι εκλογές».

Ο Καραμανλής με επιστολή του προς τον Κων. Τσάτσο στις 10 Μαΐου 1966 είχε προτείνει να σχηματιστεί κυβέρνηση «η οποία να εξουσιοδοτηθεί από την Βουλήν ή, της Βουλής αρνουμένης, από τον βασιλέα, όπως ασκούσα εκτάκτους εξουσίας και εντός ευλόγου χρόνου» αναθεωρήσει το Σύνταγμα και λάβει σειρά μέτρων.

Στην απάντησή του ο Τσάτσος έγραψε: «Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, εισηγούμεθα (λέω "... γούμεθα", διότι ασπάζομαι -μαζί πιστεύω με μυριάδες άλλους- ανεπιφύλακτα τις σκέψεις σου). Εισηγούμεθα, λοιπόν, παρεκτροπήν από το πολίτευμα και μίαν προσωρινήν δικτατορίαν -ίσως ενός έτους». Και σημείωνε: «Δικτατορίες χωρίς ονοματισμένο δικτάτορα δεν κουβεντιάζονται». Ο Καραμανλής απάντησε ότι η εκτροπή πρέπει «να χειραγωγηθή» και «να είναι σχετικώς νομότυπος».

Ε. Οι σχέσεις ακροδεξιάς ομάδας με τους Αμερικανούς


Το 1949, στην καρδιά του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΠΑ αποδέχτηκε ότι από την άποψη «των μακροχρόνιων στρατηγικών συμφερόντων» της Αμερικής, έπρεπε να εδραιωθεί στην Ελλάδα «ένα ελληνικό στρατιωτικό κατεστημένο, ικανό για τη διατήρηση της εσωτερικής ασφάλειας, ώστε ν' αποφευχθεί η κομμουνιστική κατάκτηση της Ελλάδας».1

Οι Αμερικανοί έχουν αποδεχθεί την επιστροφή του μοναρχικού πολιτεύματος στην Ελλάδα μετά από νόθο δημοψήφισμα, αν και τον Γεώργιο Β' τον θεωρούν εκπρόσωπο των βρετανικών συμφερόντων στη χώρα σε μια εποχή που επιδιώκουν να εδραιώσουν τη δική τους επιρροή. Το παλάτι δεν θ' αργήσει να συγκρουστεί έντονα με δυο κεντρικές επιλογές των Αμερικανών: τον στρατάρχη Παπάγο και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Αμέσως μετά την παραίτηση του Παπάγου από την ηγεσία του στρατεύματος, στα τέλη Μαΐου 1951, εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα στο κέντρο της Αθήνας που οργανωτής του ήταν η μυστική στρατιωτική οργάνωση ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών).

Στο βάθος, το στρατιωτικό κίνημα ήταν μια εκδήλωση συμπαράστασης αλλά και επίδειξης δύναμης του στρατάρχη που είχε αποφασίσει την κάθοδό του στην πολιτική σε αντίθεση με τις επιθυμίες των Ανακτόρων.

Ο Παπάγος υπέδειξε την επιστροφή των στασιαστών στους στρατώνες τους αλλά επέμεινε να μην υπάρξει τιμωρία των πρωταιτίων του κινήματος. Την ίδια θέση κράτησαν και οι Αμερικανοί.

Ο επιτετραμμένος της αμερικανικής πρεσβείας Τσαρλς Γιοστ υποστήριξε σε συνομιλία του με τον πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο ότι καμιά ποινή δεν θα πρέπει να επιβληθεί στους στασιαστές χωρίς την έγκριση του στρατάρχη, αν και ενημερώθηκε από το συνομιλητή του ότι ο βασιλιάς επιζητούσε την τιμωρία τους, γιατί «είχαν καταπατήσει τον όρκο τους προς εκείνον».2

Οι Αμερικανοί ενέτασσαν τον ΙΔΕΑ στο πλαίσιο του στρατιωτικού κατεστημένου που έπρεπε να διατηρηθεί σαν κόρη οφθαλμού για να μην επικρατήσει στην Ελλάδα ό,τι εθεωρείτο «αριστερή τάση» ή «ρωσική επιρροή».

Στα τέλη του 1952 ο Παπάγος κέρδισε τις εκλογές και έγινε πρωθυπουργός της χώρας. Ενα κλίμα ευφορίας επικράτησε στις Ενοπλες Δυνάμεις. Ο ΙΔΕΑ αυτοδιαλύθηκε. Μετά το θάνατο του Παπάγου, τον Οκτώβριο του 1955, πρωθυπουργός έγινε ο Κ. Καραμανλής που δεν άργησε να έχει τα ίδια έντονα προβλήματα όπως και ο προκάτοχός του με το βασιλικό ζεύγος. Τα σχόλια Αμερικανών πρεσβευτών ή πρακτόρων της CIA στην Ελλάδα άρχισαν να γίνονται όλο και πιο δηκτικά για το ρόλο της μοναρχίας, που, με τη στάση της να κατευθύνει κάθε τι στην πολιτική ζωή του τόπου, αδυνάτιζε την αμερικανική επιρροή στην Ελλάδα. Στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων και περί την ΚΥΠ άρχισε να δημιουργείται η νέα συνωμοτική στρατιωτική οργάνωση που είχε έναν ιδιαίτερο δεσμό με τους Αμερικανούς και έλαβε αρχικά την ονομασία Ε.Ε.Ν.Α. (Ενωσις Ελλήνων Νέων Αξιωματικών).

Ο ΙΔΕΑ είχε ιδρυθεί το 1944 όταν η Βρετανία προσπαθούσε να επαναφέρει την Ελλάδα υπό την επιρροή της. Η ΕΕΝΑ ιδρύθηκε σε μια εποχή που η Ελλάδα τελούσε υπό αμερικανική ευθύνη.

Η ελληνική Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών εχρηματοδοτείτο από τη CIA, έτσι που ανάμεσά τους υπήρχε ένας στενός εργασιακός δεσμός. Ενα ανώτατο στέλεχος της ΚΥΠ, ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος ήταν ένας από τους ηγέτες της ΕΕΝΑ.

Οι θεωρούμενοι τρεις πρωτεργάτες του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967, Γεώργιος Παπαδόπουλος, Νικόλαος Μακαρέζος και Στυλιανός Παττακός, είχαν στενή διασύνδεση με την ΚΥΠ.

* Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος είχε μακρά θητεία στην ΚΥΠ με μεγάλη επιρροή στους κόλπους της. Ηταν ο σύνδεσμος της ΚΥΠ με τη CIA με την οποία διατηρούσε ιδιαίτερες σχέσεις. Είχε στενές σχέσεις με κορυφαίους Ελληνοαμερικανούς πράκτορες της αμερικανικής υπηρεσίας, όπως τους Μίλτον, Φατσέα, Στίβενς, Κορομηλά, με τους οποίους «συνήθιζε να μιλάει για τα συνωμοτικά του σχέδια και την ανάγκη επέμβασης του στρατού» στην πολιτική ζωή της χώρας. Οι πράκτορες της CIA «συμμερίζονταν τις ανησυχίες του» και δεν έκρυβαν τους φόβους τους για την πορεία της Ελλάδας μετά την άνοδο στην εξουσία «μιας κυβέρνησης Παπανδρέου».3

* Ο Νικόλαος Μακαρέζος ήταν διευθυντής του ΑΙ Κλάδου της ΚΥΠ όταν πραγματοποιήθηκε το πραξικόπημα.

* Η πρωτότοκη κόρη του Στυλιανού Παττακού και στενή του συνεργάτιδα «ηργάζετο εις την ΚΥΠ» ως ιδιαιτέρα γραμματέας του αρχηγού της υπηρεσίας. Ηταν «το μάτι» του Παττακού στο αρχηγείο της ΚΥΠ όπου και την επισκέπτετο συχνά.

Το απόγευμα της 19ης Απριλίου 1967 η κόρη του Παττακού στην πατρική της οικία παραβρέθηκε στη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε εκεί μεταξύ των Γ. Παπαδόπουλου, Ν. Μακαρέζου και του οικοδεσπότη.

Η ίδια δακτυλογράφησε τα χειρόγραφα των συνωμοτών που περιλάμβαναν «τα τελικά σημεία τα οποία επρογραμμάτιζαν λεπτομερώς» τις ενέργειες του κινήματος της 21ης Απριλίου «από της ώρας Ω» (χρονική στιγμή έναρξης του πραξικοπήματος) «έως και της ώρας ορκωμοσίας της κυβέρνησης» των δικτατόρων.

Η νέα συνωμοτική στρατιωτική οργάνωση δρα ανενόχλητα υπό την ίδια προστατευτική ομπρέλα όπως και ο ΙΔΕΑ.

Την άνοιξη του 1963 οι Γ. Παπαδόπουλος, Αλ. Χατζηπέτρος και Οδ. Αγγελής στο όνομα της ομάδας τους ζήτησαν από την αμερικανική πρεσβεία το πράσινο φως για την επιβολή δικτατορίας στην Ελλάδα.

Ο Αμερικανός πρέσβης Χ. Λαμπουίς, ενημερώνοντας την κυβέρνησή του για την πρόταση Παπαδόπουλου, τόνισε ιδιαίτερα: «Προς το παρόν δεν βλέπω οποιαδήποτε χρησιμότητα στο να θέσω σε συναγερμό τον βασιλιά ή τον πρωθυπουργό γι' αυτή την πιθανότητα», δηλ. εκδήλωση ενός πραξικοπήματος.4

Η σχέση της ακροδεξιάς συνωμοτικής ομάδας με τους Αμερικανούς είναι προνομιακή. Συμφωνούν απόλυτα σε πολλά σημεία, όπως ο αδιάλλακτος αντι-κομμουνιστικός αγώνας, η εξουδετέρωση των «συνοδοιπόρων» που θεωρούνται οι λαϊκές δυνάμεις του Κέντρου, η εξουδετέρωση της αυθαίρετης βασιλικής εξουσίας.

Η άνοδος της Ενωσης Κέντρου στην εξουσία μετά την εκλογική της νίκη του Φεβρουαρίου 1964 έδωσε την ευκαιρία στη νέα κυβέρνηση να αποψιλώσει προσωρινά τη δύναμη της συνωμοτικής στρατιωτικής ομάδας.

Τα περισσότερα μέλη της μετατέθηκαν σε μονάδες χωρίς ιδιαίτερη στρατηγική σημασία για την οργάνωση ενός πραξικοπήματος.

Οι κινήσεις του Γ. Παπαδόπουλου δεν ήταν άγνωστες σε αρκετούς στρατιωτικούς και πολιτικούς.

Υπήρχε όμως μια μεγάλη παρανόηση στο σύνολο της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του τόπου.

Η Αριστερά όπως και οι δυνάμεις του Κέντρου και γενικότερα οι αντιμοναρχικές, δημοκρατικές δυνάμεις, από αντικειμενικές ή και υποκειμενικές αδυναμίες, έβλεπαν ως ενιαίο και αδιαίρετο το πολιτικο-στρατιωτικό κατεστημένο στην Ελλάδα: το Παλάτι, τη στρατιωτική ηγεσία, την ΕΡΕ, που ήταν ο μεγάλος πολιτικός σχηματισμός της Δεξιάς, και πλάι τους, τους Αμερικανούς και Βρετανούς.

Ομως οι Αμερικανοί ευνοούσαν ένα ιδιαίτερο στρατιωτικό, κυρίως, αλλά και πολιτικό, συνωμοτικό μηχανισμό που πίστευαν ότι θα έδινε ικανοποιητικές απαντήσεις στην πολιτική αστάθεια στην Ελλάδα καθώς και σε άλλα ζητήματα, όπως π.χ. το Κυπριακό.

Ετσι οι αλλαγές και οι μεταθέσεις που πραγματοποιεί η κυβέρνηση της Ε.Κ. στο στράτευμα δεν ευχαριστούν διόλου τους Αμερικανούς ούτε όμως και το ελληνικό κατεστημένο.

Το Παλάτι όπως και η ηγεσία της ΕΡΕ έχουν την ψευδαίσθηση ότι πράγματι ηγούνται του ελληνικού κατεστημένου, του οποίου πιστεύουν ότι μικρό τμήμα είναι και η συνωμοτική στρατιωτική ομάδα περί τον Γ. Παπαδόπουλο. Κατά βάση μόνο οι Αμερικανοί και ιδιαίτερα η CIA γνωρίζουν το μεγάλο μυστικό, ότι η ακροδεξιά συνωμοτική στρατιωτική οργάνωση επιφυλάσσει έναν ιδιαίτερο ρόλο για τον εαυτό της και προβάλλει δικούς της στόχους για την κατάληψη της εξουσίας παραμερίζοντας το Παλάτι και τους ευνοουμένούς του στρατηγούς στην ηγεσία του στρατεύματος, όπως και το σύνολο του πολιτικού κόσμου από την Αριστερά ώς τη Δεξιά.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου θα δηλώσει ότι «χωρίς την έγκριση του βασιλέως δικτατορία δεν γίνεται». Ετσι αποπροσανατολισμένος, αν και είναι κόκκινο πανί για τη Δεξιά, προσπαθεί να παρακολουθήσει τις κινήσεις της επίσημης ηγεσίας του στρατεύματος που ετοιμάζει το δικό της πραξικόπημα για το Μάιο του '67.

Κι όμως μια πολύ σημαντική πληροφορία φτάνει στ' αυτιά του Ανδρέα το βράδυ της 13ης προς 14 Απριλίου 1967, ενώ συνέτρωγε με τη Μαργαρίτα και τους φίλους του.

«Ηταν περασμένα μεσάνυκτα -γράφει ο Ανδρέας- όταν μου τηλεφώνησε ο μεγαλύτερος γιος μου ο Γιώργος.

-Μπαμπά πρέπει να σε δω, είναι επείγον.

Παραξενεύθηκα.

-Να με δεις τέτοια ώρα; Τι συμβαίνει;

Ο Γιώργος δεν ήθελε να μιλήσει από το τηλέφωνο. Συνάντησε τον πατέρα του και του εξιστόρησε ότι με μεγάλες προφυλάξεις τον επισκέφθηκαν «οι ηλικιωμένοι γονείς» ενός καλού φίλου του Ανδρέα που ζούσε στις ΗΠΑ. Είπαν στον Γιώργο να ειδοποιήσει αμέσως τον Αντρέα γιατί ο γιος τους μόλις τους τηλεφώνησε για ν' αποκαλύψει ότι είχε μάθει «από πολύ αξιόπιστη πηγή» ότι ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα θα εκδηλωνόταν τις προσεχείς λίγες μέρες. «Αυτή τη φορά ήταν θετικό, όχι πια φήμη».

Η Μαργαρίτα θα καταθέσει αργότερα ενώπιον ειδικής επιτροπής της αμερικανικής Βουλής ότι ο άνθρωπος που τους ειδοποίησε από τις ΗΠΑ «είχε διασυνδέσεις με τη CIA» και εννοούσε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Αλλά τα μάτια της Αριστεράς και του Κέντρου ήταν στραμμένα προς εκείνο που θεωρούσαν ως επίσημη ηγεσία του ελληνικού πολιτικο-στρατιωτικού κατεστημένου.

Στις αρχές Απριλίου 1967 είχε ορκιστεί μια κυβέρνηση της ΕΡΕ με πρωθυπουργό τον αρχηγό της Παναγιώτη Κανελλόπουλο που θα συλληφθεί στο σπίτι του τις πρωινές ώρες της 21ης Απριλίου.

Οπως παρατήρησε ο Λ. Κύρκος «η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον αρχηγό της κοινοβουλευτικής Δεξιάς μπέρδεψε όσους πιστεύαμε πως οδηγούμασταν σε στρατιωτική δικτατορία. Ηταν άραγε δυνατόν ένα στρατιωτικό πραξικόπημα εναντίον μιας δεξιάς κυβέρνησης που εξέφραζε πλήρως τις αντικομμουνιστικές διαθέσεις των πραγματικών κέντρων της εξουσίας;».

Και όμως ήταν, για όσους μπορούσαν να διακρίνουν βαθύτερα εκείνους που πραγματικά κινούσαν τα νήματα της ελληνικής πολιτικής ζωής.

«Οπως και να 'χει το πράγμα, μας πιάσανε στον ύπνο» θα παραδεχθεί και ο Ανδρέας Παπανδρέου μετά τη σύλληψή του από τους πραξικοπηματίες.5

1. Απόφαση Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας ΗΠΑ, NSC 42/1, 1949

2. Γιοστ προς Στέιτ Ντιπάρτμεντ 1.6.1951

3. Αλ. Παπαχελά, «Ο βιασμός της ελληνικής δημοκρατίας», σελ. 272

4. Λαμπουίς προς Ρασκ, 5.4.1963

5. Α. Παπανδρέου, «Η Δημοκρατία στο Απόσπασμα», σ.σ. 36, 315-316 - Κατάθεση Μ. Παπανδρέου ενώπιον της υπο-επιτροπής για την Ευρώπη της αμερικανικής Βουλής, 14.7.1971- Λ. Κύρκος, «Ανατρεπτικά», σελ. 190

ΣΤ. Η CΙΑ, το παλάτι και οι τρεις πρωθυπουργοί

Στις αρχές της δεκαετίας του '50, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Ντιν Ατσεσον αναφέρθηκε «στις μηχανορραφίες» του παλατιού και ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Αθήνα, Τζον Πιουριφόι, εκδήλωσε στο βασιλιά Παύλο την έντονη ανησυχία του για την εχθρική στάση των ανακτόρων απέναντι στον στρατάρχη Παπάγο.

Σε μια από τις τακτικές συναντήσεις του Πιουριφόι με τον Παύλο, ο Αμερικανός πρεσβευτής πληροφορήθηκε ότι κατά τη διάρκεια ιδιαίτερης συνάντησης της Ελένης Βλάχου της «Καθημερινής» με τη βασίλισσα, η Φρειδερίκη είχε ζητήσει απλά από τη φίλη της να πάψει η εφημερίδα να υποστηρίζει «έναν εχθρό της Αυλής», όπως θεωρούσε τον Αλ. Παπάγο. Ο Πιουριφόι υπευθύμισε στον Παύλο ότι ο στρατάρχης ήταν πιθανό να κερδίσει τις επερχόμενες εκλογές, γεγονός που θα υποχρέωνε το βασιλιά να συνεργαστεί μαζί του. Ο Παύλος υποστήριξε ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα προέκυπταν «κάποιες δυσκολίες ανάμεσά τους». Για παράδειγμα, ο Παπάγος είχε προτείνει να πάψει να είναι ο βασιλιάς αρχηγός των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, κάτι που εκείνος βέβαια δεν μπορούσε ν' αποδεχθεί.

Σε συνάντησή του με τον Αμερικανό πρεσβευτή ο Παπάγος είπε ότι είχε «σοβαρούς λόγους» να πιστεύει ότι η έντονη αρθρογραφία εναντίον του στην «Ελευθερία» του Πάνου Κόκκα οφειλόταν σε χρήματα που είχαν δοθεί στην εφημερίδα από ανθρώπους που βρίσκονταν κοντά στην Αυλή. Ο Παπάγος μίλησε ανοιχτά για την επικινδυνότητα διαφόρων στοιχείων «της παλατιανής κλίκας», αν και διαβεβαίωσε τον Πιουριφόι ότι δεν σκόπευε ν' απαντήσει στις συκοφαντίες των εχθρών του. Αν απαντούσε «ίσως θα τέλειωνε η καριέρα του βασιλιά και της βασίλισσας στην Ελλάδα». Ο Παπάγος άφησε να υπονοηθεί στον Αμερικανό συνομιλητή του ότι θεωρούσε τη Φρειδερίκη «τον πιο επικίνδυνο αντίπαλό του». 1

Οταν στα τέλη του 1952 ο Παπάγος κέρδισε τις εκλογές και ανέλαβε την πρωθυπουργία, οι σχέσεις του με το βασιλιά επιδεινώθηκαν ακόμη περισσότερο όπως αναφέρει και ο αντιστράτηγος Γ. Κοσμάς.

Αλλωστε ο Παπάγος έθεσε ευθέως προς τους Αγγλους το Κυπριακό, ενώ ο Παύλος συναινούσε με τις υποδείξεις τους.

Οι σχέσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή με το παλάτι δεν είχαν καλύτερη τύχη. Τον Μάρτιο του 1962, ο σύμβουλος πολιτικών υποθέσεων της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα Ντάνιελ Μπρούστερ τηλεγράφησε στην κυβέρνησή του ότι «με δεδομένη την πασίγνωστη έλλειψη προσωπικής συμπάθειας ανάμεσα στον Καραμανλή και το παλάτι», η Ενωσις Κέντρου προσπαθούσε να πείσει τη βασιλική οικογένεια και «σε μικρότερο βαθμό την αμερικανική πρεσβεία» ότι η κυβέρνηση της ΕΡΕ υπό τον Καραμανλή ήταν «πηγή πολιτικής αστάθειας στην Ελλάδα». Η Φρειδερίκη, σε συνομιλία της με εκπρόσωπό της cia στην Αθήνα, τόνισε «με έμφαση» ότι, αν ποτέ συμβεί πολιτική κρίση στην Ελλάδα, «όλη η υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών πρέπει να δοθεί στο στέμμα» γιατί «διαφορετικά θα υπάρξει απόλυτο χάος». Η Φρειδερίκη πίστευε ότι «μόνο η σταθερή επαγρύπνηση του στέμματος μπορεί να προστατεύσει τους Ελληνες πολιτικούς από τις τρέλλες τους». Ο αντιπρόσωπος της cia στην Ελλάδα παρατήρησε με δεικτικό τρόπο ότι «οι πολιτικές κρίσεις» της Φρειδερίκης «βασίζονται στην εκτίμηση πως ό,τι είναι καλό για τη μοναρχία είναι καλό για την Ελλάδα».

Η Φρειδερίκη πρότεινε στη cia, στις αρχές του 1963, την αντικατάσταση του Καραμανλή με μια κυβέρνηση της ΕΡΕ υπό φιλοβασιλικές προσωπικότητες που θα συμπεριλάμβανε «και μετριοπαθή στοιχεία επιλεγμένα από την Ενωση Κέντρου».

Αλλά και με τον Γεώργιο Παπανδρέου, που κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές τον Νοέμβριο του 1963 και τον Φεβρουάριο του 1964, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καλύτερα. Ο νέος βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε τη συγκατάθεση των Βρετανών στην προσπάθειά του να υποσκάψει τον Γ. Παπανδρέου, καθώς επίσης και των Αμερικανών, που όμως δεν είχαν δει με καθόλου καλό μάτι τη δραστηριότητα του παλατιού εναντίον του Παπάγου και του Καραμανλή.

Οι Αμερικανοί δεν έβλεπαν με ιδιαίτερα καλό μάτι τον Παύλο και στη συνέχεια τον Κωνσταντίνο, τους οποίους θεωρούσαν ανδρείκελα των Βρετανών.

Ο Αμερικανός πρεσβευτής Ελις Μπριγκς από το 1961 είχε αποδοκιμάσει την «αλαζονική» συμπεριφορά της βασιλικής οικογένειας απέναντι στον Καραμανλή, έναν πετυχημένο πρωθυπουργό. Ο Μπριγκς παράδεχθηκε ότι «η ελληνική βασιλική οικογένεια» αποτελούσε «αναχρονισμό» για την Ελλάδα. 2

Τον Σεπτέμβριο του 1964 ο Κωνσταντίνος σε μια «φιλική και ειλικρινή συνομιλία» με τον νέο Αμερικανό πρεσβευτή στην Αθήνα, Χένρι Λαμπουίς, σε μια στιγμή τον «ρώτησε χαμογελαστά» «αν ήθελε να ξεφορτωθεί τον Παπανδρέου». Με την ίδια διάθεση, ο Λαμπουίς ρώτησε τον Κωνσταντίνο αν θα μπορούσε να το κάνει «αν θα το ήθελε». Ο μονάρχης απάντησε ότι «δεν μπορούσε να το κάνει τώρα». Και τελικά ξεδίπλωσε το οργανωμένο σχέδιό του μερικούς μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1965.

Η αμερικανική κυβέρνηση ανησυχούσε σοβαρά από την πολιτική της Ενωσης Κέντρου σε ορισμένους τομείς, αλλά επιθυμούσε η ανατροπή του Πανανδρέου να γίνει με πιο διακριτικό τρόπο. Στον Αμερικανό επιτετραμμένο στην Αθήνα, Νόρμπερτ Ανσουτζ, δεν άρεσε καθόλου ο ωμός τρόπος που χρησιμοποίησε ο Κωνσταντίνος για την έξοδό του Παπανδρέου από την πρωθυπουργία. Ο Κωνσταντίνος είχε ενεργήσει «με ασύνετη βιασύνη και τραχύτητα, εκθέτοντας έτσι σε σοβαρό κίνδυνο την εσωτερική σταθερότητα» της χώρας, «που μπορούσε πιθανόν να έχει αποφευχθεί».

Οι εκπρόσωποι της αμερικανικής κυβέρνησης στην Ελλάδα επιθυμούσαν ασφαλώς την αντικατάσταση του Παπανδρέου, αλλά δεν τους άρεσε την ίδια στιγμή ο τρόπος αντίδρασης των ανακτόρων. Εκαναν βέβαια ό,τι μπορούσαν για την εγκαθίδρυση μιας κυβέρνησης, αποτελούμενης από υπουργούς και βουλευτές που είχαν αποσκιρτήσει από την Ενωση Κέντρου. Αλλά οι Αμερικανοί επίσημοι ήξεραν να δράσουν από τα παρασκήνια με τον γνώριμο τρόπο των μυστικών υπηρεσιών. Ο Ανσουτζ από την Αθήνα ενημέρωσε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ότι «μέσα στα όρια των διαθέσιμων πόρων η πρεσβεία έχει προσφέρει τη μάξιμουμ υποστήριξη στον Νόβα και τον Στεφανόπουλο ακολουθώντας την εχεμύθεια που έχουμε προσπαθήσει να διατηρήσουμε». 3


1. Αμερικανικά Διπλωματικά Εγγραφα, Πιουριφόι προς Στέιτ Ντιπάρτμεντ, 24.8.1951 -Ατσεσον προς Πιουριφόι 24.8.1951- Πιουριφόι προς Στέιτ Ντιπάρτμεντ 28.8.1951

2. ΑΔΕ, Μπρούστερ προς Στέιτ Ντιπάρτμεντ 23.3.1962 -Μνημόνιο για το διευθυντή της cia Τζον Μακ Κόουν (περί τη συνομιλία Φρειδερίκης με cia) 8.2.1963- Μπριγκς προς Στέιτ Ντιπάρτμεντ 13.11.1961


Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν τις πηγές, οι οποίες παρατίθενται, ως ελάχιστο σεβασμό στους συγγραφείς των θεμάτων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου