Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967 Γ΄Μέρος

Ζ. ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΘΑΥΜΑ - ΤΑ ΣΚΑΝΔΑΛΑ

1. Η απαρχή - Το σχέδιο Μάρσαλ

Σχέδιο Μάρσαλ ονομάστηκε η οικονομική ενίσχυση κρατών της ευρωπαϊκής ηπείρου και ήταν σχέδιο δρασης στα πλαίσια της εξωτερικής πολιτικής των Η.Π.Α. μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και της αντίληψης ότι η επικράτηση του
κομμουνισμού θα αποτελούσε κίνδυνο για τα συμφέροντα και των Ηνωμένων Πολιτειών.
«...το κύριο χαρακτηριστικό της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Σοβιετική Ένωση θα πρέπει να είναι μία υπομονετική αλλά σταθερή και άγρυπνη ανάσχεση (containment) των επεκτατικών τάσεων της ..»

George Kennan, Αμερικανός διπλωμάτης

Αυτό ήταν το στίγμα της αμερικανικής πολιτικής που ακολουθήθηκε τα επόμενα χρόνια. Στις 12 Μαρτίου του 1947 ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν, αγορεύοντας στο Κογκρέσο, δεσμεύθηκε ότι η χώρα του θα παρείχε γενναία οικονομική ενίσχυση στα κράτη που θα επιθυμούσαν και θα «[…]αντιστέκονταν σε απόπειρες καθυπόταξης από οπλισμένες μειοψηφίες ή από ξένες πιέσεις[…]».

Οι θέσεις, αυτές, της αμερικανικής εξουσίας εκδηλώθηκαν στην Ευρώπη δια μέσου του Σχεδίου Μάρσαλ.

Επρόκειτο για οικονομική βοήθεια που χορηγήθηκε σε χώρες της Ευρώπης. Αποσκοπούσε αφενός στην τόνωση των οικονομιών τους, (που με σημαντικά δάνεια χρηματοδότησαν έτσι τις κατεστραμμένες από τον πόλεμο αγορές τους) και αφετέρου, εξυπηρετούσε άμεσα την αμερικανική εξωτερική πολιτική, που επιθυμούσε να αποφευχθεί ο κίνδυνος να περιέλθουν οι χώρες αυτές, εξαιτίας ανέχειας, στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης. Η χορηγία της βοήθειας αυτής δεν έγινε με διμερείς διαδικασίες αλλά, με όρους που τέθηκαν από την Ουάσιγκτον. Αυτοί περιλάμβαναν την καταστολή των κομουνιστικών απειλών και την έμμεση περιστολή της ανεξαρτησίας των δικαιούχων κρατών, μιας και με όπλο το μπλοκάρισμα των πιστώσεων η αμερικανική ηγεσία μπορούσε να πιέσει τις κυβερνήσεις σε περίπτωση που αρνούνταν να ανταποκριθούν στις επιθυμίες της.

Από οικονομική άποψη, το διάστημα 1967-’73 εντάσσεται στη μακρά περίοδο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, που αρχίζει με τη λήξη του Εμφυλίου και τελειώνει με το ξέσπασμα της κρίσης του 1973-’74 . Την περίοδο αυτή ο ελληνικός καπιταλισμός μετασχηματίζεται και αναβαθμίζει τη θέση του στην παγκόσμια οικονομία.

Η οικονομική ανάπτυξη βασίστηκε σεε χαμηλές οικονομικές επιδόσεις, μικρό κατά κεφαλήν εισόδημα, χαμηλή παραγωγικότητα και με την πλειοψηφία των απασχολούμενων στον πρωτογενή τομέα. Με την ταχύρυθμη μεταπολεμική μεγέθυνση μεταμορφώθηκε σε μια βιομηχανική (κατ’ άλλους ημιβιομηχανική) οικονομία στα 1973. Η «επέλαση» αυτή βασίστηκε πρωτίστως στην υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, που έγινε δυνατή λόγω της ήττας του επαναστατικού κινήματος κατά τον Εμφύλιο, της καταστολής κάθε εργατικής αντίδρασης από το μετεμφυλιακό κράτος, της εσωτερικής μετανάστευσης που προμήθευε με φθηνά εργατικά χέρια τις επιχειρήσεις και της ανυπαρξίας κράτους πρόνοιας.

Το 1970 η γεωργία είχε περιοριστεί στο 17,8% του ΑΕΠ από 28% που ήταν στις αρχές δεκαετίας του ’50, ενώ ο δευτερογενής τομέας από 20% αρχές του ’50 αυξήθηκε σε 33,1% το 1970. Τη δεκαετία 1963-’73 υπερδιπλασιάστηκε το πραγματικό ΑΕΠ, τριπλασιάστηκε το παραγόμενο προϊόν της μεταποίησης και αυξήθηκαν 2,7 φορές οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου.

Αυτή η άνευ προηγουμένου μεγέθυνση ονομάστηκε «χρυσή εποχή του ελληνικού καπιταλισμού» και από άλλους «οικονομικό θαύμα». Είναι γεγονός ότι εδραίωσε πλήρως το μονοπωλιακό στάδιο και σταθεροποίησε τον ελληνικό καπιταλισμό στο μεσαίο επίπεδο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας.
Η ανοδική πορεία ανακόπηκε από τις αρνητικές επιδράσεις της παγκόσμιας κρίσης σε συνδυασμό με τις εσωτερικές αιτίες που σχετίζονται με διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και λάθη οικονομικής πολιτικής της χούντας.


«Εάν θα θέλαμεν να περιγράψωμεν το κοινωνικόν οικονομικό σύστημα εις το οποίον αποβλέπομεν, αυτό δεν είναι διαφορετικόν από το σύστημα των ελευθέρων χωρών της Ευρώπης. Είναι δηλαδή το φιλελεύθερον οικονομικό σύστημα το λειτουργούν διά της επιτηρήσεως και της παρεμβάσεως του κράτους, προσαρμοσμένον όμως εις την εθνικήν πραγματικότητα και εις τα ελληνικά προβλήματα»

Γ. Παπαδόπουλος 28/5/1967

Η χούντα των συνταγματαρχών, από οικονομική άποψη, δεν υπήρξε μια παρέκκλιση ή μια ανωμαλία στην πορεία του ελληνικού καπιταλισμού αλλά στοιχείο ανάπτυξής του. Η παρατεταμένη πολιτική κρίση της δεκαετίας του ’60 έθετε σε κίνδυνο τα «επιτεύγματα» του μεταπολεμικού οικονομικού «θαύματος» και δεν υπήρχε χώρος για δημοκρατικές ευαισθησίες. Το κράτος των εθνικοφρόνων, που εδραιώθηκε μετά τον Εμφύλιο, σε συνεργασία με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, αποφάσισαν να θέσουν τέρμα στην αβεβαιότητα που δημιουργούσε ο λαϊκός παράγοντας, οι κινητοποιήσεις του κι ο έντονος διχασμός του αστικού πολιτικού κόσμου. Για 7 χρόνια έθεσε τα θεσμικά και πολιτικά πλαίσια μέσα στα οποία θα συντελείται απρόσκοπτα η συσσώρευση του κεφαλαίου, απαλλαγμένη από τις παρενέργειες του πολιτικού αγώνα της εργατικής τάξης. Το τέλος της χούντας συνέπεσε με το τέλος της εκτατικής ανάπτυξης της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας, μιας ταχύρυθμης ανάπτυξης που κάλυψε το χαμένο έδαφος από προηγούμενες δεκαετίες και συντόνισε το βηματισμό της με αυτό των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Όπως χαρακτηριστικά έχει λεχθεί, η Ελλάδα βρέθηκε πιο κοντά στη «μητρόπολη» παρά στην «περιφέρεια» του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Φυσικά δεν είναι αλήθεια ότι η χούντα «έφτιαξε» την οικονομία, όπως δεν αληθεύει ότι ευθύνεται αποκλειστικά για την κρίση 1973-’74. Κι αυτό γιατί η οικονομική πολιτική οποιασδήποτε κυβέρνησης δεν μπορεί να αποτρέψει μια διεθνή κρίση, μόνο ίσως να την καθυστερήσει. Οι αιτίες της κρίσης είναι σύμφυτες με το καπιταλιστικό σύστημα και οι κρίσεις είναι αναπόφευκτες. Ο χαρακτήρας της οικονομικής πολιτικής καθορίζεται κυρίως από τη συγκυρία. Έτσι δεν είναι παράδοξο που η πολιτική Μακαρέζου είναι συνέχεια της ασκούμενης πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων και έχει σημαντικές ομοιότητες με την πολιτική Παπαληγούρα, της κυβέρνησης Καραμανλή, μετά το 1974.


Τα βασικά σημεία αυτής της οικονομικής πολιτικής, μέχει τον Οκτώβρη του 1973, ήταν:

Υπέρμετρη δανειοδότηση της βιομηχανίας και του τουρισμού. Αυτό βοήθησε να αναπτυχθεί η υφαντουργία, η χημική βιομηχανία, η μεταλλουργία και άλλοι κλάδοι ελαφράς κυρίως βιομηχανίας. Αυξήθηκαν σημαντικά το τουριστικό, το ναυτιλιακό και το μεταναστευτικό συνάλλαγμα καλύπτοντας ως ένα βαθμό το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου. Το τουριστικό συνάλλαγμα τετραπλασιάστηκε μεταξύ των ετών 1968 και 1971.

Υψηλές δημόσιες δαπάνες που κυρίως μέσω του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και έργων υποδομής υποβοήθησαν την κερδοφορία του κεφαλαίου. Μεγάλη αύξηση υπήρξε στις δαπάνες για την εσωτερική ασφάλεια ενώ παραδόξως μειώθηκαν οι δαπάνες για την εθνική άμυνα (το 1970 ήταν 2,8% του ΑΕΠ, ενώ πριν τη χούντα ήταν 4%-6%).

Τόνωση των ιδιωτικών επενδύσεων και προπαντός της οικοδομικής δραστηριότητας που γνώρισε εντυπωσιακή αύξηση μέσω του μοναδικής εμπνεύσεως θεσμού της αντιπαροχής. Όπως σημειώνει ο Ν. Ψυρούκης στην Ιστορία του (1991), το 1969 η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα στον καπιταλιστικό κόσμο από άποψη κατασκευής οικοδομών ανά κάτοικο.

Σημαντικά προνόμια στο ξένο κεφάλαιο που έλαβαν και συνταγματική μορφή με το «Σύνταγμα» του 1968, που κατοχύρωνε τα προνόμια αυτά ως ιερά και απαραβίαστα από μελλοντικές κυβερνήσεις που πιθανά να τα επανεξέταζαν. Εδώ ας σημειώσουμε ότι γίνεται συχνά λόγος για το ληστρικό χαρακτήρα των ξένων επενδύσεων στη χώρα. Το ληστρικό και χαριστικό στοιχείο στη μεταχείριση των επενδυτών αφορούσε και ελληνικά κεφάλαια (Νιάρχος, Λάτσης, Ωνάσης κλπ.) και εν τέλει η διαδικασία αυτή εγγράφονταν και αφομοιώνονταν από την εσωτερική εθνική καπιταλιστική ανάπτυξη με κύρια πλευρά την μέγιστη εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού.

Υπέρογκος εξωτερικός δανεισμός, που υπολογίζεται ότι τα δάνεια της επταετίας ήταν 3 φορές το σύνολο των δανείων από ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους ως το 1967.

Υπέρμετρη δανειοδότηση της βιομηχανίας και του τουρισμού. Αυτό βοήθησε να αναπτυχθεί η υφαντουργία, η χημική βιομηχανία, η μεταλλουργία και άλλοι κλάδοι ελαφράς κυρίως βιομηχανίας. Αυξήθηκαν σημαντικά το τουριστικό, το ναυτιλιακό και το μεταναστευτικό συνάλλαγμα καλύπτοντας ως ένα βαθμό το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου. Το τουριστικό συνάλλαγμα τετραπλασιάστηκε μεταξύ των ετών 1968 και 1971.

Υψηλές δημόσιες δαπάνες που κυρίως μέσω του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και έργων υποδομής υποβοήθησαν την κερδοφορία του κεφαλαίου. Μεγάλη αύξηση υπήρξε στις δαπάνες για την εσωτερική ασφάλεια ενώ παραδόξως μειώθηκαν οι δαπάνες για την εθνική άμυνα (το 1970 ήταν 2,8% του ΑΕΠ, ενώ πριν τη χούντα ήταν 4%-6%).

Τόνωση των ιδιωτικών επενδύσεων και προπαντός της οικοδομικής δραστηριότητας που γνώρισε εντυπωσιακή αύξηση μέσω του μοναδικής εμπνεύσεως θεσμού της αντιπαροχής. Όπως σημειώνει ο Ν. Ψυρούκης στην Ιστορία του (1991), το 1969 η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα στον καπιταλιστικό κόσμο από άποψη κατασκευής οικοδομών ανά κάτοικο.

Σημαντικά προνόμια στο ξένο κεφάλαιο που έλαβαν και συνταγματική μορφή με το «Σύνταγμα» του 1968, που κατοχύρωνε τα προνόμια αυτά ως ιερά και απαραβίαστα από μελλοντικές κυβερνήσεις που πιθανά να τα επανεξέταζαν. Εδώ ας σημειώσουμε ότι γίνεται συχνά λόγος για το ληστρικό χαρακτήρα των ξένων επενδύσεων στη χώρα. Το ληστρικό και χαριστικό στοιχείο στη μεταχείριση των επενδυτών αφορούσε και ελληνικά κεφάλαια (Νιάρχος, Λάτσης, Ωνάσης κλπ.) και εν τέλει η διαδικασία αυτή εγγράφονταν και αφομοιώνονταν από την εσωτερική εθνική καπιταλιστική ανάπτυξη με κύρια πλευρά την μέγιστη εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού.

Υπέρογκος εξωτερικός δανεισμός, που υπολογίζεται ότι τα δάνεια της επταετίας ήταν 3 φορές το σύνολο των δανείων από ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους ως το 1967.

Προς το τέλος του 1973 η ελληνική οικονομία «βυθίστηκε» σε μια κρίση που βάθαινε κατά τη διάρκεια του 1974 και λιγότερο το 1975. Η ελληνική οικονομία είχε πληθωρισμό 15,5% το 1973 που το 1974 έφτασε στα 26,9% και με έντονα διαρθρωτικά προβλήματα. Η ξέφρενη κούρσα ανάπτυξης, που ξεκίνησε στην αρχή δεκαετίας του ’50 και τερματίστηκε με την κρίση υπερσυσσώρευσης του 1973 δεν σημαίνει ότι «θεράπευσε» κάθε αδυναμία της.
Οι προσπάθειες αρχικά του Μαρκεζίνη (Οκτώβρης 1973) και στη συνέχεια του Ανδρουτσόπουλου (ως πρωθυπουργού και υπουργού Συντονισμού και Οικονομικών από το Δεκέμβρη του 1973) απέτυχαν να αντιστρέψουν την «κατρακύλα» που είχε αρχίσει. Μπορεί ο πληθωρισμός να άρχισε να μειώνεται αλλά βάθυνε ακόμη περισσότερο η οικονομική ύφεση. Τα προβλήματα που συσσωρεύονταν στην ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού καθιστούσαν αναγκαία την παράδοση της σκυτάλης.



2. Φορολογικός παράδεισος για το Κεφάλαιο


Ο Γ. Παπαδόπουλος προς τους εφοπλιστές (18-3-1968) υπόσχεται:
«Θα σας παράσχω ως κράτος παν το οποίον θα εζητούσατε».

Κι είναι αλήθεια ότι ο Ωνάσης, ο Νιάρχος και αρκετοί άλλοι ευνοήθηκαν σκανδαλωδώς και μετέφεραν την έδρα των εταιρειών τους στην Αθήνα για να επωφεληθούν από τα φορολογικά προνόμια για τη ναυσιπλοϊα - αναγκαστικός νόμος 465/1968 - καθώς και τα προνόμια του νόμου για την εγκατάσταση ξένων επιχειρήσεων στην Ελλάδα - αναγκ. Νόμος 578/1968 και 89/1969.

Άλλοι μεγάλοι κερδισμένοι του στρατιωτικού καθεστώτος ήταν ο Πάππας της ΕΣΣΟ – Πάππας, ο τραπεζίτης Ανδρεάδης, η αμερικανική Λίττον κλπ.

Οι δικτάτορες βρισκόμενοι στην εξουσία σε μια ευνοϊκή διεθνή οικονομική συγκυρία , έστω και στο τέλος της – και παρά την ασχετοσύνη τους περί τα οικονομικά, καμάρωναν για τα επιτεύγματά τους στην οικονομία. Στηρίχτηκαν και στον παλιό αστικό μύθο που βλέπει σαν έργο μιας κυβέρνησης ό,τι θετικό παρουσιάζεται στην οικονομική εξέλιξη μιας χώρας, αγνοώντας σκόπιμα ότι η καπιταλιστική οικονομία δεν «τιθασεύεται» εύκολα και μόνο οριακά αποτελέσματα φέρνει η πολιτική διαχείριση. Τρανή απόδειξη αποτελεί η αιώνια αδυναμία των αστικών πολιτικών να αναχαιτίσουν τις καπιταλιστικές κρίσεις.

Η χούντα έκανε και κάποιες κινήσεις για να οικοδομήσει συμμαχίες με μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού. Για παράδειγμα χάρισε τα χρέη των αγροτών (30-3-1968), απελευθέρωσε όλους τους επιχειρηματίες που ήταν κρατούμενοι για χρέη (19-9-1968), χρηματοδότησε σε ποσοστό 80%-90% την οικοδομική και την τουριστική δραστηριότητα, σχεδίασε μεγάλη προπαγανδιστική εκστρατεία με σλόγκαν το «αγοράζετε ελληνικά» κλπ.
Για τους εργάτες, όπως προέβλεπε ο αναγκ. Νόμος 99/1968, επιτρεπόταν να απολυθούν εάν παράβαιναν τις κρατούσες εθνικές αντιλήψεις και τις εθνικές παραδόσεις καθώς επίσης και αν παρατηρούνταν «ανάρμοστος και αντιπειθαρχική συμπεριφορά του μισθωτού προς τον εργοδότη».



Ο Τομ Πάπας με το δικτάτορα Παπαδόπουλο.
Η. Η ΕΣΣΟ ΠΑΠΑΣ

Οταν το 1968 ο υποψήφιος πρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον ανακοίνωσε ότι όρισε ως υποψήφιο αντιπρόεδρό του τον ελληνοαμερικανό κυβερνήτη του Μέριλαντ, Σπύρο Αγκνιου, η «Ουάσιγκτον Πόστ» έγραψε στην πρώτη της σελίδα ότι «αυτός ήταν ο πιο εκκεντρικός πολιτικός διορισμός από τότε που ο ρωμαίος αυτοκράτορας Καλιγούλας ονόμασε το άλογό του σύμβουλό του».

Τότε, ο αμερικανικός τύπος αγνοούσε το γεγονός ότι ο «εκκεντρικός» αυτός διορισμός ήταν μέρος μια μεγάλης διαπλοκής, που είχε ως πρωταγωνιστή τον επίσης ελληνοαμερικανό μεγιστάνα Τομ Πάπας.
Ο Νίξον, με την απόφασή του εκείνη, ξεπλήρωσε οφειλόμενα γραμμάτια προς τον Τομ Πάπας, ο οποίος είχε τόση ισχύ, που ήταν σε θέση να διορίζει τον αντιπρόεδρο μιας υπερδύναμης. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η δύναμη του Τομ Πάπας στην Ελλάδα, όπου, με εξαίρεση την περίοδο της Ενωσης Κέντρου, επηρέαζε σε σημαντικό βαθμό τις αποφάσεις όλων των κυβερνήσεων, από το 1960 έως το 1980.

Ο Τομ Πάπας αντλούσε τη δύναμή του από τη δεινή ικανότητα που είχε να διαπλέκει τα οικονομικά με τα πολιτικά συμφέροντα και να αξιοποιεί στο έπακρο τις διασυνδέσεις που είχε με τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, από τη δεκαετία του 1950. Κατά δική του ομολογία, σε συνέντευξη στον Φρέντι Γερμανό, υπήρξε συνεργάτης της CIA και ήταν «πολύ περήφανος» γι' αυτό. «Εργάστηκα για την CIA κάθε φορά που μου ζητήθηκε η βοήθειά μου», είπε. Σύμφωνα με στοιχεία που κατατέθηκαν στο Κογκρέσο, κατά τη διάρκεια της διερεύνησης του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ, η οικογένεια Πάπας είχε τρεις φιλανθρωπικές οργανώσεις, απαλλαγμένες από την καταβολή φόρων. Αυτά τα τραστ χρησιμοποιούνταν ως κανάλια για τις χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων της CIA στο εξωτερικό.

Από την εποχή του Αϊκ


Ο Τομ Πάπας είχε προσωπική σχέση με τον στρατηγό Αϊζενχάουερ και ήταν μέλος της επιτροπής χρηματοδότησής του, στις προεδρικές εκλογές του 1952. Ηταν τότε που γνωρίστηκε με τον Νίξον, ο οποίος ήταν αντιπρόεδρος του Αϊζενχάουερ. Ο Πάπας ήταν μέλος της επιτροπής χρηματοδότησης του Νίξον, στις εκλογές του 1960, όταν ο τελευταίος διεκδίκησε τις εκλογές με αντίπαλο τον Τζον Κένεντι. Οταν έχασε τις εκλογές, ο Νίξον αποχώρησε από την πολιτική και ο Τομ Πάπας ήρθε στην Ελλάδα και δημιούργησε την οικονομική αυτοκρατορία του. Ο Τομ Πάπας συνήψε συμβάσεις με την τότε κυβέρνηση Καραμανλή, για επενδύσεις 125 εκατομμυρίων δολαρίων σε διάφορους τομείς και κυρίως τη διύλιση πετρελαίου. Ιδρυσε την ESSO-PAPAS και εξασφάλισε τη σχεδόν αποκλειστική εκμετάλλευση της εσωτερικής αγοράς καυσίμων.

Η Ενωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου θεωρούσε τις συμβάσεις αυτές αποικιακές και όταν κέρδισε τις εκλογές, επέβαλε στον Πάπας την επαναδιαπραγμάτευσή τους. Ο Πάπας αντέδρασε έντονα και πίεζε την ελληνική κυβέρνηση, μέσω των διασυνδέσεων που είχε με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, να σταματήσει τις «σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις» στην ελληνική οικονομία.

Τελικά, το φθινόπωρο του 1964, η κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου υποχρέωσε τον Τομ Πάπας να υπογράψει νέα βελτιωτική υπέρ του Δημοσίου σύμβαση με την ΕΣΣΟ - PAPAS. Τη νέα συμφωνία υπέγραψε ο αναπληρωτής υπουργός Συντονισμού Αντρέας Παπανδρέου.

Ο Τομ Πάπας κήρυξε ανελέητο πόλεμο κατά του Παπανδρέου. Τελικά, συνέπραξε με τους αντιπάλους του στην Ενωση Κέντρου και συνέδραμε στην ανατροπή της κυβέρνησής του, κατά την αποστασία του 1965.

Η νέα χρυσή εποχή του Πάπας στην Ελλάδα άρχισε με την κατάληψη της εξουσίας από τη χούντα. Τον Ιούνιο του 1967, δύο μήνες μετά την επιβολή της δικτατορίας, ο Νίξον επισκέφθηκε την Ελλάδα ως ιδιώτης. Ο Τομ Πάπας ήταν στο αεροδρόμιο, στην υποδοχή της πρώτης ξένης προσωπικότητας που επισκεπτόταν τη χώρα, μετά το πραξικόπημα.

Η επίσκεψη του Νίξον στην Ελλάδα, ο οποίος επανήλθε στην πολιτική και διεκδικούσε τις εκλογές ως υποψήφιος πρόεδρος στις εκλογές του 1968, αποτέλεσε την απαρχή μιας στενής σχέσης συνεργασίας μεταξύ Νίξον και χούντας, με μεσάζοντα τον Τομ Πάπας. Μέρος αυτής της συνεργασίας ήταν και η χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας του Νίξον από την ελληνική χούντα.

Σύμφωνα με στοιχεία που κατέθεσε στο αμερικανικό Κογκρέσο, ο αυτοεξόριστος στην Ουάσιγκτον έλληνας δημοσιογράφος, Ηλίας Π. Δημητρακόπουλος, η χούντα διοχέτευσε στο ταμείο της εκστρατείας του Νίξον 549.000 δολάρια σε μετρητά. Το ποσό αυτό προερχόταν από τα κονδύλια που η CIA διοχέτευσε στην ελληνική ΚΥΠ, για την αντικομμουνιστική της εκστρατεία. Η χρηματοδότηση γινόταν με εντολή του Παπαδόπουλου, μέσω του διοικητή της ΚΥΠ Μιχάλη Ρουφογάλη.

Με απλά λόγια, μέρος των χρημάτων που διέθετε η CIA στην ελληνική ΚΥΠ ξεπλένονταν μέσω του Τομ Πάπας, επέστρεφαν στην Αμερική και κατέληγαν στα ταμεία της προεκλογικής εκστρατείας του Νίξον. Καταθέτοντας σε κλειστή συνεδρία επιτροπής του Κογκρέσου, ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, Χένρι Τάσκα, ανέφερε «οφ δι ρέκορντ», ότι το 1968 ο Τομ Πάπας ενήργησε ως κανάλι για τη μεταφορά κονδυλίων, από την ελληνική κυβέρνηση για την καμπάνια του Νίξον.

Οπως στον υπόκοσμο


Οταν ο Νίξον κέρδισε τις εκλογές και ανέλαβε τα καθήκοντά του, άρχισε να ξεπληρώνει τα γραμμάτιά του προς τον Πάπας και τη χούντα. Τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ συνέπεσαν με τις εξαρτήσεις του Νίξον και τα οικονομικά συμφέροντα του Τομ Πάπας. Η συναλλαγή γινόταν με όρους και πρακτικές που δεν διέφεραν σε τίποτα από αυτές που μεταχειρίζεται ο υπόκοσμος. Το καθεστώς Παπαδόπουλου αγόραζε από τον Νίξον επιρροή και πλήρωνε με χρήματα της CIA, με μεσάζοντα τον Τομ Πάπας.

Ο Πάπας επέλεξε και πρότεινε στον Νίξον τον Χένρι Τάσκα ως νέο πρέσβη των ΗΠΑ στην Ελλάδα, μετά την παραίτηση του Φίλιπ Τάλμποτ, τον Ιανουάριο του 1968. Η παραίτηση του Τάλμποτ αποδίδεται σε σύγκρουση που είχε με τον Τομ Πάπας.

Ο Τάσκα εμφανίστηκε στην Αθήνα ως «ο άνθρωπος του προέδρου». Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν ο άνθρωπος του Τομ Πάπας. Δεχόταν τον Πάπας στο γραφείο του, στην Αθήνα, τρεις ή τέσσερις φορές την εβδομάδα. Ο Τομ Πάπας έγινε, μέσω του πρέσβη, η γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ Αθηνών και Στέιτ Ντιπάρτμεντ και εξαργύρωνε τη σχέση του αυτή με ελκυστικές συμβάσεις με το Δημόσιο.

«Αντάλλαγμα» η Κόκα-Κόλα

Από τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά «επιτεύγματά» του ήταν η εξασφάλιση άδειας για τη δημιουργία εργοστασίου εμφιάλωσης της Κόκα-Κόλα στην Ελλάδα. Η αμερικανική πολυεθνική προσπαθούσε για μια δεκαετία να μπει στην ελληνική αγορά, χωρίς αποτέλεσμα, λόγω της φοβίας που υπήρχε ότι θα ανταγωνιζόταν τα ελληνικά προϊόντα.

Στις οικονομικές του συναλλαγές με το καθεστώς, ο Τομ Πάπας διασύνδεσε και τον αδελφό του Νίξον, Ντόναλντ, ο οποίος συμμετείχε μαζί με τον Πάπας στην επιχείρηση «Marriot de Montis Α.Ε.», η οποία παρασκεύαζε τρόφιμα για τις αεροπορικές εταιρείες.

Ανθρωπος του Τομ Πάπας εθεωρείτο και ο πρωθυπουργός του καθεστώτος Ιωαννίδη, Α. Ανδρουτσόπουλος. Οι εξουσίες του, ωστόσο, ήταν περιορισμένες και «κυβερνούσε» στη σκιά του Ιωαννίδη, ο οποίος ήταν απρόσιτος και είχε τη φήμη του «αδιάφθορου». Αυτός θεωρείται ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Πάπας επεδίωκε με επιμονή, με τη συνδρομή του Τάσκα, να πείσει την Ουάσιγκτον για το σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον Καραμανλή («Κ.Ε.», 22.7.01)

Τα σχέδια του Πάπας παρέμειναν ανεκπλήρωτα μέχρι το καλοκαίρι του 1974, διότι ανατρέπονταν από τον Κίσινγκερ, ο οποίος είχε άλλα σχέδια για τον Ιωαννίδη..


Θ. Πώς ξεφούσκωσε το οικονομικό «θαύμα» των συνταγματαρχών

Oι συνταγματάρχες αγνοούσαν τα οικονομικά, μηδέ εξαιρουμένου του N. Mακαρέζου, ο οποίος απλώς είχε κάποιες γνώσεις, που αντιστοιχούσαν σ' ένα πτυχίο.

Στις 21 Aπριλίου 1967 «ο στρατός ανέλαβε την διακυβέρνησιν της χώρας διά να προλάβη τον εμφύλιον σπαραγμόν, να αποκαταστήση την τάξιν και να επαναφέρη την ενότητα του Eθνους». Στο πλαίσιο αυτής της... ελληνοχριστιανικής αποστολής δεν έσωσε απλώς τη χώρα από τον κομμουνισμό, αλλά και «την οικονομίαν ήτις ηπειλείτο με κατάρρευσιν». Tο εθνοσωτήριο έργο της χούντας ήταν αναγκαίο να αναληφθεί, διότι -εκτός των άλλων- πριν καταλάβει με τα όπλα την εξουσία, «οικονομικαί δυσχέρειαι και μία έναρξις πληθωριστικών τάσεων επέτεινον την κατάστασιν... H πρόοδος της χώρας είχεν ανασταλεί...».

Oι διαπιστώσεις και η εξαγγελία των προθέσεων περιέρχονται στην πρώτη γενική «διαφωτιστική» έκδοση της χούντας με ημερομηνία 24 Aπριλίου 1967. Tα μεν εθνικά και κοινωνικά προβλήματα είναι πολύ γνωστό πώς τα «έλυσαν». Mε τα οικονομικά, όμως, το ζήτημα παραδόξως είναι μπερδεμένο.

Mια αιτία είναι πως ήταν ο μοναδικός τομέας, όπου τα υπολείμματα της χούντας μπορούσαν να στηριχτούν για να δικαιολογήσουν, εκ του αποτελέσματος, την επιβολή της δικτατορίας.

Ευχαριστημένοι

Mια άλλη ήταν πως πραγματικά υπήρχε μια μερίδα πολιτών, χουντικών και μη, που υποστήριζε ότι «με τον Παπαδόπουλο περνούσαμε καλά». Aσφαλώς για μια απροσδιόριστη ποσοτικά μερίδα αυτό είναι γεγονός. Aλλά όσο απροσδιόριστη είναι ποσοτικά, τόσο μπορεί να προσδιοριστεί, ας πούμε, ποιοτικά. Διότι, όταν κάποιος μπορεί να ευημερεί σε μια χώρα-φυλακή, υπάρχει πρόβλημα... Ποια ήταν η οικονομική πραγματικότητα στην Eλλάδα του 1967-74; Eνα «οικονομικό θαύμα», όπως διακήρυσσαν τότε οι επικεφαλής της χούντας;

Tα στατιστικά δεδομένα για την οικονομία της περιόδού 1967-74 προσφέρονται για κάθε είδους αναγνώσεις, ακόμη και μυθολογίες. Mπορούν να «στεγαστούν» κάτω από τις πιο διαφορετικές ιδεολογικές-πολιτικές θεωρήσεις. Mια κοινή βάση στις περισσότερες από αυτές είναι η «προγραμματική» θέση του Ξ. Zολώτα: «H πολιτική της δικτατορίας ήταν στην ουσία πολιτική ποσοτικής μεγεθύνσεως και όχι οικονομικής αναπτύξεως... Aλλά η δομή της οικονομίας δεν βελτιώθηκε σε βαθμό άξιο λόγου και οι αδυναμίες της όξυναν τα προβλήματα».

Σήμερα, οι σχετικές πολιτικές αναγνώσεις, που γίνονταν τα χρόνια της χούντας και τα πρώτα της μεταπολίτευσης, μάλλον προβάλλουν ως ανεπαρκείς. Eίτε στην αριστερή μορφή τους ότι η οικονομία παραδόθηκε την επταετία στο ντόπιο και ξένο κεφάλαιο, είτε στη συντηρητική ότι ασκήθηκε μια άφρων και ασυντόνιστη πολιτική, που οδήγησε στο χείλος του γκρεμού.

Προσεγγίσεις

Aν και όλα αυτά μαζί ισχύουν, προβάλλουν και νέες προσεγγίσεις, οι οποίες δεν αναιρούν κατ ανάγκην τις παλιότερες, αλλά κινούνται σ' ένα διαφορετικό πλαίσιο. Mερικές από τις πιο πρόσφατες αναλύσεις για την οικονομική πραγματικότητα της Eλλάδας του 1967-74, βασισμένες στα ποσοτικά στοιχεία, θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής:

1. H ελληνική οικονομία συνέχισε τα χρόνια 1967-74 να πορεύεται στην ίδια κατεύθυνση που είχε χαραχθεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Oι δικτάτορες δεν δοκίμασαν να κάνουν κάτι καινούργιο. Eπιχείρησαν όμως να επιταχύνουν την πορεία. Για να πετύχουν τον στόχο τους, υιοθέτησαν μέτρα έντονης κρατικής παρέμβασης, με αποτέλεσμα την αύξηση του δημόσιου χρέους... Nα προσελκύσουν το ξένο κεφάλαιο και να αυξήσουν τους άδηλους πόρους. H προσπάθεια για επιτάχυνση επέφερε υπερθέρμανση. Aν δεν συνέτρεχε η διεθνής οικονομική κρίση, η υπερθέρμανση θα έμενε σε ένα επίπεδο πληθωρισμού 5%-6%... Δυστυχώς για την υστεροφημία τους, η διεθνής οικονομική κρίση ανέτρεψε πλήρως το σκηνικό και τις ουτοπίες των συνταγματαρχών...(E. Xεκιμόγλου).

2. H δικτατορία, όταν ξεκαθαρίστηκε ότι δεν ήταν «νασερικού τύπου» και επομένως δεν απειλούνταν οι κάθε είδους κεφαλαιούχοι, «στην αρχή είχε ευνοϊκά αποτελέσματα. Mετά το 1972, όμως, παρουσιάστηκαν πληθωριστικά φαινόμενα... H χούντα στην προσπάθειά της να επιτύχει ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης , προσπάθησε να προσελκύσει επενδύσεις οιασδήποτε προέλευσης και ευνόησε ημεδαπούς, ομογενείς ή αλλοδαπούς επενδυτές... Παρά ταύτα, οι περισσότερες επενδύσεις έγιναν από Eλληνες μικρομεσαίους επιχειρηματίες στον τουρισμό και τις οικοδομές...». Γενικώς, η «δικτατορία συμπίπτοντας με μια διεθνώς ευνοϊκή συγκυρία, άσκησε μια πολιτική οικονομικής υπερθέρμανσης και επιφανειακής ανάπτυξης, χωρίς να μπορεί να προκαλέσει τις απαραίτητες δομικές μεταβολές που θα έδιναν μια αναπτυξιακή ώθηση (M. Mελετόπουλος).

3. Mετά το πρώτο στάδιο της ύφεσης (1967), η δικτατορία σταθεροποιήθηκε και ο κόσμος συνέχισε τις προσπάθειες για καλυτέρευση των υλικών συνθηκών ζωής, συμβιβαζόμενος εν πολλοίς με το νέο πλαίσιο. Tο τελευταίο ήταν ασφυκτικό από πολιτική άποψη, όχι από οικονομική. Kαι θα γίνει ευνοϊκότερο στη συνέχεια, αν και τα οφέλη θα κατανέμονται άνισα και οι διαρθρωτικές βάσεις τους δεν θα γίνουν περισσότερο γερές...

Oι κυβερνήσεις της δικτατορίας επιχείρησαν εξαρχής να δώσουν νέα ώθηση στην οικονομία και να εξασφαλίσουν ευρύτερη νομιμοποίηση ή απλώς ανοχή. Διεύρυναν τα κίνητρα για επενδύσεις, ιδίως σε τομείς αμέσου αποδόσεως (τουρισμό, κατοικίες), διέγραψαν τα αγροτικά χρέη, επιζήτησαν τη συνεργασία με ξένους επενδυτές και καθιέρωσαν φορολογικές απαλλαγές, ιδίως για το ελληνικό κεφάλαιο...». (Π. Kαζάκος)

Αναγκαία η συνεργασία με εταιρείες

Εγγυήσεις σε επιχειρηματίες από το καθεστώς. Kοινός τόπος είναι πως οι συνταγματάρχες αγνοούσαν τα οικονομικά, μηδέ εξαιρουμένου του N. Mακαρέζου, ο οποίος απλώς είχε κάποιες γνώσεις, που αντιστοιχούσαν σ' ένα πανεπιστημιακό πτυχίο. Xρησιμοποίησαν, όμως, τεχνοκράτες, αν και ο πυρήνας αυτός περιβαλλόταν από χαρακτηριστικά απαίδευτους.

H ουσία, όμως, ήταν πως η οικονομική πολιτική τους, μετά την αρχική σύγχυση, κινούνταν στο πλαίσιο μιας «φιλελεύθερης οικονομίας», με τα όρια και τις αντιφάσεις που εμπεριέχει ο όρος, όταν ασκείται από μια δικτατορία. Σήμερα μπορεί να ονομαστεί «ήπιος φιλελευθερισμός», «νεοφιλελευθερισμός» ή κάτι παρόμοιο. Tον χαρακτήρα αυτό είχε επισημάνει από πολύ νωρίς ο I. Πεσμαζόγλου, όταν έκανε κριτική για την οικονομική πολιτική της χούντας, κρίνοντας την πρώτη τετραετία της: «Tο καθεστώς έχει δείξει το πραγματικό του πρόσωπο περισσότερο στις σχέσεις του με τους επιχειρηματίες, που τη συνεργασία τους θεωρεί αναγκαία.

Προσέλκυση

Eπιδίωξε την προσέλκυση του τμήματος αυτού του πληθυσμού, μέσω του ισχυρισμού ότι οι νέοι κυβερνήτες είναι οι μόνοι εγγυητές της τάξης και ασφάλειας, και συνεπώς και των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας και της ιδιωτικής επιχείρησης. Aλλά τις μεγαλύτερες επιτυχίες τις είχαν με το να δέχονται προτάσεις ή αιτήσεις ομάδων επιχειρηματιών ή συγκεκριμένων εταιρειών, με ένα πνεύμα laissez faire».

Aν και ούτε με τυπικούς ούτε με ουσιαστικούς όρους μπορεί να γίνει λόγος για οποιοδήποτε φιλελευθερισμό σε συνθήκες αστυνομικού κράτους, χωρίς Kοινοβούλιο, χωρίς συνδικάτα κ.λπ. Tη φιλοσοφία του εξέφρασε άψογα ο δικτάτορας Παπαδόπουλος όταν προειδοποιούσε (Δεκέμβριος 1969): «O ελληνικός λαός πρέπει να μάθει να τρώει λιγότερο, να δουλεύει περισσότερο και να απαιτεί λιγότερα»!

ΤΑ ΣΚΑΝΔΑΛΑ

Απολαβές και «ασυλία» 

Το πρώτο πράγμα που φρόντισαν να κάνουν οι ηγέτες της χούντας ήταν να αβγατίσουν τα εισοδήματά τους -σε σχέση όχι μόνο με τους έως τότε δημοσιοϋπαλληλικούς μισθούς τους, αλλά και με τις απολαβές της ανατραπείσας κοινοβουλευτικής «φαυλοκρατίας». Με τον Α.Ν. 5 του 1967, ο μισθός του πρωθυπουργού υπερδιπλασιάστηκε (από 23.600 σε 45.000 δρχ), των υπουργών και υφυπουργών αυξήθηκε από 22.400 σε 35.000 δρχ, ενώ θεσπίστηκαν -για πρώτη φορά- ημερήσια «εκτός έδρας» 1.000 και 850 δρχ αντίστοιχα («Πολιτικά Θέματα» 5/10/73).
Ακολούθησαν κι άλλες «τακτοποιήσεις», όπως η καταχρηστική στεγαστική αποκατάσταση «αξιωματικών διαδραματισάντων εξέχοντα ρόλον» στο πραξικόπημα με ειδική ρύθμιση του 1970 («Πολιτικά Θέματα» 8/2/75).
Οι δικτάτορες θεσμοθέτησαν τέλος τη μελλοντική ασυλία τους, με ρυθμίσεις που κάνουν τα σημερινά κουκουλώματα να μοιάζουν με παιδικό παιχνίδι. Η χουντική νομοθεσία «περί ευθύνης υπουργών» (Ν.Δ. 802 της 30/12/1970) περιείχε «μεταβατική διάταξη» (§ 48) βάσει της οποίας δίωξη υπουργού ή υφυπουργού της χούντας μπορούσε να γίνει μόνο με απόφαση των... συναδέλφων του. Επιπλέον, όλα τα «εγκλήματα διά τα οποία δεν ησκήθη ποινική δίωξις μέχρι της ημέρας συγκλήσεως» της μελλοντικής Βουλής θεωρούνταν αυτομάτως παραγεγραμμένα!
Προϋπόθεση για την ατιμωρησία συνιστούσε, φυσικά, η επιτυχία της ελεγχόμενης επιστροφής στον κοινοβουλευτισμό «αλά τουρκικά». Η εξέγερση του Πολυτεχνείου τίναξε όμως το εγχείρημα στον αέρα, με αποτέλεσμα τον κάθετο θεσμικό διαχωρισμό της μεταπολίτευσης απ' το προηγούμενο καθεστώς.

Υπόθεση Μπαλόπουλου

Το μόνο σκάνδαλο που εκκαθαρίστηκε δικαστικά επί χούντας αποκαλύφθηκε για λόγους προπαγανδιστικής «νομιμοποίησης» της ανατροπής του Παπαδόπουλου απ' τον Ιωαννίδη. Πρόκειται για την (κυριολεκτικά δύσοσμη) «υπόθεση των κρεάτων», με βασικούς κατηγορούμενους τον πρώην υφυπουργό Εμπορίου Μιχαήλ Μπαλόπουλο και τον γεν. διευθυντή του υπουργείου (και διορισμένο πρόεδρο της ΑΔΕΔΥ) Ζαφείριο Παπαμιχαλόπουλο.
Το κατηγορητήριο αφορούσε ποικίλες παρανομίες, με κυριότερη τη «δωροληψία κατά συρροήν» από μεγαλεμπόρους για τη μονοπωλιακή εξασφάλιση αδειών εισαγωγής κρέατος -με αποτέλεσμα παράνομες ανατιμήσεις («καπέλα») σε βάρος των καταναλωτών. Επιμέρους πτυχή του σκανδάλου συνιστούσε η απαγόρευση διάθεσης ντόπιων ζώων, ώστε να πουληθούν τα προβληματικά κρέατα Αργεντινής που «μαύριζαν» και «δεν τάθελε ο κόσμος». Στη δίκη πρόκυψε ανάμιξη του Παττακού -αναγνώστηκε, μάλιστα, και διαταγή του (21/9/72) «όπως διατεθούν το ταχύτερον εις την κατανάλωσιν» τα επίμαχα προϊόντα.
Ο Μπαλόπουλος καταδικάστηκε σε 3,5 χρόνια φυλάκιση, ποινή που το 1976 μειώθηκε σε 14 μήνες. Δεν διώχθηκε, αντίθετα, για την επίδοση που τον έκανε ευρύτερα διάσημο: το «μπαλόσημο» που (φέρεται να) εισέπραττε ως γραμματέας του ΕΟΤ, με το παρατσούκλι «ο κύριος 10%».
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχετικές ημερολογιακές εγγραφές του διπλωμάτη Γεωργίου Χέλμη, γαμπρού του Μαρκεζίνη. «Φαίνεται πως συνελήφθη ο Μπαλόπουλος, πρώην του Τουρισμού, για οικονομικά σκάνδαλα και καταδιώκεται ο Παύλου, γαμπρός του Παττακού, επίσης για οικονομικά σκάνδαλα (υπόθεσις κρεάτων)», σημειώνει στις 21/1/74, για να συμπληρώσει στις 5/2:

«Για τα σκάνδαλα, πιστεύει ο Μομφεράτος ότι τίποτε δεν πρόκειται να προωθήσουν, διότι φοβούνται να έλθουν εις αντιθέσεις και, άλλωστε, δεν έχουν μάρτυρες να καταθέσουν». Με τη δημοσιοποίηση της δίωξης, εκτιμά, τέλος, «ότι κατά την δίκη θα προκύψουν και στοιχεία για άλλες υποθέσεις (ίσως σκάνδαλα στον τουρισμό κ.ά.)»
 («Ταραγμένη διετία», Αθήνα 2006, σ. 123, 129 & 161).


Η «νέα φαυλοκρατία» 

Η δυσοσμία δεν περιοριζόταν ωστόσο στα κρέατα. Επτά μήνες μετά το πραξικόπημα ο εκδότης του «Ελεύθερου Κόσμου» και κεντρικός προπαγανδιστής της χούντας,  Σάββας Κωσταντόπουλος εξομολογείται γραπτά στον παλιό του πάτρωνα Κωνσταντίνο Καραμανλή:

«Λυπούμαι, διότι είμαι υποχρεωμένος να μνημονεύσω και ένα άλλο εκτάκτως λυπηρόν φαινόμενον. Ενεφανίσθη και αναπτύσσεται μία νεο-φαυλοκρατία (ατομικά ρουσφέτια, προσωπικαί εξυπηρετήσεις, τακτοποιήσεις συγγενών, ατομική προβολή κ.ο.κ.)»
(«Αρχείο Καραμανλή», τ. 7ος, σ. 50).

Παρά τη στενή σχέση του με το καθεστώς, ο Κωσταντόπουλος διατήρησε την ίδια γνώμη μέχρι τέλους. Αναλύοντας το Δεκέμβριο του 1973 στον Καραμανλή την ανατροπή του Παπαδόπουλου, τονίζει πως:

 «είχε υποστεί το καθεστώς και αυτός προσωπικώς ηθικήν φθοράν εις την συνείδησιν των Ενόπλων Δυνάμεων. Μεγάλην ζημίαν τού έκαμε η σύζυγός του και ο ταξίαρχος Μ. Ρουφογάλης, τον οποίον είχε τοποθετήσει εις την ΚΥΠ. Εκαμαν προκλητικάς ενεργείας (εντυπωσιακοί γάμοι, θορυβώδεις δεξιώσεις, δημόσιαι εμφανίσεις με μεγαλοπλουσίους, επίδειξις πλούτου κ.λπ.). Μοιραίον ρόλον έπαιξαν και οι γαμβροί ωρισμένων παραγόντων του καθεστώτος (του κ. Σ. Παττακού και άλλων). Εδημιουργήθη μία αποπνικτική ατμόσφαιρα σκανδάλων διά την οποίαν δεν δυνάμεθα ακόμη να γνωρίζωμεν μέχρι ποίου σημείου ανταπεκρίνετο εις την πραγματικότητα. Πάντως, αντιστοιχία υπήρχε οπωσδήποτε» (όπ.π., σ. 203-205).

Παρόμοια αίσθηση αναδύουν κι οι επιστολές του «γεφυροποιού» Ευάγγελου Αβέρωφ προς τον Καραμανλή:
 «Κυκλοφορούσαι φήμαι περί μεγάλων ή μικρών σκανδάλων (δημοπρασίαι τηλεοράσεως, ΟΛΠ, σύμβασις Reynold's, βέβαιοι μικρολοβιτούραι Ματθαίου και άλλα)» (14/10/68), «ανησυχία» του Παπαδόπουλου για «τα γύρω του σκάνδαλα, το ξεχαρβάλωμα της Διοικήσεως» (28/10/72).

Ιδια αίσθηση και στη συνομιλία του νεαρού -τότε- πολιτικού επιστήμονα Θεόδωρου Κουλουμπή με τον παλαίμαχο μεταξικό υπουργό Ασφαλείας, Κωνσταντίνο Μανιαδάκη (27/8/71):

 «Και για το στρατό; τον ρώτησα. Η απάντησή του ήταν να τρίψει τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού, υπονοώντας ότι δωροδοκούνται» («Σημειώσεις ενός πανεπιστημιακού», σ. 116-117).

Ειδική πτυχή της «νεοφαυλοκρατίας» αποτέλεσε η ποικιλότροπη «τακτοποίηση» του συγγενικού περιβάλλοντος των δικτατόρων: 

* Ο Μακαρέζος διόρισε υπουργό Γεωργίας (κι αργότερα Βορείου Ελλάδος) τον κουνιάδο του, Αλέξανδρο Ματθαίου.  «Αι βέβαιοι μικρολοβιτούραι του Ματθαίου» συμπεριλαμβάνονταν στα πολλά συμπτώματα διαφθοράς του καθεστώτος, που διέγνωσε και κοινοποίησε με επιστολή του στον Κ. Καραμανλή ο γνωστός «γεφυροποιός», Ευάγγελος Αβέρωφ (Οκτώβριος 1968). Κατά τα φαινόμενα, όμως, ο Ματθαίου ήταν … περιστεράκι εν συγκρίσει προς δυο άλλους «εθνοσωτήρες». Τον Ιωάννη Λαδά και το Μιχάλη Ρουφογάλη.

* Ο Λαδάς έκανε τον ένα ξάδερφό του διοικητή της ΑΣΔΕΝ και τον άλλο γ.γ. Κοινωνικών Υπηρεσιών. Ο Λαδάς απέκτησε το σκωπτικό προσωνύμιο «κύριος καθαρά χέρια», χάρη στη ροπή του προς τα … θαλασσοδάνεια. Ο Ρουφογάλης, αρχηγός της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, έγινε διάσημος για δυο βασικές συνήθειές του. Η πρώτη: Με τη γυναίκα του Ντέλλα, φωτομοντέλο που νυμφεύθηκε το ’73, επιδόθηκαν σε «θορυβώδεις δεξιώσεις, δημοσίας εμφανίσεις με μεγαλοπλουσίους, επίδειξιν πλούτου» (εκφράσεις του Σάββα Κωσταντόπουλου). Η άλλη συνήθεια: Η εξασφάλιση δανειοδοτήσεων σε «ημετέρους», φυσικά με επιβάρυνση των κρατικών τραπεζών. Στην πρώιμη μεταπολιτευτική περίοδο, τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 1974, το περιοδικό «Ταχυδρόμος» αποκάλυψε δυο σχετικά έγγραφα του Ρουφογάλη. Μια κατηγορία δανείων αναφερόταν ως «χαριστικά και επισφαλή». Στα «χορηγηθέντα» δάνεια καταγραφόταν ποσό άνω του 1,5 δισεκατομμυρίου και στα «υπό έγκρισιν» πάνω του 1,6 δισεκατομμυρίου δρχ.

* Ο γαμπρός του Παττακού Αντρέας Μεϊντάσης επιδόθηκε σε μπίζνες με το Δήμο Αθηναίων -από την κατασκευή του υπόγειου γκαράζ της Κλαυθμώνος μέχρι μια τεχνική μελέτη αξιοποίησης δημοτικού ακινήτου, ύψους 1.109.000 δρχ.

* Τα αδέρφια του αρχηγού βολεύτηκαν κι αυτά. Ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος ως στρατιωτικός ακόλουθος, γ.γ. του υπ. Προεδρίας, περιφερειακός διοικητής Αττικής και «υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ». Ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος αναρριχήθηκε αστραπιαία στην υπαλληλική ιεραρχία για να αναλάβει γ.γ. Δημ. Τάξεως. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα βαθμοφόρου υφισταμένου του, «μένει γνωστός σαν "μπον φιλέ" γιατί, τυλιγμένος σε χειμωνιάτικο παλτό, τρέχει νύκτα μαζί με αξιωματικούς αστυνομίας πόλεων στα καμπαρέ σαν γκάγκστερς και τρώγουν φιλέτο» (Αλέξανδρος Δρεμπέλας, «Ο θρήνος του χωροφύλακα», Αθήνα 1998, σ. 118).

 Δανειοδοτήσεις ημετέρων

Ειδική κατηγορία σκανδάλων συνιστούν οι ανεξέλεγκτες δανειοδοτήσεις «ημετέρων». Τον πρώτο καιρό μετά τη μεταπολίτευση το θέμα απασχόλησε επανειλημμένα τα ΜΜΕ, για προφανείς όμως λόγους οι σχετικές κατηγορίες ουδέποτε ερευνήθηκαν σε βάθος. Αποκαλυπτικά είναι δύο έγγραφα του τότε αρχηγού της ΚΥΠ Μιχαήλ Ρουφογάλη που αποκάλυψε ο «Ταχυδρόμος» (29/8 και 12/9/74), με το ενδοκαθεστωτικό φακέλωμα «δανείων άτινα θεωρούνται χαριστικά ή επισφαλή», καθώς και των παραγόντων που «παρενέβησαν» για τη χορήγησή τους. Το συνολικό ύψος των «χορηγηθέντων» δανείων ήταν 1.519.000.000 δρχ. και των «υπό έγκρισιν» 1.644.000.000 δρχ. 

Ενδιαφέρουσα και η εμπιστευτική ενημέρωση του Χαρίλαου Χατζηγιάννη, προσωπικού φίλου του δικτάτορα, προς τον αυλάρχη του εξόριστου βασιλιά Κωνσταντίνου (25/11/70): «Αυξάνεται η επιρροή της Δέσποινας (Παπαδοπούλου), του Ρουφογάλη και του Φραγκίστα. Η Δέσποινα ανακατεύεται σε όλα και, αναμφισβήτητα, επηρεάζει τον άντρα της. Ακόμη και η κόρη της παίζει ρόλο. Μιλούν και για οικονομικά συμφέροντα. Ο Λαδάς φώναξε τον Χατζηγιάννη και του συνέστησε, φιλικά, να διαφωτίσει τον Παπαδόπουλο»

(Λεωνίδας Παπάγος, «Σημειώσεις 1967-1977», Αθήνα 1999, σ. 296).


Η ντόλτσε βίτα 

Την εικόνα συμπληρώνουν, από διαφορετική οπτική γωνία, οι αναμνήσεις της Ντέλλας Ρουφογάλη, φωτομοντέλου που το 1973 παντρεύτηκε τον διοικητή της ΚΥΠ:

«Αρχίζω να ράβω την καινούρια μου γκαρνταρόμπα στους μετρ της ραπτικής για τους οποίους μέχρι τώρα έκανα επιδείξεις. Η ζωή μου έχει αλλάξει τελείως, το ίδιο και η συμπεριφορά όλων απέναντί μου. Μου φέρονται με έκδηλο σεβασμό και τα κοπλιμέντα τους είναι υπερβολικά. Αλλά μου αρέσει. Εγώ εξακολουθώ να φέρομαι φιλικά προς τους παλιούς γνωστούς και τους καινούριους, πλούσιους φιλοχουντικούς επιχειρηματίες που πληθαίνουν μέρα με τη μέρα μαζί με τα ραβασάκια για ρουσφέτια. Αισθάνομαι πως έχω υποχρέωση να εξυπηρετήσω τους πάντες. Ο Μιχάλης συνήθως δεν αρνείται. Γεύομαι τη δύναμη της εξουσίας, και με μαγεύει» (σ. 85-86).

Στην ιδιαίτερη πατρίδα της, τη Βέροια

«έρχονται πολλοί να με δουν. Γνωστοί και άγνωστοι. Ο πατέρας μου μου δίνει πακέτο τα σημειωματάκια με τα ρουσφέτια που ζητούσαν οι γνωστοί του όλο αυτό τον καιρό και εγώ του υπόσχομαι ότι κάτι θα προσπαθήσω να κάνω». Μεταξύ των αιτημάτων που ικανοποίησε, γράφει, ήταν και η απονομή χάριτος (απ' τον Παπαδόπουλο) σ' έναν συντοπίτη της εξαγωγέα, πρώην «μεγάλο ποδοσφαιριστή της τοπικής ομάδας», που είχε καταδικαστεί «με αποδείξεις» για κατασκοπία υπέρ της Βουλγαρίας (σ. 89).

Τους αρραβώνες του ζεύγους τίμησαν «επιλεγμένοι εξωκυβερνητικοί παράγοντες», όπως οι επιχειρηματίες Λάτσης και Κιοσέογλου. «Την επόμενη βδομάδα καινούρια δώρα, καινούριες ανθοδέσμες, φρέσκα ψάρια απ' όλα τα νησιά της Ελλάδας, κούτες με το καλύτερο χαβιάρι της Περσίας και παγωμένα καβούρια της Αλάσκας καταφθάνουν στο σπίτι. Δεν ξέρω τι να τα κάνω» (σ. 88).
Στο γάμο τους, πάλι, παραβρέθηκαν «ο Παύλος Βαρδινογιάννης, ο εφοπλιστής Θεοδωρακόπουλος με το γιο του τον Τάκη, ο Κώστας Δρακόπουλος των διυλιστηρίων, ο Νίκος Ταβουλάρης των ναυπηγείων, το ζεύγος Μποδοσάκη, ο Αγγελος Κανελλόπουλος των τσιμέντων "Τιτάν" με τη γυναίκα του, ο Τομ Πάππας, ο Γ. Λύρας, ο Γιώργος Ταβλάριος, εφοπλιστής από τη Νέα Υόρκη με τη γυναίκα του και ο Γιάννης Λάτσης με τη μεγάλη του κόρη, αφού η γυναίκα του την ίδια μέρα πάντρευε την ανιψιά της σε άλλη εκκλησία» (σ. 95).

Εύγλωττη για τις στενές σχέσεις χουντικής ηγεσίας και μεγαλοκαπιταλιστών είναι η περιγραφή ενός ιδιωτικού ταξιδιού της Ντέλλας με τη Δέσποινα Παπαδοπούλου στο Παρίσι:

«Μένουμε σε μεγάλες σουίτες στο Intercontinental. Ερχονται να μας επισκεφθούν με το τραίνο από τη Γενεύη ο Γιάννης Λάτσης και η σύζυγός του Εριέττα. Είναι πολύ φίλοι της Δέσποινας (...). Πηγαίνουμε σε όλα τα καλά μαγαζιά της Φομπούρ Σεντ Ονορέ. Η Δέσποινα έχει αφεθεί στο γούστο μου (...). Λόγω της παρατεταμένης κακοκαιρίας, πηγαίνουμε οδικώς στις Βρυξέλλες με λιμουζίνα που μας έστειλε ο Ωνάσης» (σ. 87).

Οι επαφές αυτές δεν ήταν αυστηρά κοινωνικές. Λίγο μετά το Πολυτεχνείο, π.χ., το ζεύγος Ρουφογάλη τρώει στο σπίτι του με τον Λάτση. Αρχηγός της ΚΥΠ κι εφοπλιστής «συζητούν για τα διυλιστήρια και τα προβλήματα που έχει». Μετά το τέλος της κουβέντας, ο δεύτερος προθυμοποιείται να συνοδεύσει τη γυναίκα του πρώτου στο Λονδίνο, για κάποιες ιατρικές εξετάσεις (σ. 100).

Η σύμβαση Litton

Μια στιχομυθία του Ρουφογάλη φωτίζει, τέλος, καλύτερα την τυχοδιωκτική διαχείριση του δημόσιου πλούτου από τα ηγετικά στελέχη της χούντας:

«Ενα βράδυ ο Χρήστος Μίχαλος, τότε υπουργός, μισοαστειευόμενος, του λέει ότι τώρα που παντρεύτηκε θα πρέπει να κάνουν καμιά δουλειά να εξασφαλίσουν το μέλλον τους, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Ο Μιχάλης, ατάραχος, του λέει να μην ανησυχεί. "Οσο είμαστε στα πράγματα δεν μας χρειάζονται λεφτά και, αν πέσουμε, τα λεφτά δεν θα μας σώσουν". Ξεσπάει σε γέλια. Εγώ παγώνω, μαζί μου κι ο Μίχαλος» (σ. 98).

Υποτίθεται ότι η εταιρεία θα φρόντιζε να γίνουν επενδύσεις ύψους 840 εκατομμυρίων δολαρίων για 12 χρόνια.
 Το ελληνικό δημόσιο της έδωσε ως προκαταβολή 1,2 εκ. δολάρια και ανέλαβε τις εξής υποχρεώσεις: Να καλύψει όσα έξοδα θα έκανε η Litton για να «αναπτυξιακό της έργο» συν 11% ως ποσοστό κέρδους, αλλά να εξασφαλίσει και προμήθεια 2% επί της αξίας κάθε επένδυσης, από αυτές που θα «έφερνε» η εταιρεία.
Ίδια, περίπου, ρύθμιση για τη Litton είχε προωθήσει στη Βουλή το 1966 μια από τις «κυβερνήσεις των αποστατών» – εκείνη του Στεφανόπουλου. Οι αντιδράσεις των άλλων πολιτικών δυνάμεων, όμως, ακύρωσαν το εγχείρημα, το Σεπτέμβριο του έτους εκείνου. Για την ακρίβεια, το ανέβαλαν για οκτώ μήνες.

Τι έκανε στην ουσία η Litton, αξιοποιώντας την προσφορά της χούντας προς αυτήν; Δεν προσέλκυε επενδυτές, δήλωνε όμως έξοδα και πληρωνόταν από το ελληνικό κράτος! Εμπράκτως η ίδια η χούντα αναγνώρισε το φιάσκο της ανάθεσης, τερματίζοντας την ισχύ της σύμβασης, την Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 1969 (ΦΕΚ 1969/Α/268). Όμως – όλα κι όλα- η Litton πήρε και το επιπρόσθετο 11% επί των δηλωθέντων εξόδων της!

Η επίσημη εξήγηση του καθεστώτος για λύση της σύμβασης; «Αι ελληνικαί υπηρεσίαι είναι εις θέσιν να συνεχίσουν άνευ ειδικής βοηθείας τας προσπαθείας δια την ανάπτυξιν»…

Αυτό που η χούντα ομολόγησε εμπράκτως, νωρίτερα το είχε δηλώσει ευθαρσώς στο περιοδικό «Ramparts» ο Ρόμπερτ Αλαν, υπεύθυνος του γραφείου της εταιρείας στην Αθήνα: «Τα κέρδη μας είναι ασφαλώς μεγάλα, διότι ουσιαστικά δεν κάνουμε εμείς επενδύσεις».

Ο Αλαν είχε κάθε λόγο να συμπαθεί το δικτατορικό καθεστώς και ουδέποτε έκρυψε αυτή του την …αγάπη. Όταν κάποτε κλήθηκε να σχολιάσει τα βασανιστήρια και τις διώξεις σε βάρος των αντιφρονούντων, είπε: 

«Οι περισσότεροι εξόριστοι και φυλακισμένοι ζουν σε νησιά, όπως είναι η Καταλίνα (σ.σ. θέρετρο στην Καλιφόρνιας). Είναι ελεύθεροι να πηγαίνουν και να έρχονται. Αναπνέουν καθαρό αέρα, βρίσκονται κάθε μέρα σε ωραίο ηλιόλουστο περιβάλλον και απλώς δεν έχουν επικοινωνία με τον έξω κόσμο».

Δυσανάλογα μεγάλο κέρδος 

Στην πράξη, η εταιρεία αρκέστηκε να ξεκοκαλίζει τα ποσοστά επί των... εξόδων της: «Το κέρδος μας είναι φυσικά δυσανάλογα μεγάλο», παραδεχόταν (στις ΗΠΑ) ο υπεύθυνος του προγράμματος, «επειδή δεν έχουμε κάνει βασική επένδυση. Η επένδυση είναι το καλό μας όνομα». Τελικά η σύμβαση λύθηκε στις 15/10/69 με καταβολή από το κράτος των δαπανών της εταιρείας -συν 11%- ακόμη και κατά την... «περίοδο τερματισμού» (ΦΕΚ 1969/Α/268). Επίσημη δικαιολογία: «Αι ελληνικαί υπηρεσίαι είναι εις θέσιν να συνεχίσουν άνευ ειδικής εξωτερικής βοηθείας τας προσπαθείας διά την ανάπτυξιν» («Βήμα», 16/10/69).

 Το Τάμα

 Το Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 1968, ο Παπαδόπουλος ανακοίνωσε ότι κατέφθασε η ώρα να εκπληρώσει  μια υπόσχεση, την οποία είχε δώσει προς τον Θεό : Την ανέγερση ενός μεγαλοπρεπούς ναού του Σωτήρος. 
Ως τόπος ορίστηκαν τα Τουρκοβούνια. Το «Τάμα», όπως καθιερώθηκε να λέγεται, αντιπροσώπευε στο έπακρο τη μεγαλομανία του καθεστώτος  «Θα αποτελέσει, μετά την οικοδόμησίν του, το τρίτο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα των Αθηνών, μετά τον κλασσικό Παρθενώνα και τον Βυζαντινό Λυκαβηττό», έγραφε η «Ηχώ των Ενόπλων Δυνάμεων» τον Ιούνιο του 1973. Μέχρι τότε, δεν είχαν γίνει καν τα οριστικά σχέδια του έργου. Κι ούτε θα γίνονταν ποτέ…

Τι ακριβώς συνέβαινε με το «Τάμα»; Γιατί … δεν χτιζόταν τίποτα, επί χρόνια; 

Από τη δύση του ’68 η χουντική προπαγάνδα είχε αρχίσει να διαφημίζει περιπτώσεις ανθρώπων, οι οποίοι κατέθεταν για αυτόν τον «ιερό σκοπό» τον οβολό τους. Τον Μάιο του ’69 συγκροτήθηκε και μια «Ανώτατη Επιτροπή», με πρόεδρο τον πρωθυπουργό Παπαδόπουλο και μέλη τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο και πέντε υπουργούς. Ανάμεσά τους, ο Παττακός (Εσωτερικών) και ο Μακαρέζος (Συντονισμού). Εν ολίγοις, ολόκληρη η κορυφαία χουντική «τριανδρία» επέβλεπε τα του έργου, έχοντας την αρωγή – πέραν των άλλων υπουργών- και ενός «Γνωμοδοτικού Συμβουλίου», που το απάρτιζαν πρυτάνεις, ακαδημαϊκοί, ο δήμαρχος Δημ. Ρίτσος και άλλοι παράγοντες. Από τον Ιούνιο του ’69 επέβλεπαν και το «Ειδικό Ταμείο» που συστάθηκε τότε, για την οικονομική διαχείριση του έργου.
Μυστήριο κάλυπτε τα του «Τάματος», μέχρι τον Ιανουάριο του ’74. Τότε δημοσιεύθηκε ο απολογισμός του «Ειδικού Ταμείου». Στο «Ταμείο» είχαν εισρεύσει 453,3 εκατομμύρια δρχ, εκ των οποίων είχαν εξαφανιστεί τα 406 εκατομμύρια! Όλα αυτά δαπανήθηκαν – υποτίθεται- για απαλλοτριώσεις, «προπαρασκευαστικά έργα», «μελέτες», εργασίες «διοικήσεως και λειτουργίας»…
Από τη συνολική «αποταμίευση» των 453,3 εκατομμυρίων, τα 230 ήταν δάνεια. Τα 180 προήλθαν από εισφορές και δωρεές, τμήμα των οποίων κάλυψαν φορείς του Δημοσίου – πχ η Αγροτική Τράπεζα έδωσε 10 εκατομμύρια. Τα υπόλοιπα 43,3 εκατομμύρια ήταν «επιχορήγηση» από τον τακτικό προϋπολογισμό.

Την αχαλίνωτη διασπάθιση δημοσίου χρήματος την υπογραμμίζει ένα ακόμη στοιχείο: Στην τριετία 1970 -73 έγιναν τρεις διαγωνισμοί για «προσχέδια» του «Τάματος». Απέτυχαν παταγωδώς και κηρύχθηκαν άγονοι. Ελάχιστοι αρχιτέκτονες ενδιαφέρθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, μολονότι τα αντίστοιχα χρηματικά βραβεία ήταν άκρως χορταστικά. Συνολικά, στην τριετία υποβλήθηκαν 73 προτάσεις, καμία όμως δεν κρίθηκε ικανοποιητική. Κι όμως, μοιράστηκε – μαζί με τους επαίνους για τις σχετικές προσπάθειες- το ποσό των 3.650.000 δρχ. Ποσό που υπερέβαινε … 900 φορές το μέσο μισθό ενός εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα.

Η μεγάλη ευεργεσία προς τον κύριο Μακντόναλντ

Ήταν αδύνατον φυσικά να υπολογιστεί πόσοι … αστέρες του καθεστώτος έλαβαν μέρος – με τους ευνοούμενούς τους- σε αυτό το τρομακτικών διαστάσεων φαγοπότι. Την «επίβλεψη» πάντως την είχε – όπως προείπαμε- σύσσωμη η … αφρόκρεμα του καθεστώτος. Εάν υποτεθεί ότι το «Τάμα» κλήθηκε να άρει … μια εκκρεμότητα 139 ετών (1829 – 1968), τότε το ποσό που εξαφάνισαν τα αρπαχτικά της χούντας αντιστοιχεί σχεδόν σε τρία εκατομμύρια δρχ για κάθε χαμένο χρόνο! Καθόλου άσχημα…
Κάποιοι ενδεχομένως διερωτώνται πώς «βγήκαν στη φόρα» τα οικονομικά στοιχεία του «Τάματος», προτού καταρρεύσει η χούντα. Η απάντηση είναι απλή: Είχε ήδη αποκαθηλωθεί – προ δυο μηνών- ο Παπαδόπουλος κι ο Ιωαννίδης δεν είχε κανένα λόγο να κρύβει τη «φαυλοκρατία» των «άλλων».
Τρίτο «ορόσημο»: Το 1969 φαίνεται πως οι … μίζες της Litton είχαν ξεκοκαλιστεί. Ήταν λοιπόν ώρα για μία ακόμη μεγάλη, αποικιοκρατική σύμβαση, απ’ αυτές που όταν υπογράφονται τρία τινά μπορεί να «μαρτυρούν» για τους διαχειριστές δημόσιου χρήματος: Αν δεν είναι ηλίθιοι, αν δεν νιώθουν – για κάποιο λόγο- εξαναγκασμένοι, τότε σίγουρα κάτι άλλο περιμένουν. Οι δυο τελευταίες εκδοχές φυσικά μπορούν να συνυπάρξουν…

Ο Μακαρέζος υπέγραψε με τον εργολάβο Ρόμπερτ Μακντόναλντ, από τις ΗΠΑ, σύμβαση για την κατασκευή της Εγναντίας Οδού (ΦΕΚ 1969/Α/15). Ποια ήταν η κατάληξη; Ο Αμερικανός πήρε τα μπογαλάκια του κι έφυγε, ενώ το Δημόσιο είχε επιβαρυνθεί σε βαθμό απίστευτο.
 Μοιραίο ήταν να συμβεί αυτό. Το έργο υπολογίστηκε στα 150 εκ. δολάρια, εκ των οποίων σχεδόν το 1/3 θα το κάλυπτε το ελληνικό κράτος. Εγγυήθηκαν τα δάνεια του Μακντόναλντ, τον «διευκόλυναν» με αμέτρητα ομόλογα, του έδωσαν 4,5 εκ. δολάρια ως προκαταβολή και όρισαν την αμοιβή του επί των εξόδων, συνυπολογίζοντας σε αυτά τη χρηματοδότηση του … Δημοσίου!
Το φοβερό ήταν ότι θα διεκπεραίωναν το έργο γηγενείς υπερεργολάβοι – ο Αμερικανός απλώς θα μεριμνούσε για μελέτες και δάνεια .Εάν ο Μακντόλαντ διαπίστωνε πως δεν επαρκούσαν τα 150 εκ. δολάρια, είχε δυο επιλογές. Να ψάξει για περισσότερα ή «να θεωρηθή εκτελέσας την σύμβασιν άμα τη συμπληρώσει της κατασκευής τμήματος της οδού, ούτινος η αξία ανέρχεται εις 150 εκ. δολάρια».

Ο Μακντόναλντ δεν εξασφάλισε καμία χρηματοδότηση – ίσως να μην είχε και λόγους να το κάνει. Αποχαιρέτησε, λέγοντας ίσως νοερά κάποιο «thanks folks» για τα 4,8 εκ. δολάρια συν τα 33,4 εκ. σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου που πρόλαβε να τσεπώσει.

*Απίστευτα επαχθής ήταν και η σύμβαση για την κατασκευή της Εγνατίας που ο Μακαρέζος υπέγραψε με τον αμερικανό εργολάβο Ρόμπερτ Μακντόναλντ (ΦΕΚ 1969/Α/15).

Συνοπτικά: Το Δημόσιο έβαζε 45 απ' τα 150 εκατομμύρια δολάρια του έργου, «διευκόλυνε» τον «επενδυτή» με ομόλογα 80.000.000 κι εγγυόταν για τα δάνειά του. Το έργο θα γινόταν από έλληνες υπεργολάβους, ενώ ο «ανάδοχος» θα φρόντιζε απλώς για μελέτες και δάνεια, εισπράττοντας αμοιβή 14% επί των εξόδων (συμπεριλαμβανόμενης της δημόσιας χρηματοδότησης!) -τα 4.500.000 δολάρια «εν είδει προκαταβολής». «Εάν κατά την διάρκειαν της μελέτης ήθελεν διαπιστωθή» από τον ίδιο πως 150 εκατομμύρια δεν αρκούν, μπορούσε είτε να ψάξει για άλλα είτε απλά να «θεωρηθή εκτελέσας την σύμβασιν άμα τη συμπληρώσει της κατασκευής τμήματος της οδού, ούτινος η αξία ανέρχεται εις δολλ. ΗΠΑ 150.000.000» (άρθρο 1§4). Τελικά, δεν βρήκε ούτε τα προβλεπόμενα κι έφυγε, αφού το Δημόσιο επιβαρύνθημε με 1,5 δισ. δρχ.

*Ο Ελληνοαμερικανός Τομ Πάππας ήταν ήδη παρών με το διυλιστήριο της Esso στη Θεσσαλονίκη, επένδυση του 1962 που είχε καταγγελθεί ως σκανδαλωδώς προνομιακή. Το Μάιο του 1972 η χούντα τον απάλλαξε από τις αντισταθμιστικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει, για ανέγερση έξι αγροτοβιομηχανικών μονάδων σε διάφορα σημεία της χώρας (ΦΕΚ 1972/Α/72). Του έδωσε και άδεια για τα εργοστάσια της Coca Cola, που οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις δεν ενέκριναν, ως ανταγωνιστικά προς τη ντόπια παραγωγή αναψυκτικών (ΦΕΚ 1968/Α/201).
 
Θερμός υποστηρικτής της χούντας, ο Πάππας πρωταγωνίστησε ως γνωστόν στο «ελληνικό Γουοτεργκέιτ», ανακυκλώνοντας κονδύλια της CIA για το χρηματισμό του Νίξον από τους δικτάτορες. Ενας προσωπάρχης του με σκανδαλώδες παρελθόν, ο Παύλος Τοτόμης, διορίστηκε το 1967 υπουργός Δημόσιας Τάξης και κατόπιν πρόεδρος της ΕΤΒΑ.

*«Μητέρα όλων των μαχών» υπήρξε ωστόσο η διαμάχη των μεγιστάνων, Ωνάση, Νιάρχου, Βαρδινογιάννη, Ανδρεάδη, Λάτση και άλλων,  για το 3ο διυλιστήριο της χώρας.
Ο Παπαδόπουλος τάχθηκε αποφασιστικά υπέρ του Ωνάση, σε βίλα του οποίου (στο Λαγονήσι) έμενε αντί συμβολικού ενοικίου, ενώ ο Μακαρέζος υπέρ του Νιάρχου. Η σύγκρουση έφτασε στα άκρα, με απόπειρες πραξικοπημάτων κι έκτακτους ανασχηματισμούς. Τελικά ο Ωνάσης τα παράτησε, ακυρώνοντας τη «μεγαλειώδη» σύμβαση που είχε υπογράψει και παίρνοντας πίσω την εγγύησή του, το τρίτο διυλιστήριο μοιράστηκε μεταξύ Ανδρεάδη και Λάτση (ΦΕΚ 1972/Α/130) κι ένα τέταρτο παραχωρήθηκε στον Βαρδινογιάννη (ΦΕΚ 1972/Α/181).

Μια λεπτομέρεια αυτής της τιτανομαχίας, από την εμπιστευτική ενημέρωση Χατζηγιάννη προς τον Παπάγο (25/11/70), παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον με βάση τα σημερινά δεδομένα:

«Σε άλλο υπουργικό συμβούλιο, παραβρισκόταν ο Καρδαμάκης, ο οποίος εισηγήθηκε την αγορά μηχανημάτων από τη Siemens και την AEG χωρίς διαγωνισμό, για να μπορέσει να ανταποκριθεί η ΔΕΗ στο πρόγραμμά της, που καθυστερούσε λόγω των δυσκολιών εκτέλεσης των συμφωνιών Ωνάση. Ο Παπαδόπουλος έλυσε μόνος του το θέμα, αποδεχόμενος την αγορά από τη μία εταιρεία».



 Βιβλιογραφία

-  Jean Meynaud,«Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα»
(Αθήνα 2002, εκδ. Σαββάλας).

Η σφαιρικότερη ανάλυση της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής κατά τη δεκαετία του '60. Ο 2ος τόμος είναι αφιερωμένος στα Ιουλιανά και τη δικτατορία.

- Σταύρος Ζορμπαλάς, «Ο νεοφασισμός στην Ελλάδα (1967-1974)» (Αθήνα 1978, εκδ. Σύγχρονη Εποχή).

Ανάλυση του δικτατορικού καθεστώτος, με έμφαση στη διαπλοκή του με το μεγάλο κεφάλαιο και τον ξένο παράγοντα. Ενδιαφέρουσα πρωτογενής τεκμηρίωση.

- Δ. Μπενάς, «Η εισβολή του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα» (Αθήνα 1976, εκδ. Παπαζήση).

Εκτενής παρουσίαση των αμαρτωλών συμβάσεων της χούντας κι ακτινογραφία της διαπλοκής ντόπιου και ξένου κεφαλαίου κατά τη δεκαετία του '70.

- Γιώργης Κρεμμυδάς, «Οι άνθρωποι της χούντας μετά τη Δικτατορία» (Αθήνα 1985, εκδ. Εξάντας).

Δημοσιογραφική καταγραφή προσώπων και πραγμάτων, αποτυπώνει τις πολλαπλές ταχύτητες (και, συχνά, την πλήρη απουσία) «κάθαρσης» των συνεργατών της δικτατορίας.

- Ευάγγελος Κουλουμπής, «...71 ...74: Σημειώσεις ενός πανεπιστημιακού» (Αθήνα 2002, εκδ. Πατάκη).

Ημερολογιακή καταγραφή συνομιλιών και συναντήσεων του -εξ Αμερικής ορμώμενου- συγγραφέα με στελέχη, οπαδούς και αντιπάλους του καθεστώτος κατά την τελευταία τριετία του.


- Ντέλλα Ρουφογάλη-Ρούνικ, «Να γιατί...» (Αθήνα 2002, εκδ. Φερενίκη).

Γλαφυρή αυτοβιογραφία της πάλαι ποτέ συζύγου του χουντικού αρχηγού της ΚΥΠ. Αποκαλυπτική για τον τρόπο ζωής του ηγετικού πυρήνα της χούντας, αλλά και για τη στενή διαπλοκή του με μικρούς και (κυρίως) μεγάλους καπιταλιστές.

Πηγές

'' Ολοι οι άνθρωποι του Πάπας '' Μακάριου Δρουσιώτη ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 29-7-2001
ΗΜΕΡΗΣΙΑ, Πώς ξεφούσκωσε το οικονομικό «θαύμα» των συνταγματαρχών
 Εφτά χρόνια αρπαχτή,  ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ



 Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν τις πηγές, οι οποίες παρατίθενται, ως ελάχιστο σεβασμό στους συγγραφείς των θεμάτων.


Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν τις πηγές, οι οποίες παρατίθενται, ως ελάχιστο σεβασμό στους συγγραφείς των θεμάτων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου